27.09.2026 | 07:00
Το πρόβλημα είναι στην αντλία.
Η απόφαση, όμως, περνά πλέον και από τις Βρυξέλλες.
Με τις τιμές των καυσίμων να έχουν μετατραπεί ξανά σε έναν από τους μεγαλύτερους πονοκεφάλους για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, η κυβέρνηση ανοίγει για πρώτη φορά καθαρά την πόρτα μιας προσωρινής μείωσης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης.
Όχι όμως χωρίς όρους.
Ο Παύλος Μαρινάκης περιέγραψε το κυβερνητικό δίλημμα με δύο αριθμούς και μία ευρωπαϊκή προϋπόθεση:
ο ΕΦΚ αποδίδει περίπου 4 δισ. ευρώ τον χρόνο στα δημόσια ταμεία και η Ελλάδα έχει φτάσει στις οροφές δαπανών.
Άρα, για μια έκτακτη φορολογική παρέμβαση, η Αθήνα επιδιώκει ευρωπαϊκή εξαίρεση ώστε το δημοσιονομικό κόστος να μη μετρήσει στον συγκεκριμένο κανόνα.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ξεκαθάρισε ότι το ζήτημα δεν είναι εάν η κυβέρνηση θα ήθελε χαμηλότερο ΕΦΚ.
Το ερώτημα είναι ποιος πληρώνει τον λογαριασμό.
«Υπάρχουν δύο θέματα που αν δεν θέσουμε, δεν λέμε στον κόσμο όλη την ιστορία όπως έχει.»
Το πρώτο, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η χρηματοδότηση.
«Ο ΕΦΚ φέρνει στα κρατικά ταμεία τον χρόνο 4 δισεκατομμύρια ευρώ.»
Το δεύτερο είναι οι ευρωπαϊκές οροφές δαπανών.
«Επειδή έχουμε φτάσει στις οροφές δαπανών, για να μπορέσουμε να πάρουμε ένα τέτοιο έκτακτο μέτρο, πρέπει να δοθεί από την Ευρώπη η εξαίρεση από τον υπολογισμό των οροφών δαπανών.»
Και αυτό είναι πλέον το κεντρικό κυβερνητικό επιχείρημα.
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη τεχνική διάκριση.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ευρωπαϊκή άδεια απλώς και μόνο για να μειώσει τον ΕΦΚ, εφόσον δεν πέσει κάτω από τα ελάχιστα επίπεδα που προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία.
Στην αμόλυβδη, το ευρωπαϊκό ελάχιστο είναι 359 ευρώ ανά 1.000 λίτρα.
Η Ελλάδα βρίσκεται στα 700 ευρώ.
Στο diesel κίνησης, το ευρωπαϊκό ελάχιστο είναι 330 ευρώ ανά 1.000 λίτρα.
Η Ελλάδα βρίσκεται στα 410 ευρώ.
Υπάρχει συνεπώς φορολογικό περιθώριο.
Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού:
στα έσοδα που θα χαθούν και στον τρόπο με τον οποίο αυτά θα καταγραφούν στον δημοσιονομικό λογαριασμό.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε ήδη ανοίξει το συγκεκριμένο παράθυρο.
«Δεν αντέχει ο προϋπολογισμός αυτή τη στιγμή να κόψουμε τον ΕΦΚ.»
Και αμέσως πρόσθεσε:
«Αν όμως είχαμε μία ειδική άδεια από την Ευρώπη να το κάναμε, να μην μετρούσε αυτό στις οροφές δαπανών, βεβαίως και θα το κάναμε, προσωρινά.»
Η τελευταία λέξη είναι σημαντική.
Προσωρινά.
Η κυβέρνηση δεν συζητά, με τα σημερινά δεδομένα, μόνιμη μείωση του φόρου.
Συζητά ένα έκτακτο εργαλείο για όσο διαρκεί η ενεργειακή κρίση.
Εδώ βρίσκεται η δύσκολη αριθμητική.
Δεν σημαίνει ότι για οποιαδήποτε μείωση απαιτούνται 4 δισ. ευρώ.
Τα 4 δισ. είναι, σύμφωνα με την κυβέρνηση, τα συνολικά ετήσια έσοδα από τον ΕΦΚ στα καύσιμα.
Το πραγματικό κόστος μιας παρέμβασης εξαρτάται από:
Άλλο λοιπόν πλήρης κατάργηση ή μέγιστη μείωση και άλλο μια προσωρινή παρέμβαση μερικών λεπτών ανά λίτρο.
Αυτό ακριβώς θα καθορίσει και το τελικό δημοσιονομικό κόστος.
Η κυβερνητική επιδίωξη μπορεί να περιγραφεί απλά:
να αντιμετωπιστεί η έκτακτη ενεργειακή παρέμβαση με ειδική δημοσιονομική ευελιξία.
Δηλαδή να μπορεί μια χώρα, λόγω της ενεργειακής κρίσης, να μειώσει προσωρινά τη φορολογία χωρίς η απώλεια εσόδων να περιορίζει ισόποσα τις υπόλοιπες δαπάνες της.
Η Ελλάδα έχει δεσμευθεί σε συγκεκριμένη πορεία καθαρών δαπανών στο νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο.
Και γι’ αυτό η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, χωρίς εξαίρεση, οποιαδήποτε μεγάλη φορολογική μείωση πρέπει να βρει χρηματοδότηση από αλλού.
Ο Μαρινάκης επιχειρεί ταυτόχρονα να αποκλείσει ένα δεύτερο σενάριο:
να μειωθεί ο ΕΦΚ και το κενό να καλυφθεί με άλλη φορολογία.
Η κυβερνητική γραμμή είναι ότι μια τέτοια μεταφορά του βάρους δεν θα αποτελούσε πραγματική ελάφρυνση.
Το Μαξίμου θέλει επομένως, εφόσον ανοίξει ο δρόμος για τον ΕΦΚ, η παρέμβαση να λειτουργήσει ως καθαρή προσωρινή ελάφρυνση.
Η πίεση όμως μεγαλώνει επειδή ο λογαριασμός έχει ήδη περάσει στον καταναλωτή.
Οι τρέχουσες τιμές που καταγράφονται στην αγορά έχουν οδηγήσει την αμόλυβδη πάνω από τα 2,20 ευρώ ανά λίτρο, ενώ το diesel κινείται κοντά στα ίδια υψηλά επίπεδα.
Και η ανησυχία δεν περιορίζεται στα ΙΧ.
Το ακριβό diesel περνά στις μεταφορές.
Οι μεταφορές περνούν στο κόστος των προϊόντων.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος πιέζει τις επιχειρήσεις.
Και τελικά η ενεργειακή κρίση αποκτά δεύτερο γύρο επιπτώσεων στην ακρίβεια.
Υπάρχει ακόμη ένας λόγος.
Ο ΕΦΚ είναι σταθερό ποσό ανά λίτρο.
Δεν μειώνεται αυτόματα όταν ανεβαίνει η διεθνής τιμή του πετρελαίου.
Και πάνω στη φορολογημένη τιμή επιβάλλεται στη συνέχεια ΦΠΑ.
Έτσι, όταν η διεθνής αγορά ανεβαίνει, ο καταναλωτής βλέπει το τελικό κόστος στην αντλία να επιβαρύνεται από ένα μείγμα διεθνών τιμών, περιθωρίων και φορολογίας.
Γι’ αυτό η αντιπολίτευση επιμένει ότι ο ΕΦΚ είναι ένα από τα εργαλεία που μπορεί να χρησιμοποιήσει άμεσα η κυβέρνηση.
Από το ΠΑΣΟΚ μέχρι τον ΣΥΡΙΖΑ, την Ελληνική Λύση, τη Νίκη και την Πλεύση Ελευθερίας, η κυβερνητική πολιτική βρίσκεται υπό πίεση.
Οι προσεγγίσεις δεν είναι ίδιες.
Κοινός παρονομαστής, όμως, είναι η απαίτηση για μεγαλύτερη παρέμβαση απέναντι στο ενεργειακό κόστος.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης συνδέει την ακρίβεια με ένα ευρύτερο μοντέλο παραγωγής και περιφερειακής ανάπτυξης.
Από τη Σαντορίνη πρότεινε ειδικό λογαριασμό μέσω του οποίου έσοδα που συνδέονται με τον ΦΠΑ των νησιών θα επιστρέφουν στις τοπικές κοινωνίες για υγεία, παιδεία, μεταφορές και περιβάλλον.
Πολύ πιο επιθετική ήταν η Ρένα Δούρου.
Η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ υποστήριξε:
«Αυτή τη στιγμή έχουμε ένα καρτέλ τεσσάρων παρόχων και σέρνει τον χορό η ΔΕΗ.»
Και έθεσε το ζήτημα της αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα εξάγει περίσσεια σε χαμηλότερες τιμές και αναγκάζεται άλλες ώρες να εισάγει ακριβότερη ενέργεια.
Ο χαρακτηρισμός «καρτέλ» αποτελεί πολιτική καταγγελία της ίδιας και όχι διαπιστωμένο γεγονός περί παράνομης σύμπραξης των εταιρειών.
Το ουσιαστικό ζήτημα που βρίσκεται πίσω από την αντιπαράθεση, πάντως, είναι υπαρκτό:
όσο αυξάνεται η συμμετοχή των ΑΠΕ, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν η αποθήκευση, τα δίκτυα και η δυνατότητα μεταφοράς της φθηνότερης παραγωγής από τις ώρες πλεονάσματος στις ώρες υψηλής ζήτησης.
Αυτό είναι τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα για την κυβέρνηση.
Η ενέργεια δεν αποτελεί έναν απομονωμένο λογαριασμό.
Μπαίνει παντού.
Στο αυτοκίνητο.
Στο σπίτι.
Στο φορτηγό.
Στην αγροτική παραγωγή.
Στη βιομηχανία.
Στο ράφι.
Και όσο περισσότερο διαρκεί η κρίση, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με επιδοτήσεις συγκεκριμένων κατηγοριών.
Η κυβέρνηση έχει ήδη προαναγγείλει ότι στις 30 Σεπτεμβρίου θα παρουσιάσει τα πρώτα μέτρα για τα καύσιμα.
Και στις 14 Οκτωβρίου αναμένονται οι ανακοινώσεις για το πετρέλαιο θέρμανσης.
Αυτές οι ημερομηνίες μετατρέπονται πλέον σε πολιτικά ορόσημα.
Γιατί θα δείξουν εάν η κυβέρνηση θα παραμείνει στο μοντέλο των στοχευμένων ενισχύσεων ή εάν η διάρκεια και η ένταση της κρίσης θα την οδηγήσουν σε μεγαλύτερη παρέμβαση.
Η κυβέρνηση έχει ουσιαστικά ανοίξει την πόρτα.
Μητσοτάκης και Μαρινάκης λένε πλέον δημόσια ότι θα εξέταζαν προσωρινή μείωση του ΕΦΚ εφόσον εξασφαλιστεί η απαραίτητη δημοσιονομική ευελιξία.
Άρα η συζήτηση αλλάζει.
Δεν είναι πλέον:
«Μειώνεται ή όχι ο ΕΦΚ;»
Είναι:
«Πόσο μπορεί να μειωθεί, πόσο θα κοστίσει και ποιος θα επιτρέψει να μη μετρήσει ο λογαριασμός στις ευρωπαϊκές οροφές;»
Και κάπου εκεί, η ελληνική ενεργειακή κρίση συναντά τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες της Ευρώπης.
Η τιμή γράφεται στην αντλία — αλλά ένα κρίσιμο μέρος της πολιτικής απόφασης θα παιχτεί στις Βρυξέλλες.
Πηγή: pagenews.gr