Γεωπολιτικά

Ιράν: Τι φοβάται ο Τραμπ και στέλνει τον Βανς στον Ρεζαεΐ; Η επιστολή πριν από το επόμενο χτύπημα

Ιράν: Τι φοβάται ο Τραμπ και στέλνει τον Βανς στον Ρεζαεΐ; Η επιστολή πριν από το επόμενο χτύπημα
Μυστική διπλωματία με το βλέμμα σε μια νέα αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση: Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς απευθύνεται στον σκληροπυρηνικό Μοχσέν Ρεζαεΐ, θέτοντας ως προϋπόθεση για τις συνομιλίες το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Γιατί η Ουάσινγκτον επιλέγει έναν βετεράνο των Φρουρών της Επανάστασης, τι σηματοδοτεί η χρονική συγκυρία πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές και ποιο είναι το πραγματικό διακύβευμα για τον Περσικό Κόλπο.

Η Ουάσινγκτον ανοίγει ένα νέο διπλωματικό κανάλι με την Τεχεράνη, την ώρα που η απειλή μιας ακόμη στρατιωτικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή παραμένει ενεργή. Η πρωτοβουλία του αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, να αποστείλει επιστολή στον Μοχσέν Ρεζαεΐ, επικεφαλής του ιρανικού μηχανισμού εθνικής ασφάλειας, συνιστά μία από τις σημαντικότερες υψηλού επιπέδου αμερικανικές προσεγγίσεις προς το Ιράν τους τελευταίους μήνες.

Το περιεχόμενο της επιστολής αποκαλύπτει, σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο που επικαλείται το Axios, το βασικό όριο που θέτει η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ.

«Οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις απαιτούν συζητήσεις για το πυρηνικό ζήτημα».

Η διατύπωση είναι κρίσιμη. Η αμερικανική πλευρά δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να περιορίσει μια ενδεχόμενη συμφωνία αποκλειστικά στην αποκλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων ή στην αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο.

Αντίθετα, επιδιώκει να επαναφέρει στο κέντρο των συνομιλιών το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, το οποίο παραμένει μία από τις βασικές αιτίες της αντιπαράθεσης.

Το μήνυμα της Ουάσινγκτον είναι διπλό: υπάρχει ακόμη περιθώριο διπλωματίας, αλλά η απειλή νέας στρατιωτικής δράσης δεν έχει αποσυρθεί.

Γιατί ο Βανς απευθύνεται στον Ρεζαεΐ και όχι στους παραδοσιακούς διαπραγματευτές;

Η επιλογή του Μοχσέν Ρεζαεΐ αποτελεί ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της αμερικανικής πρωτοβουλίας.

Ο 71χρονος Ιρανός αξιωματούχος δεν προέρχεται από τη συμβατική διπλωματική σχολή της Τεχεράνης.

Υπήρξε επί σειρά ετών επικεφαλής του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, ενός από τους ισχυρότερους στρατιωτικούς και πολιτικούς θεσμούς του ιρανικού συστήματος.

Η διαδρομή του τού προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στους κύκλους εθνικής ασφάλειας.

Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, η προσέγγισή του από τον Βανς ενδέχεται να παρακάμπτει άλλους Ιρανούς αξιωματούχους που είχαν αναλάβει προηγούμενες διπλωματικές επαφές.

Αυτή η επιλογή επιδέχεται δύο γεωπολιτικές αναγνώσεις.

Η πρώτη είναι ότι η Ουάσινγκτον επιδιώκει να επικοινωνήσει με πρόσωπα που διαθέτουν πραγματική επιρροή στις αποφάσεις ασφάλειας και άμυνας.

Η δεύτερη είναι ότι η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί πως οι προηγούμενοι δίαυλοι δεν επαρκούν για να εξασφαλίσουν μια συμφωνία με ουσιαστικές εγγυήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή ενός βετεράνου των Φρουρών της Επανάστασης υποδηλώνει ότι η διαπραγμάτευση δεν αφορά μόνο διπλωματικές διατυπώσεις.

Αφορά τις στρατηγικές αποφάσεις της ίδιας της ιρανικής ηγεσίας.

Το πυρηνικό πρόγραμμα ως κόκκινη γραμμή της Ουάσινγκτον

Η επιστολή του Βανς θέτει το πυρηνικό ζήτημα ως αναπόσπαστο μέρος οποιασδήποτε νέας διαπραγμάτευσης.

Η αμερικανική κυβέρνηση επιδιώκει παραχωρήσεις από την Τεχεράνη προτού δεσμευθεί σε μια διαδικασία ουσιαστικής αποκλιμάκωσης.

Το Ιράν, από την πλευρά του, ζητά οικονομική ανακούφιση και εγγυήσεις ότι οι συνομιλίες δεν θα πραγματοποιηθούν υπό τη διαρκή απειλή στρατιωτικής επίθεσης.

Η διαφωνία αυτή δημιουργεί ένα κλασικό διπλωματικό αδιέξοδο: κάθε πλευρά ζητά από την άλλη να πραγματοποιήσει πρώτη μια κίνηση εμπιστοσύνης.

Για την Ουάσινγκτον, το πυρηνικό πρόγραμμα συνδέεται με την ασφάλεια του Ισραήλ, την περιφερειακή ισορροπία και τον κίνδυνο διάδοσης πυρηνικών όπλων.

Για την Τεχεράνη, αποτελεί ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και διαπραγματευτικής ισχύος.

Το ζητούμενο δεν είναι απαραίτητα μια άμεση, ολοκληρωμένη συμφωνία.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες της Wall Street Journal, η τρέχουσα πρωτοβουλία αποσκοπεί πρωτίστως στη διαμόρφωση ενός πλαισίου που θα μπορούσε να επιτρέψει την επανέναρξη ουσιαστικών συνομιλιών.

Η διαφορά είναι σημαντική: η δημιουργία ενός διαπραγματευτικού μηχανισμού δεν συνεπάγεται ούτε συμφωνία ούτε αναστολή των στρατιωτικών σχεδιασμών.

Το προηγούμενο ναυάγιο και το αγκάθι του Ορμούζ

Οι προηγούμενες προσπάθειες προσέγγισης ΗΠΑ και Ιράν δεν απέδωσαν.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ένα μνημόνιο κατανόησης που είχε διαμορφωθεί τον Ιούνιο κατέρρευσε εξαιτίας διαφωνιών για την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.

Το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα έχει εξαιρετική σημασία για το διεθνές ενεργειακό σύστημα.

Αποτελεί μία από τις σημαντικότερες διαδρομές μεταφοράς πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου από τις χώρες του Κόλπου προς τις διεθνείς αγορές.

Οποιαδήποτε παρατεταμένη διαταραχή στη ναυσιπλοΐα μπορεί να επηρεάσει το κόστος μεταφοράς, τις ασφαλιστικές καλύψεις των πλοίων και τις τιμές ενέργειας.

Για την Τεχεράνη, η γεωγραφική θέση του Ιράν προσφέρει ένα σημαντικό μέσο στρατηγικής πίεσης.

Για την Ουάσινγκτον και τους περιφερειακούς συμμάχους της, η ελευθερία της ναυσιπλοΐας αποτελεί κεντρική προτεραιότητα.

Το Ορμούζ, επομένως, δεν είναι απλώς ένα ακόμη θέμα στις διαπραγματεύσεις.

Είναι το σημείο όπου η στρατιωτική ισχύς, η ενεργειακή ασφάλεια και η παγκόσμια οικονομία συναντώνται.

Η «Επική Οργή» επιστρέφει στη ρητορική Τραμπ

Η διπλωματική πρωτοβουλία πραγματοποιείται υπό τη σκιά νέων αμερικανικών στρατιωτικών σχεδιασμών.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανάληψης επιχειρήσεων κατά του Ιράν, χρησιμοποιώντας μάλιστα τη διατύπωση:

«Μια μικρή “Επική Οργή”».

Η αναφορά παραπέμπει στην ονομασία της προηγούμενης αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν, η οποία ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα της Wall Street Journal, η αμερικανική κυβέρνηση έχει προειδοποιήσει χώρες του Κόλπου να προετοιμαστούν για το ενδεχόμενο μιας νέας, σύντομης αλλά εντατικής στρατιωτικής εκστρατείας μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.

Οι πληροφορίες δεν ισοδυναμούν με οριστική απόφαση του Λευκού Οίκου.

Αντίθετα, υποδηλώνουν ότι η στρατιωτική επιλογή εξακολουθεί να εξετάζεται παράλληλα με τη διπλωματία.

Η αμερικανική στρατιωτική προετοιμασία, σύμφωνα με τις ίδιες αναφορές, περιλαμβάνει κινήσεις προστασίας δυνάμεων, αναπλήρωση πυρομαχικών και ενίσχυση αμυντικών δυνατοτήτων στην περιοχή.

Το γεγονός ότι η Ουάσινγκτον διατηρεί ανοιχτό το στρατιωτικό ενδεχόμενο αυξάνει τη σημασία της επιστολής Βανς: η διπλωματία επιχειρεί να δημιουργήσει περιθώριο συμφωνίας πριν από μια πιθανή νέα κλιμάκωση.

Ο ρόλος του Ισραήλ και οι ανησυχίες των χωρών του Κόλπου

Η αντιπαράθεση ΗΠΑ–Ιράν δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από το Ισραήλ και τις αραβικές χώρες του Κόλπου.

Για το Ισραήλ, το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα αποτελεί μακροχρόνια προτεραιότητα εθνικής ασφάλειας.

Η ισραηλινή ηγεσία έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η Τεχεράνη δεν πρέπει να αποκτήσει δυνατότητα κατασκευής πυρηνικών όπλων.

Οι χώρες του Κόλπου, από την πλευρά τους, αντιμετωπίζουν ένα διαφορετικό αλλά εξίσου σοβαρό δίλημμα.

Επιθυμούν τον περιορισμό της περιφερειακής έντασης, καθώς μια νέα στρατιωτική σύγκρουση θα μπορούσε να απειλήσει ενεργειακές υποδομές, λιμάνια, αεροδρόμια και εμπορικές δραστηριότητες.

Ταυτόχρονα, αρκετές κυβερνήσεις διατηρούν στενές σχέσεις ασφαλείας με την Ουάσινγκτον.

Η στάση τους είναι σημαντική τόσο για τη διπλωματική διαμεσολάβηση όσο και για τον στρατιωτικό σχεδιασμό.

Μια νέα κλιμάκωση θα μπορούσε να επηρεάσει ολόκληρο το σύστημα περιφερειακής ασφάλειας.

Γιατί η χρονική συγκυρία των αμερικανικών εκλογών έχει σημασία

Η επιστολή Βανς αποστέλλεται λίγες ημέρες πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές.

Η χρονική αυτή συγκυρία δημιουργεί αναπόφευκτα ερωτήματα για τη σύνδεση της εξωτερικής πολιτικής με τις εσωτερικές πολιτικές πιέσεις.

Η παρατεταμένη σύγκρουση με το Ιράν και οι επιπτώσεις της στην ενεργειακή αγορά αποτελούν ζητήματα που επηρεάζουν το οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι αυξήσεις στις τιμές καυσίμων επιβαρύνουν τους καταναλωτές, ενώ μια νέα στρατιωτική επιχείρηση θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τη δημόσια συζήτηση για το κόστος των αμερικανικών παρεμβάσεων στη Μέση Ανατολή.

Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η επιστολή υπαγορεύεται από εκλογικούς υπολογισμούς.

Δείχνει, ωστόσο, ότι οι διπλωματικές και στρατιωτικές επιλογές της κυβέρνησης Τραμπ διαμορφώνονται σε ένα ιδιαίτερα φορτισμένο πολιτικό περιβάλλον.

Για τον Βανς, η πρωτοβουλία έχει και προσωπική πολιτική βαρύτητα.

Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος έχει συνδεθεί με την επιφυλακτικότητα απέναντι σε παρατεταμένες στρατιωτικές εμπλοκές, παρότι έχει υποστηρίξει τη στρατιωτική πολιτική της κυβέρνησης έναντι του Ιράν.

Η συμμετοχή του στις επαφές αναδεικνύει τον ρόλο του στη διαχείριση ενός από τα πιο απαιτητικά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής της αμερικανικής προεδρίας.

Τρία πιθανά σενάρια για την επόμενη ημέρα

Η επιστολή προς τον Ρεζαεΐ δεν εγγυάται αποκλιμάκωση. Δημιουργεί, ωστόσο, τρεις βασικές πιθανές κατευθύνσεις.

Πρώτο σενάριο: Επανέναρξη των διαπραγματεύσεων.

Η Τεχεράνη αποδέχεται να συζητήσει το πυρηνικό πρόγραμμα και οι δύο πλευρές συμφωνούν σε μια διαδικασία διαλόγου με παράλληλες κινήσεις αποκλιμάκωσης.

Μια τέτοια εξέλιξη δεν θα ισοδυναμούσε απαραίτητα με οριστική συμφωνία, αλλά θα μπορούσε να περιορίσει τον άμεσο κίνδυνο νέων στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Δεύτερο σενάριο: Παράταση του διπλωματικού αδιεξόδου.

Η Ουάσινγκτον επιμένει στις πυρηνικές παραχωρήσεις και η Τεχεράνη ζητά πρώτα οικονομικές και στρατιωτικές εγγυήσεις.

Οι συνομιλίες παραμένουν ανοιχτές χωρίς ουσιαστική πρόοδο, ενώ η στρατιωτική κινητοποίηση συνεχίζεται.

Τρίτο σενάριο: Νέα στρατιωτική κλιμάκωση.

Οι επαφές αποτυγχάνουν και ο Λευκός Οίκος αποφασίζει να ενεργοποιήσει εκ νέου τη στρατιωτική επιλογή.

Σε αυτή την περίπτωση, οι συνέπειες θα μπορούσαν να επεκταθούν πέρα από το Ιράν, επηρεάζοντας το Ισραήλ, τις χώρες του Κόλπου, τη ναυσιπλοΐα και τις διεθνείς ενεργειακές αγορές.

Πρόκειται για ενδεχόμενα και όχι για επιβεβαιωμένες αποφάσεις.

Η πραγματική δοκιμασία: Μπορεί η διπλωματία να προηγηθεί των πυραύλων;

Η κίνηση του Τζέι Ντι Βανς προς τον Μοχσέν Ρεζαεΐ αποτυπώνει την προσπάθεια της Ουάσινγκτον να συνδυάσει διπλωματική πίεση και στρατιωτική αποτροπή.

Η επιλογή του συνομιλητή, η επιμονή στο πυρηνικό πρόγραμμα και η χρονική συγκυρία λίγο πριν από τις αμερικανικές εκλογές προσδίδουν στην πρωτοβουλία ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία.

Ωστόσο, το χάσμα ανάμεσα στις απαιτήσεις των δύο πλευρών παραμένει σημαντικό.

Η Ουάσινγκτον ζητά συγκεκριμένες συζητήσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα.

Η Τεχεράνη επιδιώκει εγγυήσεις και οικονομική ανακούφιση.

Και οι δύο γνωρίζουν ότι μια νέα στρατιωτική αναμέτρηση θα μπορούσε να έχει συνέπειες πολύ ευρύτερες από τους άμεσους στόχους της.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν ο Ρεζαεΐ θα απαντήσει στην επιστολή του Βανς. Είναι αν οι δύο κυβερνήσεις μπορούν να συμφωνήσουν σε όρους διαπραγμάτευσης πριν η στρατιωτική επιλογή μετατραπεί από απειλή σε απόφαση.

Η Μέση Ανατολή εισέρχεται έτσι σε μια ακόμη περίοδο αβεβαιότητας, με τη διπλωματία και την προετοιμασία για πιθανή κλιμάκωση να εξελίσσονται ταυτόχρονα.

Και η επόμενη κίνηση, είτε πραγματοποιηθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων είτε στο πεδίο των επιχειρήσεων, θα έχει επιπτώσεις πολύ πέρα από την Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο