Nέα της αγοράς

Βενεζουέλα: Ο «κρυφός εχθρός» του πετρελαίου – Ο Τραμπ βρίσκει κοιτάσματα, αλλά όχι εργάτες

Βενεζουέλα: Ο «κρυφός εχθρός» του πετρελαίου – Ο Τραμπ βρίσκει κοιτάσματα, αλλά όχι εργάτες
Η χώρα με τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο επιχειρεί να αναστήσει τη βιομηχανία της με αμερικανικά κεφάλαια και συμφωνίες δισεκατομμυρίων. Όμως, οι μηχανικοί και οι εξειδικευμένοι τεχνίτες έχουν φύγει στο εξωτερικό. Οι Financial Times αποκαλύπτουν γιατί οι μισθοί των 200 δολαρίων, η πολιτική αβεβαιότητα και η κατάρρευση της εκπαίδευσης απειλούν το σχέδιο ενεργειακής αναγέννησης.

Η Βενεζουέλα διαθέτει τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου, διεθνείς ενεργειακούς ομίλους που σχεδιάζουν νέες επενδύσεις και την υποστήριξη της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ για την ανασυγκρότηση της παραγωγής της.

Υπάρχει, ωστόσο, ένα πρόβλημα που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με δισεκατομμύρια δολάρια: δεν υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι για να λειτουργήσουν τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.

Μηχανικοί γεωτρήσεων, συγκολλητές, ηλεκτρολόγοι, τεχνικοί συντήρησης και ειδικοί στην κατασκευή αγωγών εγκατέλειψαν τη χώρα κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης οικονομικής και πολιτικής κρίσης.

Σήμερα, οι διεθνείς πετρελαϊκές εταιρείες επιστρέφουν, αλλά ένα σημαντικό μέρος του ανθρώπινου δυναμικού που χρειάζονται βρίσκεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον Καναδά, στην Κολομβία και σε άλλες ενεργειακές αγορές.

Σύμφωνα με εκτενές ρεπορτάζ των Financial Times, η έλλειψη εξειδικευμένων εργαζομένων αναδεικνύεται σε έναν από τους σημαντικότερους περιορισμούς του σχεδίου αύξησης της παραγωγής πετρελαίου της Βενεζουέλας.

Η κυβέρνηση Τραμπ και το Καράκας επιδιώκουν την αναβίωση μιας βιομηχανίας που κάποτε παρήγαγε περισσότερα από 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.

Το ερώτημα, όμως, είναι ποιος θα πραγματοποιήσει τις γεωτρήσεις, τις επισκευές και την αποκατάσταση των εγκαταστάσεων.

Από τα 3 εκατομμύρια βαρέλια στην κατάρρευση

Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως.

Στις αρχές του αιώνα, η παραγωγή της ξεπερνούσε τα 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.

Η εικόνα άλλαξε δραματικά τις επόμενες δύο δεκαετίες.

Η ανεπαρκής συντήρηση, η υποεπένδυση, η κακοδιαχείριση, η διαφθορά και αργότερα οι αμερικανικές κυρώσεις συνέβαλαν στην κατάρρευση του ενεργειακού τομέα.

Το 2020 η παραγωγή είχε υποχωρήσει κάτω από τις 500.000 βαρέλια ημερησίως.

Σήμερα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παραθέτουν οι Financial Times, κινείται γύρω στο 1 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως. Άλλες πρόσφατες εκτιμήσεις της αγοράς την τοποθετούν κοντά στα 1,2 εκατομμύρια.

Η διαφορά των εκτιμήσεων δεν αλλάζει τη βασική εικόνα: η παραγωγή παραμένει πολύ χαμηλότερη από τα ιστορικά επίπεδα.

Το σχέδιο της Ουάσιγκτον και του Καράκας φιλοδοξεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για επιστροφή στα 3 εκατομμύρια βαρέλια.

Όμως η επίτευξη αυτού του στόχου απαιτεί περισσότερα από νέα συμβόλαια και επενδυτικές ανακοινώσεις.

«Για να φτάσουμε τα 3 εκατομμύρια βαρέλια, πρέπει να φέρουμε πίσω όσους έφυγαν»

Ο Αλεχάντρο Τεράν, πρόεδρος της Latin American Association of Oil Entrepreneurs of Texas, περιγράφει στους Financial Times το μέγεθος του προβλήματος.

«Για να φτάσουμε τα 3 εκατομμύρια βαρέλια, πρέπει με κάποιον τρόπο να καταφέρουμε να φέρουμε πίσω ορισμένους από αυτούς που έφυγαν και να εκπαιδεύσουμε νέους», αναφέρει.

Και προσθέτει:

«Υπάρχει μεγάλη έλλειψη προσωπικού, κυρίως στα μεσαία και χαμηλότερα τεχνικά επίπεδα, δηλαδή στους ανθρώπους που πραγματικά εκτελούν τις εργασίες».

Η επισήμανση είναι κρίσιμη.

Η λειτουργία μιας πετρελαϊκής βιομηχανίας δεν εξαρτάται μόνο από γεωλόγους, υψηλόβαθμους μηχανικούς και διοικητικά στελέχη.

Απαιτεί εξειδικευμένο προσωπικό που μπορεί να συντηρεί εγκαταστάσεις, να επισκευάζει αγωγούς, να ελέγχει εξοπλισμό και να διαχειρίζεται τις καθημερινές λειτουργίες των πεδίων παραγωγής.

Η απουσία αυτών των εργαζομένων μπορεί να καθυστερήσει ακόμη και έργα για τα οποία έχει ήδη εξασφαλιστεί χρηματοδότηση.

Μισθοί 200 δολαρίων στη Βενεζουέλα – Έως 5.000 στις ΗΠΑ

Η σημαντικότερη δυσκολία στην προσπάθεια επιστροφής των εργαζομένων είναι η τεράστια διαφορά αμοιβών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Τεράν, ένας μηχανικός της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας PDVSA λαμβάνει βασικό μισθό περίπου 200 δολαρίων τον μήνα.

Στον ιδιωτικό πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας, οι αμοιβές μπορούν να φτάσουν τα 2.000 έως 3.000 δολάρια.

Αντίθετα, οι Βενεζουελάνοι που εργάζονται στον κλάδο πετρελαίου και φυσικού αερίου στις Ηνωμένες Πολιτείες κερδίζουν κατά μέσο όρο περίπου 5.000 δολάρια τον μήνα, σύμφωνα με την ίδια πηγή.

Απασχόληση Ενδεικτική μηνιαία αμοιβή
Μηχανικός στην κρατική PDVSA 200 δολάρια
Εργαζόμενος σε ιδιωτική πετρελαϊκή στη Βενεζουέλα 2.000–3.000 δολάρια
Βενεζουελάνος εργαζόμενος στον ενεργειακό τομέα των ΗΠΑ 5.000 δολάρια

Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν το οικονομικό εμπόδιο που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση.

Ένας έμπειρος μηχανικός ο οποίος έχει εγκατασταθεί στις ΗΠΑ ή στον Καναδά δύσκολα θα επιστρέψει στη Βενεζουέλα μόνο και μόνο επειδή ανακοινώθηκαν νέες επενδύσεις.

«Η αγάπη με άδειο στομάχι δεν διαρκεί»

Ο Γκουαλμπέρτο Μπέγιο, σύμβουλος επιχειρήσεων με πολυετή εμπειρία στον ενεργειακό τομέα, περιγράφει με μια χαρακτηριστική φράση το πρόβλημα.

«Η αγάπη με άδειο στομάχι δεν διαρκεί», δηλώνει στους Financial Times.

Και συνεχίζει:

«Εάν δεν τους πληρώσετε με διεθνείς αμοιβές, δεν θα επιστρέψουν».

Η οικονομική διάσταση, ωστόσο, δεν είναι η μοναδική.

Οι εργαζόμενοι που εγκατέλειψαν τη χώρα έχουν δημιουργήσει νέες οικογενειακές και επαγγελματικές συνθήκες.

Πολλοί έχουν πλέον σταθερές θέσεις εργασίας, πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και εκπαιδευτικά συστήματα για τα παιδιά τους.

Ένας Βενεζουελάνος μηχανικός που εργάζεται σήμερα στη γρήγορα αναπτυσσόμενη πετρελαϊκή βιομηχανία του Σουρινάμ εξηγεί:

«Δεν υπάρχουν εγγυήσεις για μια οικογένεια που βρίσκεται στο εξωτερικό εδώ και 15 χρόνια και εργάζεται σε άλλη πετρελαϊκή εταιρεία».

Και υπογραμμίζει:

«Οι μισθοί απλώς δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα».

Η επιστροφή των μεταναστών, επομένως, δεν αποτελεί μόνο οικονομική επιλογή. Προϋποθέτει εμπιστοσύνη στη σταθερότητα της χώρας.

Οκτώ εκατομμύρια άνθρωποι εγκατέλειψαν τη Βενεζουέλα

Η κρίση ανθρώπινου δυναμικού στον πετρελαϊκό τομέα αποτελεί μέρος ενός πολύ μεγαλύτερου μεταναστευτικού φαινομένου.

Περίπου 8 εκατομμύρια Βενεζουελάνοι εγκατέλειψαν τη χώρα κατά τη διάρκεια των κυβερνήσεων του Ούγκο Τσάβες και του Νικολάς Μαδούρο.

Ανάμεσά τους βρίσκονταν χιλιάδες μηχανικοί και τεχνικοί με εμπειρία στην πετρελαϊκή βιομηχανία.

Ο Τεράν εκτιμά ότι περίπου 4.800 Βενεζουελάνοι μηχανικοί πετρελαίου και φυσικού αερίου εργάζονται σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Άλλοι 2.500 Βενεζουελάνοι απασχολούνται ως συγκολλητές στον ενεργειακό τομέα του Ισραήλ, σύμφωνα με την εκτίμησή του.

Οι αριθμοί αυτοί δεν αποτελούν πλήρη καταγραφή της διασποράς, αλλά δείχνουν πόσο σημαντικό μέρος της τεχνικής γνώσης της χώρας βρίσκεται πλέον εκτός συνόρων.

Η Βενεζουέλα δεν έχασε μόνο εργαζομένους.

Έχασε εμπειρία, τεχνογνωσία και τη δυνατότητα μεταφοράς δεξιοτήτων στις νεότερες γενιές.

Το σοκ του 2002: Οι 19.000 απολύσεις που άλλαξαν την PDVSA

Η αποδυνάμωση του ανθρώπινου δυναμικού της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας έχει βαθιές ιστορικές ρίζες.

Το 2002–2003, έπειτα από μια μεγάλη απεργία εναντίον της κυβέρνησης του Ούγκο Τσάβες, περίπου 19.000 εργαζόμενοι της PDVSA απολύθηκαν.

Οι εργαζόμενοι αυτοί είχαν χαρακτηριστεί από την κυβέρνηση ως αντίπαλοι ή προδότες.

Η μαζική απομάκρυνση προσωπικού επηρέασε την τεχνική και διοικητική συνέχεια της εταιρείας.

Ο Ραφαέλ Ραμίρες, πρώην υπουργός Πετρελαίου και επικεφαλής της PDVSA, ο οποίος αργότερα ήρθε σε σύγκρουση με τον Μαδούρο, εκτιμά ότι περίπου 30.000 εργαζόμενοι, στελέχη και διευθυντές εγκατέλειψαν την εταιρεία εξαιτίας των εσωτερικών διώξεων και της γενικότερης κατάστασης στη χώρα.

Η εξέλιξη αυτή αποδείχθηκε ιδιαίτερα σημαντική για έναν κλάδο στον οποίο η εμπειρία συχνά αποκτάται μέσα από πολυετή εργασία σε απαιτητικές εγκαταστάσεις.

Μόλις τέσσερις νέοι μηχανικοί πετρελαίου από 52 αποφοίτους

Η επόμενη μεγάλη πρόκληση αφορά το εκπαιδευτικό σύστημα.

Η Βενεζουέλα δεν δυσκολεύεται μόνο να προσελκύσει πίσω τους έμπειρους εργαζομένους.

Δυσκολεύεται και να δημιουργήσει τη νέα γενιά μηχανικών που χρειάζεται.

Σύμφωνα με τον Χούλιο Μολίνα, κοσμήτορα της Πολυτεχνικής Σχολής του Κεντρικού Πανεπιστημίου της Βενεζουέλας, από τους 52 μηχανικούς που αποφοίτησαν τον προηγούμενο μήνα, μόλις τέσσερις είχαν ειδικευτεί στο πετρέλαιο.

Ο ίδιος αναφέρει ότι το ενδιαφέρον για τον κλάδο αυξάνεται και ότι 125 φοιτητές σπουδάζουν πλέον το συγκεκριμένο αντικείμενο.

Ωστόσο, προειδοποιεί:

«Δεν πρόκειται να έχουμε πολλούς μηχανικούς πετρελαίου στο άμεσο μέλλον».

Το πρόβλημα είναι διαρθρωτικό.

Ακόμη και εάν οι εγγραφές αυξηθούν σήμερα, θα χρειαστούν χρόνια για να ολοκληρωθούν οι σπουδές και να αποκτήσουν οι νέοι εργαζόμενοι πρακτική εμπειρία.

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να αντικαταστήσει τους συγκολλητές

Σε μια περίοδο κατά την οποία η τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάζεται ως λύση για πολλές βιομηχανικές διαδικασίες, οι ειδικοί της Βενεζουέλας επισημαίνουν τα όριά της.

Ο Μπέγιο υποστηρίζει ότι η επανεκπαίδευση εργαζομένων από άλλους κλάδους και η χρήση τεχνολογικών εφαρμογών δεν επαρκούν για να καλύψουν το κενό.

«Το να μετακινείς κιβώτια μπίρας δεν είναι το ίδιο με το να μεταφέρεις αργό πετρέλαιο υπό υψηλή πίεση», αναφέρει.

Και προσθέτει:

«Δεν χρειάζεσαι τεχνητή νοημοσύνη για να λειτουργήσεις τη βιομηχανία. Χρειάζεσαι ανθρώπους για επιθεωρήσεις, επισκευές, τοποθέτηση αγωγών και συγκολλήσεις».

Η επισήμανση αφορά έναν κρίσιμο τομέα της πραγματικής οικονομίας.

Η αυτοματοποίηση μπορεί να βελτιώσει την παρακολούθηση των εγκαταστάσεων, τη συντήρηση και την παραγωγικότητα.

Δεν καταργεί, όμως, την ανάγκη φυσικής παρουσίας εξειδικευμένων εργαζομένων σε επικίνδυνες και τεχνικά απαιτητικές εργασίες.

Η Chevron επενδύει 7 δισ. δολάρια και αναζητά τεχνίτες

Οι μεγάλες διεθνείς πετρελαϊκές εταιρείες έχουν αρχίσει να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στη Βενεζουέλα.

Η αμερικανική Chevron, η οποία διατηρεί παρουσία στη χώρα εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα, ανακοίνωσε τον Σεπτέμβριο σχέδιο επέκτασης ύψους 7 δισ. δολαρίων, με στόχο τον διπλασιασμό της παραγωγής της.

Στελέχη της εταιρείας αναγνωρίζουν ότι η μακροχρόνια παρουσία της προσφέρει πλεονέκτημα έναντι επιχειρήσεων που είχαν αποχωρήσει.

Ωστόσο, ακόμη και η Chevron δυσκολεύεται να εντοπίσει εξειδικευμένους τεχνίτες, ιδιαίτερα συγκολλητές.

Για τον λόγο αυτό έχει δημιουργήσει επαγγελματικές σχολές εκπαίδευσης εργαζομένων.

Στέλεχος της εταιρείας εξηγεί στους Financial Times:

«Δεν πρέπει να μιλάμε μόνο για γεωλόγους και γεωφυσικούς».

«Χρειαζόμαστε επίσης τεχνικό προσωπικό, όπως συγκολλητές, ηλεκτρολόγους και ειδικούς στις κατασκευές».

Η προσπάθεια αυτή αναδεικνύει μια διαφορετική διάσταση των επενδύσεων.

Η χρηματοδότηση νέων έργων πρέπει να συνοδεύεται από δημιουργία και εκπαίδευση εργατικού δυναμικού.

BP, Repsol και Eni επιστρέφουν – Το νέο ενεργειακό στοίχημα

Σχέδια επέκτασης δραστηριοτήτων στη Βενεζουέλα έχουν ανακοινώσει επίσης διεθνείς ενεργειακοί όμιλοι, μεταξύ των οποίων η BP, η Repsol και η Eni.

Η επιστροφή των εταιρειών συνδέεται με τις μεταρρυθμίσεις στον ενεργειακό τομέα και την προσπάθεια προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από αμερικανικές ειδικές δυνάμεις τον Ιανουάριο του 2026.

Η μεταβατική κυβέρνηση της Ντέλσι Ροντρίγκες επιχειρεί να δημιουργήσει νέο πλαίσιο συνεργασίας με διεθνείς επενδυτές.

Ωστόσο, η πολιτική και νομική αβεβαιότητα εξακολουθεί να επηρεάζει τις επενδυτικές αποφάσεις.

Οι εταιρείες χρειάζονται εγγυήσεις για τα συμβόλαια, τη φορολογία, την ασφάλεια του προσωπικού και τη δυνατότητα μακροχρόνιας λειτουργίας.

Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, ακόμη και μεγάλα επενδυτικά σχέδια ενδέχεται να υλοποιηθούν με βραδύτερους ρυθμούς.

Το deal των 100 ετών και ο ρόλος του Πενταγώνου

Ιδιαίτερο γεωπολιτικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η συμφωνία που ανακοινώθηκε τον Αύγουστο ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Καράκας.

Η North American Blue Energy Partners (NABEP) εξασφάλισε παραχωρήσεις διάρκειας 100 ετών για 17 πετρελαϊκά πεδία στη Βενεζουέλα.

Σύμφωνα με τους Financial Times, το αμερικανικό Πεντάγωνο προβλέπεται να αποκτήσει ποσοστό 35% στη μητρική εταιρεία της NABEP, η οποία ελέγχεται από τον επιχειρηματία Αλεχάντρο Μπετανκούρ.

Η συμφωνία αποτελεί μια ασυνήθιστη μορφή εμπλοκής του αμερικανικού κράτους στην ενεργειακή παραγωγή άλλης χώρας.

Δείχνει επίσης ότι η ανασυγκρότηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως εμπορική επένδυση.

Συνδέεται με τη στρατηγική της Ουάσιγκτον για την ενεργειακή ασφάλεια και την επιρροή της στη Λατινική Αμερική.

Στέλεχος της NABEP, αρμόδιο για τις προσλήψεις, υποστηρίζει ότι υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον από εξειδικευμένους υποψηφίους και ότι ορισμένοι Βενεζουελάνοι της διασποράς βρίσκονται ήδη στη διαδικασία επιστροφής.

Η συγκεκριμένη εμπειρία, πάντως, δεν σημαίνει ότι έχει αντιμετωπιστεί συνολικά το έλλειμμα προσωπικού.

Μόλις δύο ενεργά γεωτρύπανα – Η απόσταση ανάμεσα στα σχέδια και την παραγωγή

Το Reuters κατέγραψε στις 21 Οκτωβρίου τις πρώτες ενδείξεις επιστροφής διεθνών εταιρειών υπηρεσιών πετρελαίου.

Οι Weatherford, Baker Hughes, Halliburton και SLB έχουν αρχίσει να δημοσιεύουν νέες θέσεις εργασίας στη Βενεζουέλα.

Η Weatherford αναζητούσε τουλάχιστον 20 εργαζομένους, ενώ η SLB είχε δημοσιεύσει 35 θέσεις για δραστηριότητες σε διάφορες περιοχές της χώρας.

Παράλληλα, νέο εξοπλισμό σχεδιάζουν να διαθέσουν οι εταιρείες που επενδύουν στην επανεκκίνηση της παραγωγής.

Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Baker Hughes που επικαλείται το Reuters, στις αρχές Οκτωβρίου λειτουργούσαν μόλις δύο γεωτρύπανα στη Βενεζουέλα.

Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει την απόσταση ανάμεσα στα φιλόδοξα επενδυτικά σχέδια και την πραγματική επιχειρησιακή δυνατότητα του κλάδου.

Η επανεκκίνηση μιας εγκατάστασης απαιτεί προσωπικό, εξοπλισμό, ηλεκτρική ενέργεια, ανταλλακτικά και ασφαλείς υποδομές μεταφοράς.

Δεν αρκεί η ύπαρξη πετρελαίου στο υπέδαφος.

Από τα 1,2 στα 1,5 εκατομμύρια βαρέλια μέχρι το τέλος του 2027;

Η εταιρεία ενεργειακών αναλύσεων Welligence Energy Analytics εκτιμά ότι η παραγωγή της Βενεζουέλας θα μπορούσε να φτάσει περίπου τα 1,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως έως τα τέλη του 2027, από περίπου 1,2 εκατομμύρια σήμερα.

Η πρόβλεψη βασίζεται στην επανενεργοποίηση υφιστάμενων εγκαταστάσεων και στα σχέδια επέκτασης των μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών.

Δεν πρόκειται για εγγυημένο αποτέλεσμα.

Ο Άντρες Αρμίχος, επικεφαλής της Welligence για τη Λατινική Αμερική, δηλώνει στο Reuters:

«Είμαστε συγκρατημένα αισιόδοξοι».

Και επισημαίνει:

«Στην πραγματικότητα, αυτό θα χρειαστεί χρόνο».

Η εκτίμηση αυτή βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από τον μακροπρόθεσμο στόχο των 3 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως.

Αναδεικνύει ότι η ενεργειακή ανάκαμψη της Βενεζουέλας θα είναι πιθανότατα μια πολυετής διαδικασία, με σημαντικές τεχνικές και οικονομικές προκλήσεις.

Οι εργαζόμενοι που έμειναν πίσω και οι καταγγελίες για διώξεις

Η έλλειψη προσωπικού συνδέεται και με τις συνθήκες εργασίας στο εσωτερικό της χώρας.

Σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που επικαλούνται οι Financial Times, 77 εργαζόμενοι του πετρελαϊκού τομέα έχουν βρεθεί στη φυλακή από το 2024, αντιμετωπίζοντας κατηγορίες όπως λαθρεμπόριο, δολιοφθορά και διαφθορά, έπειτα από διεκδικήσεις για καλύτερους μισθούς και συνθήκες εργασίας.

Οι καταγγελίες αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα στο σύνολό τους.

Η PDVSA δεν απάντησε στο αίτημα των Financial Times για σχόλιο.

Το ζήτημα, ωστόσο, έχει άμεση σχέση με την προσπάθεια προσέλκυσης προσωπικού.

Η επιστροφή εξειδικευμένων εργαζομένων εξαρτάται όχι μόνο από το ύψος των αμοιβών, αλλά και από την προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων και τη δυνατότητα ασφαλούς επαγγελματικής δραστηριότητας.

Η Μαρία Κορίνα Ματσάδο και το πολιτικό εμπόδιο στην επιστροφή

Η πολιτική αντιπολίτευση συνδέει την επιστροφή των μεταναστών με μια ευρύτερη πολιτική αλλαγή.

Η Μαρία Κορίνα Ματσάδο, η οποία επέστρεψε στη Βενεζουέλα την Κυριακή έπειτα από σχεδόν δέκα μήνες στην εξορία, υποστηρίζει ότι η αποκατάσταση της οικονομίας δεν μπορεί να διαχωριστεί από το ζήτημα της διακυβέρνησης.

Μιλώντας στους Financial Times, δήλωσε ότι οι Βενεζουελάνοι μετανάστες δεν πρόκειται να επιστρέψουν «όσο το ίδιο καθεστώς που τους έδιωξε παραμένει στην εξουσία».

Και πρόσθεσε:

«Χρειαζόμαστε τους μηχανικούς, τους δικηγόρους, τους γιατρούς, τους νοσηλευτές και τους εκπαιδευτικούς να επιστρέψουν».

Η θέση της Ματσάδο αποτελεί πολιτική εκτίμηση της αντιπολίτευσης.

Από την πλευρά της, η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα αναφερθεί στην ανάγκη πολιτικής μετάβασης στη Βενεζουέλα, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει παρουσιάσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα εκλογών.

Η αβεβαιότητα αυτή εξακολουθεί να επηρεάζει τις αποφάσεις των πολιτών και των επενδυτών.

Το γεωπολιτικό στοίχημα του Τραμπ: Περισσότερο πετρέλαιο, μεγαλύτερη επιρροή

Η προσπάθεια ανασυγκρότησης της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας έχει σημασία που ξεπερνά τα εθνικά σύνορα.

Η αύξηση της παραγωγής θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να ενισχύσει την προσφορά αργού πετρελαίου στη διεθνή αγορά.

Θα μπορούσε επίσης να διευρύνει την παρουσία αμερικανικών επιχειρήσεων σε έναν ενεργειακό τομέα με τεράστια αποθέματα.

Ωστόσο, η γεωπολιτική σημασία του σχεδίου δεν αναιρεί τους τεχνικούς περιορισμούς.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να διευκολύνουν συμφωνίες, να επιτρέψουν επενδύσεις και να στηρίξουν την επανεκκίνηση των δραστηριοτήτων.

Δεν μπορούν όμως να αναπληρώσουν άμεσα δεκαετίες απώλειας εξειδικευμένου προσωπικού.

Η ανάκαμψη θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι επιχειρήσεις θα καταφέρουν να προσφέρουν ανταγωνιστικές αμοιβές, να εκπαιδεύσουν νέους εργαζομένους και να διαμορφώσουν αξιόπιστες συνθήκες εργασίας.

Το πετρέλαιο υπάρχει – Οι άνθρωποι λείπουν

Η Βενεζουέλα βρίσκεται μπροστά σε μια ιδιαίτερη οικονομική αντίφαση.

Διαθέτει φυσικούς πόρους που θα μπορούσαν να στηρίξουν σημαντική αύξηση της παραγωγής και των εξαγωγικών εσόδων.

Ταυτόχρονα, όμως, έχει χάσει ένα μεγάλο μέρος του ανθρώπινου κεφαλαίου που απαιτείται για να αξιοποιηθούν αυτοί οι πόροι.

Η επιστροφή των διεθνών πετρελαϊκών ομίλων δημιουργεί νέες προοπτικές, αλλά η επανεκκίνηση των εγκαταστάσεων δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τεχνική γνώση και εξειδικευμένους εργαζομένους.

Οι μισθολογικές διαφορές, η μετανάστευση, η περιορισμένη παραγωγή νέων μηχανικών και η πολιτική αβεβαιότητα αποτελούν εμπόδια που δεν αντιμετωπίζονται με μια μόνο επενδυτική συμφωνία.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Βενεζουέλας δεν είναι πλέον μόνο πώς θα προσελκύσει κεφάλαια για το πετρέλαιό της. Είναι πώς θα πείσει τους ανθρώπους που έφυγαν να επιστρέψουν και να ξαναχτίσουν τη βιομηχανία που κάποτε αποτελούσε την οικονομική καρδιά της χώρας.

Πηγή: Pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο