Μια υπόθεση που ξεκινά από έναν Ρώσο δισεκατομμυριούχο και περνά από το Αζερμπαϊτζάν προκαλεί έναν απρόσμενο πονοκέφαλο στην ευρωπαϊκή πολιτική κυρώσεων κατά της Μόσχας.
Η Γαλλία πιέζει για την αφαίρεση του Αλίσερ Ουσμάνοφ από τον κατάλογο κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τους Financial Times, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης διπλωματικής προσπάθειας που συνδέεται με Γάλλους υπηκόους οι οποίοι κρατούνται στο Αζερμπαϊτζάν.
Η κίνηση έχει ήδη προκαλέσει ανησυχία σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Γιατί το πραγματικό ζήτημα δεν είναι μόνο ο Ουσμάνοφ.
Είναι το προηγούμενο.
Ποιος είναι ο Ουσμάνοφ
Ο Αλίσερ Ουσμάνοφ αποτελεί μία από τις γνωστότερες φυσιογνωμίες της μετασοβιετικής επιχειρηματικής ελίτ.
Έχτισε μια τεράστια περιουσία μέσα από δραστηριότητες που εκτείνονται από τα μέταλλα και τις εξορύξεις μέχρι τις τηλεπικοινωνίες και την τεχνολογία.
Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η ΕΕ τον ενέταξε στις κυρώσεις που επιβλήθηκαν σε Ρώσους επιχειρηματίες και πρόσωπα που οι Βρυξέλλες θεωρούν συνδεδεμένα με το σύστημα εξουσίας γύρω από τον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Η λογική ήταν ξεκάθαρη.
Για να αυξηθεί το κόστος του πολέμου, δεν αρκούσε η πίεση στο ρωσικό κράτος.
Έπρεπε να πιεστεί και η οικονομική ελίτ που είχε επωφεληθεί από το καθεστώς.
Και ξαφνικά εμφανίζεται το Αζερμπαϊτζάν
Η γαλλική πρωτοβουλία αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή δεν συνδέεται πρωτίστως με κάποια αλλαγή στη σχέση του Ουσμάνοφ με το Κρεμλίνο.
Συνδέεται με μια διαφορετική γεωπολιτική κρίση.
Τη βαθιά επιδείνωση των σχέσεων Γαλλίας και Αζερμπαϊτζάν.
Το Παρίσι επιδιώκει την απελευθέρωση Γάλλων που κρατούνται από τις αρχές του Αζερμπαϊτζάν και η υπόθεση Ουσμάνοφ έχει βρεθεί μέσα στο ευρύτερο διπλωματικό παζάρι.
Εδώ όμως εμφανίζεται το ευρωπαϊκό πρόβλημα.
Οι κυρώσεις στον Ουσμάνοφ δεν είναι γαλλικές.
Είναι ευρωπαϊκές.
Η μαύρη λίστα γίνεται διαπραγματευτικό χαρτί;
Οι κυρώσεις της ΕΕ σχεδιάστηκαν ως συλλογικό εργαλείο εξωτερικής πολιτικής.
Η λογική τους είναι ότι η Ευρώπη αποκτά μεγαλύτερη ισχύ όταν οι 27 ενεργούν από κοινού.
Εάν όμως ένα κράτος-μέλος αρχίσει να χρησιμοποιεί την αφαίρεση ενός συγκεκριμένου προσώπου από τη λίστα για να πετύχει στόχο σε μια διμερή διαφορά, αλλάζει η φύση του μηχανισμού.
Από εργαλείο πίεσης προς τη Ρωσία μπορεί να μετατραπεί σε διπλωματικό νόμισμα.
Και αυτό είναι ακριβώς που ανησυχεί ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Γαλλία και Σλοβακία άνοιξαν μέτωπο στις Βρυξέλλες
Η ένταση φάνηκε και στη διαδικασία ανανέωσης των ευρωπαϊκών κυρώσεων.
Η Γαλλία και η Σλοβακία μπλόκαραν την προσπάθεια να ανανεωθούν ορισμένα μέτρα για ολόκληρο το επόμενο δωδεκάμηνο, αναγκάζοντας τις Βρυξέλλες να αντιμετωπίσουν ξανά το πρόβλημα της ομοφωνίας.
Και αυτό έχει μεγάλη σημασία.
Γιατί οι κυρώσεις δεν είναι μόνιμες από μόνες τους.
Χρειάζονται πολιτικές αποφάσεις για να συνεχίσουν να ισχύουν.
Άρα κάθε ανανέωση δημιουργεί μια στιγμή κατά την οποία ένα κράτος μπορεί να ζητήσει αντάλλαγμα.
Το αδύναμο σημείο των ευρωπαϊκών κυρώσεων λέγεται ομοφωνία
Εδώ βρίσκεται μια από τις σημαντικότερες θεσμικές αδυναμίες της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής.
Σε κρίσιμες αποφάσεις κυρώσεων, η απαίτηση ομοφωνίας δίνει σε κάθε κυβέρνηση σημαντική διαπραγματευτική ισχύ.
Το έχουμε δει επανειλημμένα με την Ουγγαρία.
Το έχουμε δει σε διαφωνίες γύρω από τη ρωσική ενέργεια.
Τώρα εμφανίζεται ένα διαφορετικό μοντέλο.
Όχι απαραίτητα:
«Διαφωνώ με τις κυρώσεις».
Αλλά:
«Θα συμφωνήσω εάν λυθεί και μια άλλη υπόθεση που με ενδιαφέρει».
Αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο για τις Βρυξέλλες να αντιμετωπίσουν.
Το πρόβλημα δεν είναι ένας ολιγάρχης
Ακόμη και εάν κάποιος θεωρούσε δικαιολογημένη την αφαίρεση του Ουσμάνοφ από τη λίστα, το θεσμικό ερώτημα παραμένει.
Τι συμβαίνει την επόμενη φορά;
Μπορεί μια χώρα να ζητήσει την αποδέσμευση ενός άλλου Ρώσου επιχειρηματία για να πετύχει μια εμπορική συμφωνία;
Μπορεί μια δεύτερη κυβέρνηση να ζητήσει εξαίρεση για μια ρωσική εταιρεία;
Μπορεί μια τρίτη να συνδέσει τις κυρώσεις με ενεργειακές παραχωρήσεις;
Όσο περισσότερα τέτοια precedents δημιουργούνται, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διατηρηθεί η εικόνα μιας ενιαίας ευρωπαϊκής στρατηγικής.
Και η Μόσχα βλέπει ακριβώς αυτή τη ρωγμή
Για το Κρεμλίνο, η σημαντικότερη μάχη γύρω από τις δυτικές κυρώσεις δεν ήταν ποτέ μόνο οικονομική.
Ήταν πολιτική.
Η Ρωσία γνωρίζει ότι δεν χρειάζεται απαραίτητα να πείσει ολόκληρη την Ευρώπη να εγκαταλείψει τις κυρώσεις.
Χρειάζεται να αυξήσει τις αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών.
Κάθε εξαίρεση.
Κάθε διαφορετικό εθνικό συμφέρον.
Κάθε βέτο.
Κάθε διμερής διαπραγμάτευση.
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να μειωθεί σταδιακά η συνοχή του ευρωπαϊκού μετώπου.
Η Γαλλία έχει διαφορετικό επιχείρημα
Από την πλευρά του Παρισιού, βεβαίως, υπάρχει μια άλλη ανάγνωση.
Η διπλωματία δεν λειτουργεί σε κενό.
Εάν ένα συγκεκριμένο μέτρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την απελευθέρωση Γάλλων πολιτών, η κυβέρνηση έχει υποχρέωση να εξετάσει τις διαθέσιμες επιλογές.
Οι κυρώσεις άλλωστε δεν αποτελούν αυτοσκοπό.
Είναι εργαλείο πολιτικής.
Το ερώτημα επομένως είναι αν μπορούν να χρησιμοποιούνται ευέλικτα για να επιτυγχάνονται συγκεκριμένοι στόχοι ή αν αυτή ακριβώς η ευελιξία καταστρέφει τη συλλογική αποτρεπτική τους ισχύ.
Το Αζερμπαϊτζάν αποκτά μεγαλύτερη σημασία
Η ιστορία αποκαλύπτει παράλληλα πόσο πολύ έχει αλλάξει η γεωπολιτική θέση του Μπακού.
Το Αζερμπαϊτζάν βρίσκεται σε ένα εξαιρετικά σημαντικό σταυροδρόμι.
Καύκασος.
Κασπία.
Ενέργεια.
Τουρκία.
Ρωσία.
Ευρωπαϊκές ενεργειακές ανάγκες.
Η Ευρώπη χρειάστηκε περισσότερο αζέρικο φυσικό αέριο μετά τη ρήξη με τη Μόσχα.
Η Τουρκία έχει βαθιά στρατηγική σχέση με το Μπακού.
Και η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικούς μοχλούς επιρροής στην περιοχή.
Έτσι μια φαινομενικά διμερής γαλλοαζερική διαφορά μπορεί να φτάσει μέχρι τον πυρήνα της ευρωπαϊκής πολιτικής έναντι της Ρωσίας.
Το πραγματικό ερώτημα για τις Βρυξέλλες
Η Ευρώπη έχει ήδη επιβάλει ένα πρωτοφανές πλέγμα κυρώσεων στη Ρωσία.
Το δύσκολο κομμάτι τώρα δεν είναι να ανακοινώσει περισσότερες.
Είναι να διατηρήσει τις υπάρχουσες.
Όσο διαρκεί ο πόλεμος, τα εθνικά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα θα γίνονται ισχυρότερα.
Οι κυβερνήσεις θα αλλάζουν.
Οι επιχειρήσεις θα πιέζουν.
Οι ενεργειακές ανάγκες θα μεταβάλλονται.
Και κάθε ανανέωση θα αποτελεί νέο πολιτικό τεστ.
Από το «πάγωμα περιουσίας» στο γεωπολιτικό παζάρι
Αυτό κάνει την υπόθεση Ουσμάνοφ πολύ μεγαλύτερη από το όνομα ενός Ρώσου δισεκατομμυριούχου.
Το 2022 το μήνυμα της Ευρώπης ήταν απλό:
όποιος βρίσκεται κοντά στο σύστημα Πούτιν θα πληρώσει τίμημα.
Τέσσερα χρόνια αργότερα εμφανίζεται ένα πολύ δυσκολότερο ερώτημα:
τι γίνεται όταν η άρση αυτού του τιμήματος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να πετύχει μια ευρωπαϊκή κυβέρνηση έναν άλλο στρατηγικό στόχο;
Εάν η απάντηση γίνει «διαπραγματευόμαστε περίπτωση προς περίπτωση», η Ρωσία θα έχει βρει μια σημαντική ρωγμή.
Όχι επειδή κατέρρευσαν οι κυρώσεις.
Αλλά επειδή αρχίζουν να αποκτούν τιμή ανταλλαγής.
Και για τις Βρυξέλλες, αυτό μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο επικίνδυνο από ένα ακόμη ρωσικό αίτημα για την άρση τους.
Πηγή: pagenews.gr
