ΜΑΤΑ ΧΑΡΙ

02.11.2026 | 20:00

Ο Πούτιν «έσπασε» τη Δύση στα τρία: Το σχέδιο Τραμπ, το ρήγμα στην Ευρώπη και το παζάρι για την Ουκρανία

Τρεις διαφορετικές στρατηγικές απέναντι στο Κρεμλίνο, μια Ευρώπη που φοβάται ότι θα μείνει εκτός διαπραγματεύσεων και ένας Ντόναλντ Τραμπ που συνδέει την ειρήνη με οικονομικές συμφωνίες. Η πρωτοβουλία Φινλανδίας και Νορβηγίας για απευθείας διάλογο με τον Βλαντίμιρ Πούτιν προκαλεί αντιδράσεις, την ώρα που προετοιμάζεται νέος γύρος συνομιλιών για την Ουκρανία.
Ο Πούτιν «έσπασε» τη Δύση στα τρία: Το σχέδιο Τραμπ, το ρήγμα στην Ευρώπη και το παζάρι για την Ουκρανία

Ένα βαθύ στρατηγικό ρήγμα διαπερνά τη Δύση, καθώς η αναζήτηση διπλωματικής διεξόδου στον πόλεμο της Ουκρανίας αποκαλύπτει τρεις διαφορετικές αντιλήψεις για τον τρόπο αντιμετώπισης της Ρωσίας και του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Στην Ουάσιγκτον, το επιτελείο του Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει μια συμφωνία που θα μπορούσε να συνδυάζει εδαφικές παραχωρήσεις της Ουκρανίας με μελλοντική οικονομική συνεργασία ΗΠΑ–Ρωσίας. Στη Βόρεια Ευρώπη, η Φινλανδία και η Νορβηγία επιχειρούν να επαναφέρουν την ευρωπαϊκή διπλωματία στο τραπέζι. Αντίθετα, χώρες όπως η Πολωνία και τα κράτη της Βαλτικής θεωρούν ότι η επαναπροσέγγιση του Κρεμλίνου μπορεί να αποδυναμώσει την πίεση προς τη Μόσχα.

Η αντιπαράθεση δεν αφορά απλώς το εάν πρέπει να υπάρξει επικοινωνία με τον Ρώσο πρόεδρο. Αφορά το ποιος θα διαπραγματευτεί, τι θα μπορούσε να παραχωρηθεί και ποια ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας θα προκύψει μετά τον πόλεμο.

Σε ανάλυσή του στους Financial Times, ο Gideon Rachman αναδεικνύει αυτή την τριπλή διαίρεση, υπογραμμίζοντας ότι καμία από τις διαφορετικές δυτικές προσεγγίσεις δεν έχει εξασφαλίσει μια πειστική οδό προς την ειρήνη.

Το πρώτο στρατόπεδο: Ο Τραμπ θέλει συμφωνία και οικονομικά ανταλλάγματα

Στην πρώτη πλευρά του διπλωματικού τριγώνου βρίσκονται ο Στιβ Γουίτκοφ, ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ, και ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός του Αμερικανού προέδρου.

Η προσέγγισή τους στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο πόλεμος μπορεί να τερματιστεί μέσα από έναν συνδυασμό εδαφικού συμβιβασμού και οικονομικών κινήτρων.

Σύμφωνα με την ανάλυση των Financial Times, οι δύο διαπραγματευτές έχουν εξετάσει την προοπτική περαιτέρω ουκρανικών εδαφικών παραχωρήσεων, ακόμη και σε περιοχές που εξακολουθούν να βρίσκονται υπό τον έλεγχο του Κιέβου.

Παράλληλα, προωθούν την ιδέα ότι μια μεταπολεμική επαναπροσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας θα μπορούσε να συνοδευτεί από επιχειρηματικές συμφωνίες.

Η λογική είναι γνώριμη από την ευρύτερη εξωτερική πολιτική του Τραμπ: η οικονομική αλληλεξάρτηση και τα εμπορικά οφέλη αντιμετωπίζονται ως εργαλεία γεωπολιτικής διαπραγμάτευσης.

Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή προκαλεί έντονες αντιδράσεις στην Ευρώπη.

Για το Κίεβο, μια συμφωνία που θα προϋπέθετε την παράδοση επιπλέον εδαφών δημιουργεί ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και ασφάλειας. Για πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το ενδεχόμενο οικονομικών ανταλλαγμάτων προς τη Μόσχα γεννά τον φόβο ότι η στρατιωτική επιθετικότητα θα μπορούσε τελικά να ανταμειφθεί.

Το θεμελιώδες ερώτημα είναι εάν ο Πούτιν επιδιώκει πρωτίστως οικονομικά οφέλη ή μια ριζική αναθεώρηση της μεταψυχροπολεμικής τάξης ασφαλείας.

Εάν ισχύει το δεύτερο, ακόμη και ιδιαίτερα ελκυστικές επιχειρηματικές συμφωνίες δύσκολα θα αρκούσαν για να αλλάξουν τους στρατηγικούς στόχους του Κρεμλίνου.

Το δεύτερο στρατόπεδο: Φινλανδία και Νορβηγία ανοίγουν απευθείας δίαυλο με τη Μόσχα

Μια διαφορετική πρωτοβουλία αναπτύσσεται από τον πρόεδρο της Φινλανδίας Αλεξάντερ Στουμπ και τον πρωθυπουργό της Νορβηγίας Γιόνας Γκαρ Στέρε.

Οι δύο ηγέτες υποστηρίζουν σταθερά την Ουκρανία, αλλά θεωρούν ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμένει απλός παρατηρητής των συνομιλιών ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τη Μόσχα.

Η βασική τους επιδίωξη είναι να αποκτήσουν οι Ευρωπαίοι άμεση συμμετοχή στη διαπραγματευτική διαδικασία.

Την προηγούμενη εβδομάδα πραγματοποίησαν τηλεφωνική επικοινωνία περίπου 90 λεπτών με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, έχοντας προηγουμένως διαβουλευθεί με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

Η επικοινωνία αυτή αποτέλεσε σημαντική διπλωματική εξέλιξη, καθώς έσπασε μια μακρά περίοδο περιορισμένων απευθείας επαφών ανάμεσα σε κορυφαίους Ευρωπαίους ηγέτες και το Κρεμλίνο.

Ο Στουμπ και ο Στέρε δεν προτείνουν εγκατάλειψη των κυρώσεων ή αποδοχή των ρωσικών απαιτήσεων.

Αντίθετα, θεωρούν ότι η διαπραγμάτευση είναι αναγκαία ακριβώς επειδή η Ευρώπη θα κληθεί να ζήσει με τις συνέπειες οποιασδήποτε συμφωνίας.

Μια ειρηνευτική διευθέτηση θα επηρεάσει άμεσα την ασφάλεια των ευρωπαϊκών συνόρων, το μέλλον της Ουκρανίας, τις σχέσεις ΝΑΤΟ–Ρωσίας και το καθεστώς των κυρώσεων.

Το παρασκήνιο της συνομιλίας: Συνάντηση Πούτιν–Ζελένσκι και εγγυήσεις ασφαλείας

Η τηλεφωνική επικοινωνία των δύο Σκανδιναβών ηγετών με τον Πούτιν δεν περιορίστηκε σε μια γενική ανταλλαγή απόψεων.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρουσιάζουν οι Financial Times, μεταφέρθηκε στο Κρεμλίνο η θέση ότι ο Ζελένσκι ενδιαφέρεται για απευθείας συνομιλία με τον Ρώσο πρόεδρο.

Στο τραπέζι τέθηκαν δύο από τα δυσκολότερα ζητήματα οποιασδήποτε ειρηνευτικής συμφωνίας: το εδαφικό και οι εγγυήσεις ασφαλείας.

Η ουκρανική πλευρά επιδιώκει δεσμεύσεις που θα αποτρέπουν μια νέα ρωσική επίθεση. Η Μόσχα, από την πλευρά της, απαιτεί μια συμφωνία που θα λαμβάνει υπόψη τις δικές της αξιώσεις ασφαλείας.

Ο Πούτιν εμφανίστηκε, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, διατεθειμένος να εξετάσει συνάντηση με τον Ζελένσκι, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι θα έχει προηγηθεί ουσιαστική προσέγγιση προς μια τελική συμφωνία.

Η προϋπόθεση αυτή είναι καθοριστική.

Σημαίνει ότι το Κρεμλίνο δεν αντιμετωπίζει μια συνάντηση κορυφής ως αφετηρία των διαπραγματεύσεων, αλλά ως πιθανό τελικό στάδιο μιας διαδικασίας στην οποία τα βασικά ζητήματα θα έχουν ήδη επιλυθεί.

Μερική εκεχειρία και ανταλλαγές αιχμαλώτων: Τα πρώτα πιθανά βήματα

Στη συνομιλία εξετάστηκαν επίσης μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, τα οποία θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για ουσιαστικότερη διαπραγμάτευση.

Μεταξύ των ιδεών που συζητήθηκαν περιλαμβάνονται περιορισμένες εκεχειρίες με στόχο την προστασία της ενεργειακής παραγωγής και των μεταφορών τροφίμων, καθώς και ανταλλαγές αιχμαλώτων πολέμου.

Η επιλογή των ενεργειακών υποδομών δεν είναι τυχαία.

Η Ουκρανία βρίσκεται αντιμέτωπη με την απειλή νέων ρωσικών πληγμάτων στο δίκτυο ηλεκτροδότησης και στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις της, ενόψει του χειμώνα.

Μια συμφωνία για τον περιορισμό τέτοιων επιθέσεων θα μπορούσε να έχει άμεσο ανθρωπιστικό και οικονομικό αποτέλεσμα.

Αντίστοιχα, η προστασία των εξαγωγών τροφίμων συνδέεται με την οικονομική ανθεκτικότητα της Ουκρανίας και την ασφάλεια των διεθνών εμπορικών ροών.

Ωστόσο, οι συγκεκριμένες ιδέες παραμένουν αντικείμενο συζήτησης και όχι συμφωνημένα μέτρα.

Η Δανία αντιδρά: «Κίνδυνος να διασπαστεί η ευρωπαϊκή ενότητα»

Η πρωτοβουλία Φινλανδίας και Νορβηγίας δεν έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από όλους τους Ευρωπαίους εταίρους.

Η πρωθυπουργός της Δανίας Μέτε Φρεντέρικσεν εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για τη σκοπιμότητα της απευθείας επικοινωνίας με τον Πούτιν.

Η ανησυχία της αφορά τον κίνδυνο να εμφανιστεί η Ευρώπη διαιρεμένη απέναντι στη Ρωσία και να περιοριστεί η αποτελεσματικότητα της κοινής πίεσης προς το Κρεμλίνο.

Η κριτική αυτή αντανακλά ευρύτερες επιφυλάξεις, ιδιαίτερα στις χώρες που βρίσκονται γεωγραφικά πλησιέστερα στη Ρωσία.

Για την Πολωνία και τις χώρες της Βαλτικής, η ρωσική επιθετικότητα δεν αποτελεί αφηρημένο ζήτημα διεθνούς πολιτικής.

Αποτελεί άμεση απειλή για τη δική τους ασφάλεια.

Από αυτή την οπτική, μια πρόωρη επαναπροσέγγιση του Πούτιν μπορεί να του προσφέρει διπλωματική νομιμοποίηση χωρίς να απαιτείται αντίστοιχη μεταβολή της ρωσικής συμπεριφοράς.

Η αντίθετη άποψη είναι ότι η άρνηση επικοινωνίας δεν εμποδίζει την Ουάσιγκτον να διαπραγματεύεται με τη Μόσχα, αλλά αφήνει την Ευρώπη εκτός μιας διαδικασίας που την αφορά άμεσα.

Το τρίτο στρατόπεδο: Όσοι επιμένουν στη στρατηγική ήττα της Ρωσίας

Πίσω από τις διαφορετικές διπλωματικές πρωτοβουλίες υπάρχει μια ακόμη βαθύτερη διαφωνία: ποιος πρέπει να είναι ο τελικός στόχος της δυτικής πολιτικής απέναντι στη Ρωσία;

Μια πλευρά υποστηρίζει ότι η βιώσιμη ειρήνη προϋποθέτει τη στρατηγική αποτυχία της ρωσικής εισβολής.

Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, μια συμφωνία που θα επέτρεπε στη Μόσχα να διατηρήσει σημαντικά οφέλη από τη χρήση στρατιωτικής βίας θα μπορούσε να ενθαρρύνει μελλοντικές επιθετικές ενέργειες.

Το επιχείρημα δεν αφορά μόνο την Ουκρανία.

Αφορά το προηγούμενο που θα δημιουργηθεί για τη διεθνή τάξη και την αρχή ότι τα σύνορα δεν μπορούν να μεταβάλλονται με τη βία.

Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές μιας πιο ενεργητικής διπλωματικής προσέγγισης επισημαίνουν ότι η επιδίωξη πλήρους στρατηγικής ήττας της Ρωσίας απαιτεί μια αξιόπιστη στρατιωτική και πολιτική διαδρομή.

Και αυτή η διαδρομή δεν είναι αυτονόητη.

Η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες και πυρηνικό οπλοστάσιο, ενώ η συνέχιση του πολέμου επιβαρύνει ανθρώπινα και οικονομικά την Ουκρανία.

Επομένως, η διαφωνία δεν αφορά μόνο τις αρχές μιας ειρηνευτικής συμφωνίας, αλλά και την εκτίμηση για το τι είναι στρατιωτικά και πολιτικά εφικτό.

Ο Πούτιν επιχειρεί να αξιοποιήσει το ευρωπαϊκό ρήγμα

Το Κρεμλίνο παρακολουθεί προσεκτικά τις διαφορετικές προσεγγίσεις που αναπτύσσονται στη Δύση.

Ο Πούτιν υποδέχθηκε θετικά την ύπαρξη Ευρωπαίων ηγετών που επιδιώκουν διάλογο αντί να θέτουν ως αποκλειστικό στόχο τη στρατηγική ήττα της Ρωσίας.

Η τοποθέτηση αυτή δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη μεγαλύτερης διάθεσης για συμβιβασμό.

Μπορεί επίσης να λειτουργεί ως μέσο ενίσχυσης των διαφωνιών ανάμεσα στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Εάν η Μόσχα καταφέρει να παρουσιάσει ορισμένες χώρες ως περισσότερο διαλλακτικές και άλλες ως εμπόδιο στην ειρήνη, αποκτά επιπλέον διπλωματικό περιθώριο.

Αυτό εξηγεί γιατί οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη προσοχή οποιαδήποτε πρωτοβουλία επικοινωνίας με το Κρεμλίνο.

Η πρόκληση είναι να διατηρηθεί ενιαία η δυτική στάση χωρίς να αποκλειστεί η δυνατότητα διαπραγμάτευσης.

Το μεγάλο ευρωπαϊκό δίλημμα: Ποιος θα καθίσει στο τραπέζι με τη Ρωσία;

Η πρωτοβουλία Στουμπ–Στέρε έχει και μια δεύτερη διάσταση: την εκπροσώπηση της Ευρώπης σε μια πιθανή ειρηνευτική διαδικασία.

Οι δύο ηγέτες δεν φαίνεται να επιδιώκουν να αναλάβουν μόνιμα τον ρόλο των βασικών Ευρωπαίων διαπραγματευτών.

Αντίθετα, η λογική τους είναι να δημιουργήσουν έναν λειτουργικό δίαυλο επικοινωνίας, ο οποίος σε επόμενο στάδιο θα μπορούσε να περάσει σε μεγαλύτερες ευρωπαϊκές δυνάμεις.

Στο πλαίσιο αυτό αναφέρονται η Γερμανία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, με πιθανή συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ιταλίας.

Όμως αυτή η επιλογή δημιουργεί νέα ερωτήματα.

Ποιος θα εκπροσωπεί τα κράτη της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ; Ποιος θα διαπραγματεύεται για τις ευρωπαϊκές κυρώσεις; Ποιος θα αναλάβει το κόστος των εγγυήσεων ασφαλείας και της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης;

Η Ευρώπη διαθέτει ουσιαστικά εργαλεία επιρροής, από τις οικονομικές κυρώσεις και τα δεσμευμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία μέχρι την ενταξιακή πορεία της Ουκρανίας.

Ωστόσο, η δυνατότητα αξιοποίησής τους εξαρτάται από την ύπαρξη κοινής πολιτικής θέσης.

Αμπού Ντάμπι: Η επόμενη δοκιμασία της δυτικής συνοχής

Το επόμενο κρίσιμο ορόσημο είναι οι σχεδιαζόμενες συνομιλίες μεταξύ Ρωσίας, Ουκρανίας και Ηνωμένων Πολιτειών, με το Αμπού Ντάμπι να εμφανίζεται ως πιθανός τόπος διεξαγωγής τους.

Η διαδικασία παραμένει ευάλωτη στις εξελίξεις στο πεδίο των μαχών και στις πολιτικές αποφάσεις των εμπλεκόμενων πλευρών.

Η Ουκρανία επιδιώκει μια συμφωνία που δεν θα αφήνει τη χώρα εκτεθειμένη σε νέα εισβολή.

Η Ρωσία επιμένει σε απαιτήσεις που συνδέονται με τα εδάφη και την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Η κυβέρνηση Τραμπ αναζητεί μια διαπραγματευτική διέξοδο, αλλά η έμφαση στα οικονομικά ανταλλάγματα προκαλεί αμφιβολίες σε σημαντικό μέρος της Ευρώπης.

Την ίδια στιγμή, οι Ευρωπαίοι δεν έχουν συμφωνήσει ούτε στο επιθυμητό τελικό αποτέλεσμα ούτε στον τρόπο με τον οποίο θα εκπροσωπηθούν στις συνομιλίες.

Το πιο επικίνδυνο ενδεχόμενο για την ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν είναι μόνο να αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις.

Είναι να διαμορφωθεί μια συμφωνία με άμεσες συνέπειες για την ήπειρο, χωρίς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να έχουν ουσιαστικό λόγο στους όρους της.

Ο χειμώνας στην Ουκρανία και τα όρια της διπλωματίας

Παρά τις διπλωματικές κινήσεις, η πραγματικότητα στο πεδίο παραμένει εξαιρετικά δύσκολη.

Οι ρωσικές επιθέσεις στις ουκρανικές ενεργειακές και βιομηχανικές υποδομές ενισχύουν την ανησυχία ότι η Μόσχα επιδιώκει να αυξήσει την πίεση στο Κίεβο κατά τους χειμερινούς μήνες.

Αυτό δημιουργεί ένα θεμελιώδες πρόβλημα για όσους υποστηρίζουν την άμεση επανέναρξη των συνομιλιών: η ύπαρξη διαύλου επικοινωνίας δεν συνεπάγεται ότι η ρωσική ηγεσία είναι έτοιμη να αποδεχθεί μια βιώσιμη συμφωνία.

Αντίστοιχα, η επιμονή στη στρατιωτική ήττα της Ρωσίας δεν απαντά από μόνη της στο ερώτημα πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει η Ουκρανία έναν πόλεμο φθοράς.

Η αμερικανική προσέγγιση, τέλος, αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να υπερεκτιμήσει τη σημασία των οικονομικών κινήτρων απέναντι σε μια σύγκρουση με βαθιές ιστορικές και γεωστρατηγικές ρίζες.

Στο επίκεντρο παραμένουν τρία ανοιχτά ζητήματα: τα ουκρανικά εδάφη, οι δεσμευτικές εγγυήσεις ασφαλείας και ο ρόλος της Ευρώπης στη μεταπολεμική σχέση με τη Ρωσία.

Χωρίς συμφωνία σε αυτά, ακόμη και μια συνάντηση Πούτιν–Ζελένσκι θα μπορούσε να αποδειχθεί περισσότερο διπλωματικό γεγονός παρά πραγματική καμπή στον πόλεμο.

Πηγή: pagenews.gr

Μάτα Χάρι
Μάτα Χάρι Δημοσιογράφος Πολιτικού & Παραπολιτικού Ρεπορτάζ
Δημοσιογράφος με εμπειρία στο πολιτικό και παραπολιτικό ρεπορτάζ, με έμφαση στις εξελίξεις, το πολιτικό παρασκήνιο και τα κέντρα αποφάσεων. Απόφοιτος Δημοσιογραφίας, με εξειδίκευση στην πολιτική επικοινωνία και τα ψηφιακά ΜΜΕ.