Γεωπολιτική Ενέργεια

Οι Χούθι χτυπούν στην καρδιά της Σαουδικής Αραβίας: Μέκκα, πετρέλαιο και Ερυθρά Θάλασσα σε συναγερμό

Οι Χούθι χτυπούν στην καρδιά της Σαουδικής Αραβίας: Μέκκα, πετρέλαιο και Ερυθρά Θάλασσα σε συναγερμό
Η επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος σε ηλεκτρική εγκατάσταση της Μεδίνας ανοίγει νέο κεφάλαιο στην κρίση της Μέσης Ανατολής. Το Ριάντ κατηγορεί τους Χούθι, οι οποίοι αρνούνται την εμπλοκή τους, ενώ Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Πακιστάν ενεργοποιούν τη συμφωνία κοινής άμυνας της Μέκκας. Στο επίκεντρο βρίσκονται ο πετρελαϊκός διάδρομος προς την Ερυθρά Θάλασσα, τα στρατηγικά στενά Μπαμπ ελ Μαντέμπ και η ευρωπαϊκή ναυτική αποστολή «Ασπίδες».

Η σύγκρουση στην Υεμένη αποκτά πλέον διαστάσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ τα σύνορα της χώρας, δημιουργώντας νέους κινδύνους για τη Σαουδική Αραβία, την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια και τις σημαντικότερες θαλάσσιες εμπορικές διαδρομές.

Η επίθεση της 29ης Σεπτεμβρίου σε εγκατάσταση διανομής ηλεκτρικής ενέργειας στη Μεδίνα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κλιμάκωσης.

Σύμφωνα με τον σαουδαραβικό συνασπισμό, ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος έπληξε τον υποσταθμό Taibah στις 05:11 το πρωί, θέτοντας εκτός λειτουργίας έναν μετασχηματιστή, χωρίς να προκαλέσει γενικευμένη διακοπή ηλεκτροδότησης.

Δύο ημέρες αργότερα, ο συνασπισμός ανακοίνωσε ότι η εξέταση των συντριμμιών και τα αποτελέσματα της έρευνας επιβεβαίωσαν, κατά την εκτίμησή του, την ευθύνη των Χούθι.

Η οργάνωση αρνήθηκε κατηγορηματικά την κατηγορία, υποστηρίζοντας ότι το Ριάντ κατασκευάζει το περιστατικό.

Παρά την περιορισμένη υλική ζημιά, το επεισόδιο αναδεικνύει ένα πολύ μεγαλύτερο στρατηγικό πρόβλημα: την αυξανόμενη ευπάθεια των σαουδαραβικών υποδομών σε επιθέσεις μεγάλης απόστασης.

Γιατί η Μεδίνα αλλάζει τη γεωπολιτική εξίσωση

Η επιλογή της Μεδίνας προσδίδει στην επίθεση μια ιδιαίτερη πολιτική και θρησκευτική διάσταση.

Η πόλη αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ιερούς τόπους του Ισλάμ και φιλοξενεί το Τέμενος του Προφήτη Μωάμεθ.

Σύμφωνα με τις σαουδαραβικές αρχές, η εγκατάσταση που επλήγη τροφοδοτεί με ηλεκτρική ενέργεια και το συγκεκριμένο τέμενος.

Δεν αναφέρθηκε πλήγμα στο ίδιο το θρησκευτικό μνημείο.

Ωστόσο, η πιθανότητα διατάραξης υποδομών που εξυπηρετούν έναν τόσο σημαντικό θρησκευτικό χώρο αυξάνει κατακόρυφα την πολιτική ευαισθησία του περιστατικού.

Η ασφάλεια της Μέκκας και της Μεδίνας δεν αποτελεί αποκλειστικά σαουδαραβική υπόθεση.

Αφορά εκατομμύρια μουσουλμάνους και κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, γεγονός που εξηγεί τις αντιδράσεις από χώρες του Κόλπου, την Ιορδανία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Τουρκία και το Πακιστάν.

Για τους Χούθι, η απόδοση ευθύνης για επίθεση κοντά σε έναν τέτοιο χώρο συνεπάγεται σημαντικό πολιτικό και επικοινωνιακό κόστος.

Αυτό αποτελεί μια πιθανή εξήγηση για την έντονη διάψευση της οργάνωσης, χωρίς να αποδεικνύει από μόνο του ποιος πραγματοποίησε την επίθεση.

Από τον εμφύλιο της Υεμένης σε μια περιφερειακή σύγκρουση

Για πολλά χρόνια, οι Χούθι αντιμετωπίζονταν κυρίως ως μία από τις βασικές πλευρές του εμφυλίου πολέμου στην Υεμένη.

Η στρατιωτική τους δραστηριότητα, όμως, έχει επεκταθεί πέρα από τις εσωτερικές γραμμές αντιπαράθεσης.

Οι επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα, οι απειλές εναντίον λιμενικών εγκαταστάσεων και τα πλήγματα σε σαουδαραβικές υποδομές έχουν μετατρέψει την οργάνωση σε σημαντικό παράγοντα περιφερειακής ασφάλειας.

Η εκεχειρία που διαμορφώθηκε το 2022 είχε περιορίσει για ένα διάστημα τις επιθέσεις σε σαουδαραβικό έδαφος.

Ωστόσο, η νέα κλιμάκωση του 2026 έχει ανατρέψει αυτή τη σχετική ισορροπία.

Η εξέλιξη συνδέεται με τον ευρύτερο πόλεμο στην περιοχή και την αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν.

Οι Χούθι διατηρούν σχέσεις με την Τεχεράνη, ενώ η δράση τους στην Ερυθρά Θάλασσα επηρεάζει άμεσα τις ενεργειακές και εμπορικές διαδρομές που ενδιαφέρουν τις δυτικές οικονομίες.

Ο πετρελαϊκός διάδρομος που κρατά ανοιχτές τις σαουδαραβικές εξαγωγές

Στο επίκεντρο της νέας κρίσης βρίσκεται ο αγωγός East–West της Σαουδικής Αραβίας.

Πρόκειται για στρατηγική υποδομή που μεταφέρει πετρέλαιο από την ανατολική πλευρά της χώρας προς το λιμάνι Γιανμπού, στην Ερυθρά Θάλασσα.

Η σημασία του έχει αυξηθεί δραματικά λόγω των προβλημάτων στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ.

Όταν η πρόσβαση στον Περσικό Κόλπο περιορίζεται, η δυνατότητα εξαγωγών μέσω της Ερυθράς Θάλασσας αποκτά ιδιαίτερη αξία για το Ριάντ.

Σύμφωνα με το δημοσιογραφικό υλικό για τις πρόσφατες επιθέσεις, ο αγωγός επλήγη στις 10 Σεπτεμβρίου σε περιοχές του Ριάντ και της Μεδίνας.

Οι σαουδαραβικές αρχές απέδωσαν εκείνα τα πλήγματα σε μη επανδρωμένα αεροσκάφη που προήλθαν από το Ιράκ.

Οι επιθέσεις προκάλεσαν διακοπή των ροών για αρκετές ημέρες, σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ιδιαίτερα ανησυχητική για την ενεργειακή ασφάλεια: ακόμη και όταν υπάρχει εναλλακτική διαδρομή εξαγωγών, αυτή μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με διαφορετικές απειλές.

Το στρατηγικό πρόβλημα του Ριάντ: Δύο μέτωπα, ένας ενεργειακός διάδρομος

Η Σαουδική Αραβία αντιμετωπίζει πλέον κινδύνους σε διαφορετικά γεωγραφικά σημεία.

Από τη μία πλευρά, οι εγκαταστάσεις μεταφοράς πετρελαίου και οι ενεργειακές υποδομές μπορούν να αποτελέσουν στόχους επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Από την άλλη, η θαλάσσια έξοδος της Ερυθράς Θάλασσας προς τον Ινδικό Ωκεανό βρίσκεται κοντά σε περιοχές όπου οι Χούθι διαθέτουν στρατιωτική παρουσία και δυνατότητες προσβολής στόχων.

Το αποτέλεσμα είναι μια σύνθετη πρόκληση προστασίας.

Το Ριάντ πρέπει να διασφαλίζει όχι μόνο τα μεγάλα πετρελαϊκά συγκροτήματα, αλλά και αγωγούς, σταθμούς άντλησης, ηλεκτρικούς υποσταθμούς και γραμμές μεταφοράς ενέργειας.

Πρόκειται για υποδομές που εκτείνονται σε τεράστιες αποστάσεις.

Η ανάπτυξη ολοκληρωμένης αντιαεροπορικής προστασίας σε κάθε κρίσιμο σημείο είναι ιδιαίτερα απαιτητική.

Τα σχετικά φθηνά μη επανδρωμένα αεροσκάφη δημιουργούν μια ασυμμετρία κόστους: ο επιτιθέμενος χρειάζεται να εντοπίσει ένα ευάλωτο σημείο, ενώ ο αμυνόμενος πρέπει να προστατεύει ολόκληρο το δίκτυο.

Μπαμπ ελ Μαντέμπ: Το στενό που μπορεί να επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία

Τα Στενά Μπαμπ ελ Μαντέμπ αποτελούν το νότιο πέρασμα της Ερυθράς Θάλασσας.

Συνδέουν τον Κόλπο του Άντεν με τη διαδρομή προς τη Διώρυγα του Σουέζ και τη Μεσόγειο.

Η σημασία τους για το διεθνές εμπόριο είναι καθοριστική, καθώς αποτελούν μέρος της συντομότερης θαλάσσιας σύνδεσης ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία.

Οι πρόσφατες στρατιωτικές εξελίξεις σε παράκτιες περιοχές της Υεμένης και σε στρατηγικά νησιά έχουν αυξήσει την ανησυχία για τη δυνατότητα των Χούθι να απειλούν τη ναυσιπλοΐα.

Ακόμη και χωρίς πλήρη αποκλεισμό, η ύπαρξη κινδύνου επιθέσεων αρκεί για να αυξήσει τα ασφάλιστρα, το κόστος προστασίας και τη διάρκεια μεταφοράς των εμπορευμάτων.

Εάν περισσότερα πλοία αναγκαστούν να παρακάμπτουν την Αφρική μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, οι αποστάσεις μεγαλώνουν και το κόστος μεταφοράς επιβαρύνει τις εφοδιαστικές αλυσίδες.

Για την ευρωπαϊκή οικονομία, η ασφάλεια της συγκεκριμένης διαδρομής αποτελεί επομένως ζήτημα άμεσου οικονομικού ενδιαφέροντος.

Τουρκία, Πακιστάν και Σαουδική Αραβία ενεργοποιούν τη συμφωνία της Μέκκας

Η νέα κλιμάκωση οδήγησε σε σημαντική περιφερειακή στρατιωτική κινητοποίηση.

Στις 5 Οκτωβρίου, εκπρόσωποι της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και του Πακιστάν συναντήθηκαν στο Ριάντ και συμφώνησαν να ενεργοποιήσουν τις προβλέψεις συλλογικής αποτροπής της συμφωνίας κοινής άμυνας της Μέκκας.

Η συμφωνία είχε υπογραφεί στις 7 Αυγούστου 2026.

Προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων.

Η διατύπωση παραπέμπει στη λογική της συλλογικής άμυνας, αν και η συγκεκριμένη συμφωνία αποτελεί ξεχωριστό περιφερειακό μηχανισμό.

Η ενεργοποίησή της συνδέθηκε με την ανάγκη προστασίας της σαουδαραβικής επικράτειας και κρίσιμων υποδομών.

Σύμφωνα με τις κοινές ανακοινώσεις, οι τρεις χώρες αποφάσισαν να προχωρήσουν στην πρακτική εφαρμογή των δεσμεύσεών τους και στην ταχεία διάθεση των συμφωνημένων στρατιωτικών δυνατοτήτων.

Ωστόσο, η ακριβής μορφή και η έκταση της συμμετοχής κάθε χώρας υπόκεινται στις εθνικές διαδικασίες και αποφάσεις.

Η Τουρκία αποκτά νέο ρόλο στην Ερυθρά Θάλασσα

Η συμμετοχή της Άγκυρας στη συμφωνία δημιουργεί μια νέα παράμετρο στο περιφερειακό σύστημα ασφάλειας.

Η Τουρκία, ως μέλος του ΝΑΤΟ, συμμετέχει πλέον σε έναν ξεχωριστό μηχανισμό αμυντικής συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το ΝΑΤΟ εμπλέκεται θεσμικά στη συγκεκριμένη συμφωνία.

Σημαίνει, όμως, ότι ένα κράτος-μέλος της Συμμαχίας ενισχύει τον αμυντικό του ρόλο σε μια περιοχή που συνδέει τον Περσικό Κόλπο, την Ερυθρά Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο.

Η Άγκυρα αποκτά έτσι πρόσθετο πεδίο διπλωματικής και στρατιωτικής συνεργασίας με τις χώρες του Κόλπου.

Η πρακτική σημασία αυτής της συμμετοχής θα εξαρτηθεί από τις δυνατότητες που θα διαθέσει και από το εάν ο ρόλος της θα παραμείνει υποστηρικτικός ή θα διευρυνθεί.

Πακιστάν: Ανάμεσα στην αποτροπή και τη διπλωματία με το Ιράν

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση του Πακιστάν.

Το Ισλαμαμπάν έχει καταδικάσει τις επιθέσεις κατά σαουδαραβικών υποδομών και έχει δηλώσει τη δέσμευσή του στην προστασία των ιερών πόλεων.

Ταυτόχρονα, διατηρεί διπλωματικούς διαύλους με την Τεχεράνη.

Αυτό δημιουργεί μια σύνθετη ισορροπία.

Από τη μία πλευρά, το Πακιστάν συμμετέχει σε έναν μηχανισμό συλλογικής άμυνας που αποσκοπεί στην προστασία της Σαουδικής Αραβίας.

Από την άλλη, επιδιώκει να μη διακόψει τις δυνατότητες επικοινωνίας με το Ιράν.

Η πακιστανική πλευρά έχει παρουσιάσει τον ρόλο της ως αμυντικό και υποστηρικτικό, με έμφαση σε δυνατότητες όπως η αναγνώριση και η επιτήρηση.

Η συμμετοχή της, πάντως, δημιουργεί ερωτήματα για το πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί η εμπλοκή της εάν η σύγκρουση διευρυνθεί.

Το Ιράν και η στρατηγική πίεσης μέσω των Χούθι

Οι Χούθι αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους περιφερειακούς συμμάχους της Τεχεράνης.

Η στρατιωτική τους παρουσία στην Υεμένη προσφέρει στο Ιράν έναν έμμεσο τρόπο άσκησης πίεσης σε κρίσιμες θαλάσσιες διαδρομές και σε χώρες που συνεργάζονται στενά με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η σύνδεση της κρίσης της Υεμένης με τον ευρύτερο πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν είναι επομένως σημαντική.

Ωστόσο, η ύπαρξη σχέσεων μεταξύ Τεχεράνης και Χούθι δεν σημαίνει ότι κάθε επιχειρησιακή απόφαση της οργάνωσης λαμβάνεται κατόπιν άμεσης ιρανικής εντολής.

Η οργάνωση διαθέτει δικές της πολιτικές επιδιώξεις, στρατιωτική διοίκηση και εσωτερικά συμφέροντα στην Υεμένη.

Η στρατηγική σημασία της έγκειται στη δυνατότητά της να ασκεί πίεση σε πολλαπλά επίπεδα: στις χερσαίες συγκρούσεις, στη ναυσιπλοΐα και στις υποδομές γειτονικών κρατών.

Η Ευρώπη ενισχύει την αποστολή «Ασπίδες»

Η κλιμάκωση στην Ερυθρά Θάλασσα έχει προκαλέσει αυξανόμενη ανησυχία στις Βρυξέλλες.

Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, έχει ζητήσει από τα κράτη-μέλη να ενισχύσουν την ευρωπαϊκή ναυτική αποστολή «Ασπίδες» με περισσότερα πλοία και αεροπορικά μέσα.

Η αποστολή έχει αμυντικό χαρακτήρα και αποσκοπεί στην προστασία της εμπορικής ναυτιλίας από επιθέσεις στην ευρύτερη περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας.

Η ανάγκη ενίσχυσης συνδέεται με την αυξημένη ζήτηση για συνοδεία εμπορικών πλοίων και με τους περιορισμένους διαθέσιμους πόρους.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επίσης καταδικάσει επισήμως τις επιθέσεις των Χούθι κατά σαουδαραβικών πολιτικών και οικονομικών υποδομών.

Σε ανακοίνωσή της στις 8 Σεπτεμβρίου, υπογράμμισε ότι τέτοιες επιθέσεις παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και υπονομεύουν τις προσπάθειες ειρηνικής επίλυσης της σύγκρουσης στην Υεμένη.

Η ευρωπαϊκή αντίδραση δείχνει ότι η κρίση αντιμετωπίζεται πλέον ως πρόβλημα ασφάλειας με άμεσες επιπτώσεις στις οικονομίες των κρατών-μελών.

Η ελληνική ναυτιλία στο επίκεντρο των κινδύνων

Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις στην Ερυθρά Θάλασσα έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα.

Η ελληνόκτητη εμπορική ναυτιλία διατηρεί σημαντική παρουσία στις διεθνείς μεταφορές πετρελαίου, φυσικού αερίου και εμπορευμάτων.

Η αύξηση της απειλής κατά πλοίων επηρεάζει τις αποφάσεις των ναυτιλιακών εταιρειών, τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου και τις επιλογές δρομολόγησης.

Η παράκαμψη της Ερυθράς Θάλασσας μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερους χρόνους ταξιδιού και υψηλότερο λειτουργικό κόστος.

Παράλληλα, η Ελλάδα έχει άμεσο ενδιαφέρον για την ευρωπαϊκή αποστολή «Ασπίδες», η επιχειρησιακή διοίκηση της οποίας συνδέεται με τη χώρα.

Η προστασία της ναυσιπλοΐας αποτελεί επομένως ζήτημα τόσο οικονομικής όσο και εξωτερικής πολιτικής.

Η ελληνική πλευρά καλείται να παρακολουθεί τις εξελίξεις με γνώμονα την ασφάλεια των πληρωμάτων, την ελευθερία των θαλάσσιων μεταφορών και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή της στις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες.

Οι δύο θαλάσσιες πύλες της παγκόσμιας ενεργειακής ασφάλειας

Η κρίση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή συνδέει δύο στρατηγικά περάσματα.

Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν βασική έξοδο των ενεργειακών εξαγωγών του Περσικού Κόλπου.

Τα Στενά Μπαμπ ελ Μαντέμπ ελέγχουν την πρόσβαση από τον Ινδικό Ωκεανό προς την Ερυθρά Θάλασσα και τη Διώρυγα του Σουέζ.

Όταν και οι δύο διαδρομές αντιμετωπίζουν σοβαρούς κινδύνους, οι εναλλακτικές δυνατότητες μεταφοράς ενέργειας περιορίζονται.

Ο σαουδαραβικός αγωγός East–West αποκτά ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή προσφέρει διέξοδο προς την Ερυθρά Θάλασσα.

Αν όμως οι χερσαίες υποδομές ή η θαλάσσια έξοδος απειλούνται, η αποτελεσματικότητα της εναλλακτικής διαδρομής μειώνεται.

Αυτός είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου μια περιφερειακή στρατιωτική κρίση μπορεί να επηρεάσει τις διεθνείς τιμές ενέργειας και το κόστος του παγκόσμιου εμπορίου.

Τρεις συγκρούσεις συγκλίνουν σε έναν στρατηγικό διάδρομο

Η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο μέσα από τον εμφύλιο της Υεμένης.

Στην ίδια γεωγραφική περιοχή συναντώνται τρεις διαφορετικές συγκρούσεις.

Η πρώτη είναι ο εσωτερικός πόλεμος στην Υεμένη και η αντιπαράθεση των Χούθι με τις δυνάμεις της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης.

Η δεύτερη είναι η σύγκρουση ασφαλείας ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία και την οργάνωση, η οποία πλέον περιλαμβάνει απειλές εναντίον πολιτικών και ενεργειακών υποδομών.

Η τρίτη είναι η ευρύτερη αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, η οποία επηρεάζει τους περιφερειακούς συσχετισμούς και τις ενεργειακές διαδρομές.

Η αλληλεπίδραση αυτών των συγκρούσεων δυσκολεύει κάθε προσπάθεια αποκλιμάκωσης.

Μια συμφωνία στο εσωτερικό της Υεμένης δεν θα αρκούσε απαραίτητα για να αντιμετωπίσει όλες τις περιφερειακές εντάσεις.

Αντίστοιχα, μια διπλωματική προσέγγιση ΗΠΑ–Ιράν θα μπορούσε να επηρεάσει το γενικό περιβάλλον ασφαλείας, χωρίς να επιλύσει αυτομάτως τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις της Υεμένης.

Η επόμενη ημέρα: Τι θα κρίνει την κλιμάκωση

Οι επόμενες εβδομάδες θα δείξουν εάν η νέα κινητοποίηση της Σαουδικής Αραβίας και των συμμάχων της θα λειτουργήσει αποτρεπτικά ή εάν η σύγκρουση θα αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη έκταση.

Τρία ζητήματα έχουν ιδιαίτερη σημασία.

Πρώτον, εάν θα συνεχιστούν οι επιθέσεις σε ενεργειακές και πολιτικές υποδομές της δυτικής Σαουδικής Αραβίας.

Δεύτερον, εάν η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αποστολής «Ασπίδες» θα μεταφραστεί σε περισσότερες διαθέσιμες δυνατότητες προστασίας της εμπορικής ναυτιλίας.

Τρίτον, εάν οι διπλωματικές προσπάθειες με τη συμμετοχή περιφερειακών δυνάμεων, όπως το Πακιστάν και η Τουρκία, θα συμβάλουν στον περιορισμό της έντασης.

Το πλήγμα στη Μεδίνα προκάλεσε περιορισμένη υλική ζημιά, αλλά ανέδειξε μια πολύ ευρύτερη στρατηγική πραγματικότητα: η ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας, η ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα και η σταθερότητα των ενεργειακών αγορών συνδέονται πλέον στενά με τις εξελίξεις στην Υεμένη.

Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, η κρίση δεν αποτελεί μακρινό περιφερειακό επεισόδιο.

Αφορά την ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών, την ενεργειακή επάρκεια και την οικονομική σταθερότητα σε μια περίοδο αυξημένων διεθνών γεωπολιτικών κινδύνων.

Πηγή: Pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο