Οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία στη δυτική Μαύρη Θάλασσα μεταφέρουν τον κίνδυνο του πολέμου Ρωσίας–Ουκρανίας κοντά στις ακτές κρατών του ΝΑΤΟ. Οι βυθίσεις, οι αγνοούμενοι ναυτικοί και η αβεβαιότητα για την ασφάλεια των θαλάσσιων διαδρομών δημιουργούν ένα σύνθετο πρόβλημα: πώς προστατεύεται η εμπορική ναυτιλία χωρίς να προκληθεί ανεξέλεγκτη στρατιωτική κλιμάκωση;
Η πρόκληση υπερβαίνει την παρουσία πολεμικών πλοίων. Συνδέεται με τη γεωγραφία, το διεθνές δίκαιο, τη Σύμβαση του Μοντρέ και τη δυσκολία ταχείας απόδοσης ευθύνης για επιθέσεις με εναέρια και θαλάσσια μη επανδρωμένα μέσα.
Αυτή η σύμπτωση περιορισμών καθιστά τη Μαύρη Θάλασσα μία από τις δυσκολότερες περιοχές για τη νατοϊκή αποτροπή.
Οι βυθίσεις που αλλάζουν την εικόνα ασφαλείας
Στις 5 Οκτωβρίου, το εμπορικό πλοίο Royad Mammadov, που μετέφερε φορτίο από την Ουκρανία προς την Ιταλία, τυλίχθηκε στις φλόγες και βυθίστηκε στη ρουμανική ΑΟΖ. Αναφέρθηκαν δύο νεκροί. Το Κίεβο απέδωσε το περιστατικό σε ρωσική επίθεση, χωρίς να έχει υπάρξει αντίστοιχη οριστική επιβεβαίωση της αιτίας από τις ρουμανικές αρχές.
Την επομένη, το υπό σημαία Τόγκο Alfa Watan βυθίστηκε έπειτα από επίθεση στη βουλγαρική ΑΟΖ, με δέκα μέλη του πληρώματος να αναφέρονται ως αγνοούμενα.
Νέα κλιμάκωση καταγράφηκε τη νύχτα της 12ης προς 13η Οκτωβρίου, όταν επλήγησαν δύο ακόμη φορτηγά πλοία ανοικτά της Βουλγαρίας. Το HS Dignity, υπό σημαία Γουινέας-Μπισάου, βυθίστηκε κοντά στο Κράπετς, με έντεκα ναυτικούς να αναφέρονται ως αγνοούμενοι στις σχετικές ενημερώσεις.
Οι επιθέσεις αυτές ανέδειξαν την ευπάθεια πλοίων που κινούνται στις διαδρομές της δυτικής Μαύρης Θάλασσας, παρά την εγγύτητά τους στις ακτές συμμάχων.
Ο πόλεμος ακολουθεί τις εξαγωγικές διαδρομές
Η γεωγραφία των περιστατικών συνδέεται με τις ανάγκες του ουκρανικού εμπορίου.
Τα ρωσικά πλήγματα στις λιμενικές υποδομές της Ουκρανίας έχουν αυξήσει τη σημασία των λιμανιών του Δούναβη και των θαλάσσιων διαδρομών κοντά στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία. Από αυτές μεταφέρονται σιτηρά, ηλιέλαιο και άλλα προϊόντα.
Η εγγύτητα προς κράτη του ΝΑΤΟ προσέφερε ένα στοιχείο αποτροπής. Οι πρόσφατες επιθέσεις δείχνουν ότι η γεωγραφική αυτή ασφάλεια έχει όρια, ιδιαίτερα όταν τα πλοία βρίσκονται έξω από τα χωρικά ύδατα.
Παράλληλα, η Ουκρανία διεξάγει επιχειρήσεις κατά ρωσικών θαλάσσιων στόχων και υποδομών. Η αντιπαράθεση για τις εξαγωγικές ροές έχει εξελιχθεί σε σημαντικό τμήμα του πολέμου, με άμεσες συνέπειες για την πολιτική ναυτιλία.
Η απόδοση ευθύνης παραμένει κρίσιμη σε κάθε περιστατικό. Η βουλγαρική πλευρά έχει διατυπώσει υποψίες για τη Ρωσία, αναγνωρίζοντας όμως την απουσία οριστικών αποδεικτικών στοιχείων, ενώ η Μόσχα αρνείται την ευθύνη.
ΑΟΖ και χωρικά ύδατα: Η κρίσιμη διάκριση
Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη δεν ταυτίζεται με τα χωρικά ύδατα.
Στην αιγιαλίτιδα ζώνη το παράκτιο κράτος ασκεί κυριαρχία. Το διεθνές δίκαιο επιτρέπει τον καθορισμό της έως τα 12 ναυτικά μίλια, με μέτρηση από τις προβλεπόμενες γραμμές βάσης.
Στην ΑΟΖ, το κράτος διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα για τους φυσικούς πόρους και συγκεκριμένες αρμοδιότητες, μεταξύ άλλων για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Διατηρούνται, παράλληλα, οι ελευθερίες ναυσιπλοΐας και υπέρπτησης των άλλων κρατών.
Επομένως, ένα πλήγμα σε πλοίο τρίτης χώρας μέσα στη βουλγαρική ή στη ρουμανική ΑΟΖ δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με ένοπλη επίθεση κατά της Βουλγαρίας ή της Ρουμανίας.
Αυτό περιπλέκει την πολιτική και στρατιωτική αντίδραση, χωρίς να καθιστά τις επιθέσεις νόμιμες ή να αποκλείει την ανάληψη μέτρων προστασίας.
Γιατί το άρθρο 5 δεν λειτουργεί ως αυτόματος διακόπτης
Η εφαρμογή της συλλογικής άμυνας εξαρτάται από τη φύση, τον στόχο, τη θέση και τις περιστάσεις μιας επίθεσης, καθώς και από τη συμμαχική αξιολόγηση.
Τα άρθρα 5 και 6 της Βορειοατλαντικής Συνθήκης θέτουν το πλαίσιο της συλλογικής άμυνας και του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής της. Η απλή παρουσία ενός εμπορικού πλοίου στην ΑΟΖ συμμάχου δεν αρκεί για να θεμελιώσει αυτομάτως ενεργοποίηση του άρθρου 5.
Το επιχειρησιακό πρόβλημα βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την απόσταση ανάμεσα στη σοβαρότητα της απειλής και στην απουσία ενός αυτονόητου μηχανισμού συλλογικής στρατιωτικής απάντησης.
Η Συμμαχία διαθέτει επιλογές διαβουλεύσεων, επιτήρησης και ενίσχυσης της άμυνας. Η δυσκολία είναι να τις μετατρέψει σε αποτελεσματική προστασία, με σαφή εικόνα της απειλής και ελεγχόμενο κίνδυνο κλιμάκωσης.
Το Μοντρέ περιορίζει τις ναυτικές επιλογές
Στη Μαύρη Θάλασσα, η ενίσχυση της συμμαχικής παρουσίας αντιμετωπίζει πρόσθετους περιορισμούς.
Η Σύμβαση του Μοντρέ του 1936 ρυθμίζει τη διέλευση πολεμικών πλοίων από τα τουρκικά Στενά και προβλέπει περιορισμούς για τα μη παρευξείνια κράτη, μεταξύ άλλων ως προς τη χωρητικότητα και τη διάρκεια παραμονής.
Τα πολεμικά πλοία αυτών των κρατών δεν μπορούν να παραμένουν στη Μαύρη Θάλασσα περισσότερο από 21 ημέρες. Από το 2022, η Τουρκία εφαρμόζει επίσης τις πολεμικές προβλέψεις της Σύμβασης για τη διέλευση πλοίων των εμπολέμων.
Το καθεστώς αυτό έχει περιορίσει και τη δυνατότητα ρωσικών ναυτικών ενισχύσεων μέσω των Στενών. Ταυτόχρονα, σημαίνει ότι η δημιουργία μόνιμης ναυτικής παρουσίας από συμμάχους εκτός της περιοχής δεν αποτελεί απλή επιλογή.
Τουρκία, Ρουμανία και Βουλγαρία στο πρώτο πλάνο
Το κύριο βάρος πέφτει στους τρεις παρευξείνιους συμμάχους: Τουρκία, Ρουμανία και Βουλγαρία.
Η συνεργασία τους για την αντιμετώπιση των θαλάσσιων ναρκών προσφέρει ένα προηγούμενο περιφερειακού συντονισμού. Οι σκόπιμες επιθέσεις με drones, όμως, απαιτούν διαφορετικές δυνατότητες: συνεχή επιτήρηση, γρήγορη ανταλλαγή δεδομένων, έγκαιρο εντοπισμό και ικανότητα αντίδρασης.
Η Τουρκία έχει καθοριστικό ρόλο λόγω της ναυτικής ισχύος της και του ελέγχου των Στενών. Παράλληλα, επιδιώκει να διατηρεί επικοινωνία τόσο με τη Μόσχα όσο και με το Κίεβο.
Η μορφή ενός περιφερειακού μηχανισμού προστασίας της ναυτιλίας θα πρέπει επομένως να συνδυάζει επιχειρησιακή χρησιμότητα και πολιτική συμφωνία μεταξύ των τριών χωρών.
Πού μπορεί να συμβάλει η Ευρωπαϊκή Ένωση
Μια άμεση ευρωπαϊκή συνεισφορά μπορεί να επικεντρωθεί στις δυνατότητες που αναπτύσσονται μέσα στην περιοχή: παράκτια ραντάρ, αισθητήρες, μη επανδρωμένα συστήματα επιτήρησης, επικοινωνίες και χρηματοδότηση εξοπλισμού.
Τέτοια μέσα μπορούν να βελτιώσουν την εικόνα της θαλάσσιας κυκλοφορίας και την έγκαιρη προειδοποίηση, χωρίς να προϋποθέτουν τη διέλευση πρόσθετων πολεμικών πλοίων από τα Στενά.
Αποτελούν, συνεπώς, πρακτικό πεδίο συνεργασίας ΕΕ και ΝΑΤΟ, με επίκεντρο τις ανάγκες των παράκτιων κρατών και την προστασία των πολιτικών πληρωμάτων.
Η δυτική Μαύρη Θάλασσα εξελίσσεται σε δοκιμασία της ικανότητας των συμμάχων να αντιμετωπίζουν απειλές που προκαλούν σοβαρή ζημιά, διατηρώντας ασαφή τα όρια της κλιμάκωσης. Η αποτροπή θα κριθεί στην έγκαιρη προειδοποίηση, στον συντονισμό και στην πραγματική ασφάλεια των θαλάσσιων διαδρομών — εκεί όπου σήμερα εκτίθενται πλοία και ναυτικοί.
Πηγή: Pagenews.gr
