Νέα πίεση στο ράφι των τροφίμων από την άνοδο του ενεργειακού κόστους περιγράφει ο πρόεδρος της Ένωσης Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας Απόστολος Ραυτόπουλος, εκτιμώντας ότι η αγορά περνά πλέον σε μια νέα φάση της ακρίβειας.
Μιλώντας στον Παραπολιτικά 90,1 και στην εκπομπή «Απέναντι μικρόφωνα» με τους Σωτήρη Ξενάκη και Βασίλη Σκουρή, υποστήριξε ότι οι ενεργειακές ανατιμήσεις αρχίζουν να περνούν στις τελικές τιμές, ιδιαίτερα στους κλάδους με υψηλή κατανάλωση ενέργειας.
«Οι αυξήσεις στην ενέργεια θα περάσουν στα τρόφιμα, ιδίως στις ενεργοβόρες επιχειρήσεις όπως είναι τα αρτοποιεία», τόνισε.
Οι πρώτες αυξήσεις ξεκίνησαν από 1η Οκτωβρίου
Το στοιχείο που προκαλεί μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι ότι, σύμφωνα με τον Απόστολο Ραυτόπουλο, η νέα επιβάρυνση δεν αποτελεί απλώς έναν μελλοντικό κίνδυνο.
Οι πρώτες αυξήσεις έχουν ήδη αρχίσει.
«Ήδη από την 1η Οκτωβρίου έχουν ξεκινήσει οι πρώτες αυξήσεις στις φρυγανιές, στα ψωμάκια, στα κράκερ», ανέφερε.
Ο ίδιος περιέγραψε έναν μηχανισμό μέσω του οποίου η αύξηση της ενέργειας και των μεταφορών περνά από την παραγωγή στην τελική τιμή.
Και χρησιμοποίησε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τα σιτηρά.
Σύμφωνα με όσα δήλωσε, παρά το γεγονός ότι η τιμή των σιτηρών είναι χαμηλότερη στην παραγωγή σε σύγκριση με πέρυσι, το τελικό προϊόν φτάνει ακριβότερο στον καταναλωτή.
«Παρότι η τιμή των σιτηρών σε σχέση με πέρυσι φεύγει φθηνότερα από τον παραγωγό, σε εμάς καταλήγει ακριβότερα, όχι λόγω της αύξησης της πρώτης ύλης αλλά εξαιτίας της αύξησης του μεταφορικού κόστους και της ενέργειας, τα οποία πλέον δεν μπορούν να συγκρατηθούν», είπε.
Η ενεργειακή ακρίβεια χτυπά πρώτα τα αρτοποιεία
Τα αρτοποιεία βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτής της πίεσης, καθώς αποτελούν έναν από τους πλέον ενεργοβόρους κλάδους της καθημερινής αγοράς.
Η αύξηση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας και των καυσίμων δεν επηρεάζει μόνο τη λειτουργία των φούρνων.
Περνά παράλληλα στις μεταφορές, στην αποθήκευση, στις συσκευασίες και συνολικά στην αλυσίδα διανομής.
Αυτό είναι και το βασικό «καμπανάκι» του Ραυτόπουλου: ακόμη και σε προϊόντα όπου η πρώτη ύλη δεν ακριβαίνει, το τελικό κόστος μπορεί να αυξάνεται εξαιτίας της ενέργειας και της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Φέτα από 12,50 έως 18 ευρώ
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη φέτα, η οποία παραμένει ένα από τα βασικά προϊόντα στα οποία αποτυπώνεται η πίεση της αγοράς.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε:
«Η φέτα σήμερα ξεκινάει από τα 12,5 ευρώ έως και τα 18 ευρώ η συσκευασμένη».
Ο πρόεδρος της Ένωσης Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας υποστήριξε επίσης ότι:
«Αυτή τη στιγμή λείπουν από την αγορά 15.000 τόνοι φέτας σε σχέση με τη ζήτηση. Αυτό οφείλεται στις τρεις ζωονόσους».
Ο αριθμός των 15.000 τόνων αποτελεί εκτίμηση του ίδιου του Απόστολου Ραυτόπουλου στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συνέντευξης.
Τρόφιμα, απορρυπαντικά και επεξεργασμένα προϊόντα
Η πίεση, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν περιορίζεται σε μία κατηγορία.
«Υπάρχει αύξηση των τιμών στα τρόφιμα, στα απορρυπαντικά και στα επεξεργασμένα τρόφιμα», σημείωσε.
Το κρίσιμο ζήτημα πλέον είναι κατά πόσο οι επιχειρήσεις μπορούν να συνεχίσουν να απορροφούν μέρος των αυξήσεων ή εάν η άνοδος του λειτουργικού κόστους θα μεταφερθεί σε μεγαλύτερο βαθμό στους καταναλωτές.
Και η εκτίμηση Ραυτόπουλου είναι ότι τα περιθώρια απορρόφησης περιορίζονται.
Το δεύτερο καμπανάκι: «Η κατανάλωση έχει μειωθεί»
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εικόνα που έδωσε για την κατανάλωση.
Ο Ραυτόπουλος υποστήριξε ότι τα νοικοκυριά έχουν ήδη περάσει από δύο διαφορετικά στάδια προσαρμογής στην ακρίβεια.
Στην πρώτη φάση περιόρισαν τις ποσότητες και στράφηκαν από τα επώνυμα προϊόντα στις φθηνότερες λύσεις.
Τώρα, κατά τον ίδιο, αρχίζουν να μειώνουν ακόμη και τις αγορές προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας.
«Η κατανάλωση έχει μειωθεί», είπε.
Και συνέχισε:
«Πέρα από τις ποσότητες που μειώσαμε μετά την ακρίβεια στα επώνυμα προϊόντα, έχουμε περάσει στη δεύτερη φάση, που είναι τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, όπου και εκεί έχει ξεκινήσει η μείωση».
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα κρίσιμο σημείο, καθώς τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας αποτελούν παραδοσιακά την οικονομικότερη εναλλακτική για ένα νοικοκυριό που επιχειρεί να περιορίσει τις δαπάνες του.
Εάν η κατανάλωση υποχωρεί πλέον και σε αυτή την κατηγορία, η εκτίμηση Ραυτόπουλου είναι ότι η πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς έχει περάσει σε βαθύτερο επίπεδο.
Μοσχάρι: Αύξηση έως 10%
Δύσκολη παραμένει, σύμφωνα με τον ίδιο, και η κατάσταση στο κρέας.
Ο Ραυτόπουλος δήλωσε:
«Το μοσχαρίσιο κρέας έχει αυξηθεί από 8,5 μέχρι 10% και έπεται και συνέχεια».
Η ποσοστιαία μεταβολή και η εκτίμηση ότι θα ακολουθήσουν περαιτέρω αυξήσεις αποτελούν στοιχεία και πρόβλεψη που παρέθεσε ο ίδιος στη συνέντευξή του.
Προειδοποίηση και για αρνί – κατσίκι
Ακόμη μεγαλύτερη πίεση βλέπει στο αρνί και το κατσίκι.
«Σοβαρό πρόβλημα υπάρχει επίσης και στην έλλειψη, αλλά θα υπάρχει και μεγάλη αύξηση, στο αρνί και στο κατσίκι», ανέφερε.
Και εδώ ο Ραυτόπουλος συνδέει την εικόνα της αγοράς με τις πιέσεις στην κτηνοτροφική παραγωγή και τη διαθεσιμότητα προϊόντων.
Δεν έδωσε, ωστόσο, συγκεκριμένο ποσοστό για το μέγεθος της πιθανής αύξησης στις δύο αυτές κατηγορίες.
Από την ενεργειακή κρίση στο καλάθι του νοικοκυριού
Η ουσία της παρέμβασης Ραυτόπουλου βρίσκεται πλέον σε έναν διαφορετικό κίνδυνο για την ακρίβεια.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει η βενζίνη, το πετρέλαιο ή η ηλεκτρική ενέργεια στον ίδιο τον καταναλωτή.
Είναι πόσο από αυτή την αύξηση θα περάσει στα προϊόντα που αγοράζει καθημερινά.
Η ενεργειακή επιβάρυνση μπορεί να κινηθεί σε ολόκληρη την αλυσίδα:
από το εργοστάσιο και το αρτοποιείο έως το φορτηγό, την αποθήκη και τελικά το ράφι του σούπερ μάρκετ.
Και σύμφωνα με τον Απόστολο Ραυτόπουλο, τα πρώτα σημάδια είναι ήδη ορατά από την αρχή του Οκτωβρίου.
Το δικό του μήνυμα είναι σαφές:
«Οι αυξήσεις στην ενέργεια θα περάσουν στα τρόφιμα».
Για τα νοικοκυριά, το επόμενο κρίσιμο μέτωπο της ενεργειακής κρίσης μπορεί επομένως να μην βρίσκεται μόνο στον λογαριασμό του ρεύματος ή στην αντλία.
Μπορεί να βρίσκεται στο ψωμί, στη φέτα, στο κρέας και τελικά στο καθημερινό καλάθι.
Πηγή: pagenews.gr
