Ο Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε στις 26 Σεπτεμβρίου το σχέδιο που είχε καταθέσει η Τεχεράνη για επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ μέσα σε επτά ημέρες.
«Απορρίπτω την πρότασή τους», δήλωσε στους δημοσιογράφους έξω από τον Λευκό Οίκο, προσθέτοντας ότι η συμφωνία «δεν θα ήταν αποδεκτή». Al Jazeera
Η άμεση είδηση είναι η απόρριψη.
Το πραγματικό γεωπολιτικό ερώτημα όμως είναι μεγαλύτερο:
αν η πολιτική μέγιστης πίεσης μπορεί ακόμη να οδηγήσει σε συμβιβασμό ή αν πλέον λειτουργεί μόνο ως μηχανισμός παράτασης της σύγκρουσης.
Τι έβαλε πραγματικά στο τραπέζι το Ιράν
Ο Αμπάς Αραγτσί παρουσίασε την πρόταση στη Νέα Υόρκη στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και την διαβίβασε στην Ουάσιγκτον μέσω Κατάρ
Το ιρανικό σχέδιο συνέδεε τέσσερα διαφορετικά ζητήματα:
- κατάπαυση των εχθροπραξιών,
- άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού,
- χαλάρωση των κυρώσεων στις ιρανικές πωλήσεις πετρελαίου,
- απελευθέρωση περίπου $12 δισ. παγωμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων.
Σε αντάλλαγμα, η Τεχεράνη θα άνοιγε ξανά το Στενό του Ορμούζ και θα ξεκινούσαν νέες συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα.
Ο Αραγτσί είχε πει ότι οι πρώτες κινήσεις θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν μέσα σε τέσσερις έως πέντε ημέρες, το Ορμούζ να ανοίξει την έκτη και οι συνομιλίες για μία τελική συμφωνία να αρχίσουν την έβδομη.
Το πρόβλημα: η ίδια φόρμουλα έχει ήδη δοκιμαστεί
Η ιρανική πρόταση δεν εμφανίστηκε από το μηδέν.
Πατούσε πάνω στο μνημόνιο κατανόησης που είχαν καταλήξει οι δύο πλευρές τον Ιούνιο, με μεσολάβηση Κατάρ και Πακιστάν. Εκείνη η συμφωνία όμως κατέρρευσε μέσα σε λίγες εβδομάδες, με τις δύο πλευρές να αλληλοκατηγορούνται για παραβιάσεις.
Αυτό δίνει στην Ουάσιγκτον ένα προφανές επιχείρημα:
γιατί να επιστρέψει σε μία φόρμουλα που έχει ήδη αποτύχει;
Από την άλλη πλευρά, το ίδιο γεγονός μπορεί να διαβαστεί διαφορετικά: ως ένδειξη ότι, παρά την αποτυχία, αυτή παραμένει η μόνη έτοιμη βάση διαπραγμάτευσης που έχουν και οι δύο πλευρές.
Η πίεση λειτουργεί — αλλά μόνο μέχρι ένα σημείο
Η αμερικανική στρατηγική έχει προκαλέσει σοβαρό οικονομικό κόστος στην Τεχεράνη.
Ο ναυτικός αποκλεισμός και οι περιορισμοί στις εξαγωγές πετρελαίου έχουν περιορίσει δραστικά τα έσοδα του Ιράν, ενώ η ίδια η Τεχεράνη έχει αναγκαστεί να χρησιμοποιεί εναλλακτικές διαδρομές και αποθηκευτικά μέσα για να διατηρεί μέρος των εξαγωγών της.
Αλλά εδώ βρίσκεται το όριο της στρατηγικής πίεσης:
οικονομική ζημιά δεν σημαίνει αυτόματα πολιτική συνθηκολόγηση.
Μια κυβέρνηση μπορεί να αντιμετωπίζει σοβαρό οικονομικό κόστος και ταυτόχρονα να θεωρεί ότι η αποδοχή όρων που παρουσιάζονται ως επιβεβλημένοι από τον αντίπαλο θα ήταν ακόμη πιο επικίνδυνη στο εσωτερικό.
Γιατί το Ορμούζ είναι όλη η διαπραγμάτευση
Το Στενό του Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα ακόμη μέτωπο.
Πριν από τη σύγκρουση, περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και φυσικού αερίου περνούσε από αυτό.
Αυτό μετατρέπει μία στενή θαλάσσια λωρίδα σε παγκόσμιο οικονομικό μοχλό.
Η Τεχεράνη χρησιμοποιεί την πρόσβαση στο Ορμούζ ως διαπραγματευτικό χαρτί.
Η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί τον ναυτικό αποκλεισμό και τις κυρώσεις για να στερήσει από την Τεχεράνη έσοδα.
Και οι δύο πλευρές πιέζουν η μία την άλλη μέσα από το ίδιο chokepoint.
Ακριβώς γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολο να κάνει κάποιος την πρώτη κίνηση.
Το δεύτερο μέτωπο είναι ήδη στην Ερυθρά Θάλασσα
Η μεγαλύτερη ανησυχία είναι ότι όσο το Ορμούζ παραμένει κλειδωμένο στη διαπραγμάτευση, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος διάχυσης της σύγκρουσης.
Οι Houthis έχουν ήδη πραγματοποιήσει επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών πετρελαιοφόρων και ενεργειακών στόχων στην Ερυθρά Θάλασσα.
Αυτό έχει κρίσιμη σημασία.
Εάν Hormuz και Bab el-Mandeb τεθούν ταυτόχρονα υπό πίεση, τότε η ενεργειακή κρίση δεν αφορά πλέον ένα μόνο θαλάσσιο chokepoint.
Αφορά δύο από τις σημαντικότερες πύλες του παγκόσμιου εμπορίου ενέργειας.
Το Ιράν δεν ελέγχει τα πάντα
Χρειάζεται όμως μία σημαντική διάκριση.
Οι Houthis είναι ευθυγραμμισμένοι με την Τεχεράνη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επιχειρησιακή τους απόφαση λαμβάνεται κατ’ εντολή του Ιράν.
Το περιφερειακό δίκτυο της Τεχεράνης λειτουργεί με διαφορετικούς βαθμούς αυτονομίας.
Άρα όσο περισσότερο εξαπλώνεται η κρίση, τόσο δυσκολότερο γίνεται να υπάρξει μία συμφωνία που να ελέγξει όλα τα μέτωπα ταυτόχρονα.
Η απόρριψη δεν είναι ακόμη στρατηγική
Υπάρχουν σοβαρές ενστάσεις απέναντι στο επταήμερο σχέδιο.
Το χρονοδιάγραμμα είναι εξαιρετικά σύντομο.
Τα ζητήματα επαλήθευσης παραμένουν ασαφή.
Και η προηγούμενη συμφωνία στην οποία βασίζεται έχει ήδη καταρρεύσει.
Η Ουάσιγκτον μπορεί επομένως να θεωρεί ότι η πρόταση δεν παρέχει αρκετές εγγυήσεις.
Αυτό όμως δεν απαντά στο επόμενο ερώτημα:
αν όχι αυτό το σχέδιο, τότε ποιο;
Η απόρριψη ενός ανεπαρκούς σχεδίου δεν αποτελεί από μόνη της εναλλακτική διαδρομή προς συμφωνία.
Η σκιά της νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal που επικαλείται το Al Jazeera, ο Τραμπ έχει εκφράσει σε συνεργάτες του σκεπτικισμό για το αν η Τεχεράνη θα εκπληρώσει οποιαδήποτε συμφωνία και φέρεται να έχει συζητήσει το ενδεχόμενο νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης μετά τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Η πληροφορία αποδίδεται σε ανώνυμους Αμερικανούς αξιωματούχους και δεν αποτελεί επίσημα ανακοινωμένη πολιτική.
Αν όμως η εικόνα αυτή αποτυπώνει πράγματι τον τρόπο σκέψης της κυβέρνησης, τότε η απόρριψη του σχεδίου αποκτά διαφορετική διάσταση.
Δεν σημαίνει απλώς ότι η Ουάσιγκτον ζητά καλύτερους όρους.
Μπορεί να σημαίνει ότι θεωρεί τη συνέχιση της πίεσης —και πιθανώς την επιστροφή στη στρατιωτική δράση— πιο αποτελεσματικό μοχλό από μία άμεση συμφωνία.
Και η Τεχεράνη δεν μπορεί εύκολα να υποχωρήσει πρώτη
Το Ιράν βρίσκεται επίσης εγκλωβισμένο.
Ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν δήλωσε ότι η χώρα δεν εμπιστεύεται πλέον τις διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ μετά τις προηγούμενες επιθέσεις και κυρώσεις, αλλά ταυτόχρονα υποστήριξε ότι η κρίση μπορεί ακόμη να λυθεί μέσω συνομιλιών.
Αυτό αποκαλύπτει το δίλημμα της Τεχεράνης.
Θέλει συμφωνία που να σταματά την οικονομική αιμορραγία.
Δεν θέλει όμως να εμφανιστεί ότι ανοίγει το Ορμούζ επειδή λύγισε από την πίεση.
Και έτσι οι δύο πλευρές φτάνουν στο ίδιο σημείο:
και οι δύο θέλουν ο άλλος να κινηθεί πρώτος.
Η πραγματική δοκιμασία για την πολιτική Τραμπ
Η πολιτική μέγιστης πίεσης μπορεί να δημιουργήσει leverage.
Το ερώτημα είναι τι κάνει μια κυβέρνηση με αυτό το leverage όταν το αποκτήσει.
Εάν χρησιμοποιείται για να οδηγήσει τον αντίπαλο σε ένα τραπέζι όπου υπάρχει συγκεκριμένη τελική συμφωνία, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο διαπραγμάτευσης.
Εάν όμως χρησιμοποιείται μόνο για να αυξάνει συνεχώς το κόστος, χωρίς σαφή off-ramp, τότε ο κίνδυνος είναι διαφορετικός:
η πίεση αρχίζει να αναπαράγει την ίδια τη σύγκρουση.
Η κόκκινη γραμμή στον Κόλπο
Επτά μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, το βασικό ερώτημα δεν είναι αν το Ιράν βρίσκεται υπό σοβαρή πίεση.
Βρίσκεται.
Ούτε αν το κλείσιμο του Ορμούζ προκαλεί κόστος στη διεθνή οικονομία.
Το προκαλεί ήδη.
Η πραγματική δοκιμασία είναι αν η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη μπορούν ακόμη να χρησιμοποιήσουν αυτή την αμοιβαία πίεση για να φτάσουν σε συμφωνία πριν οι πολιτικές και στρατιωτικές τους θέσεις γίνουν τόσο ακριβές ώστε καμία πλευρά να μην μπορεί πλέον να υποχωρήσει.
Γιατί από εκεί και πέρα, το Ορμούζ παύει να είναι απλώς διαπραγματευτικό χαρτί.
Γίνεται κόκκινη γραμμή που κανείς δεν μπορεί να περάσει χωρίς να χάσει πρόσωπο.
Πηγή: pagenews.gr
