Μόρια

Μόρια
Η Μόρια είναι χωριό στην ανατολική Λέσβο, με πληθυσμό 1.164 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2011.

Είναι κτισμένη σε μεσοσταθμικό υψόμετρο 30 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, στους πρόποδες του λόφου Άγιος Δημήτριος. Απέχει 1 ως 1,5 χιλιόμετρο από τη θάλασσα (όρμος Παναγιούδας) και μόλις 7,5 χιλιόμετρα οδικώς από την πρωτεύουσα του νησιού Μυτιλήνη. Διοικητικά η Μόρια υπάγεται σήμερα σε ομώνυμη δημοτική κοινότητα, στη Δημοτική Ενότητα Μυτιλήνης του Δήμου και Περιφερειακής Ενότητας Λέσβου, της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου. Κοντινότεροι οικισμοί είναι το Μάρμαρο και η Αχλιά. Οι γεωγραφικές συντεταγμένες της Μόριας είναι πλάτος 39°08΄ Βόρειο και μήκος 26°31΄ Ανατολικό.

Το καλύτερα σωζόμενο τμήμα του αρχαίου Ρωμαϊκού Υδραγωγείου της πόλεως της Μυτιλήνης, οι «Καμάρες», βρίσκεται στην περιοχή της Μόριας, 500 μέτρα από τα τελευταία σπίτια του νότιου άκρου του χωριού. Η τοξοστοιχία που σώζεται έχει μήκος 170 μέτρα και 17 τόξα, με μέγιστο ύψος 27 μέτρα. Κάθε άνοιγμα αποτελείται από τρία επάλληλα τόξα, που στηρίζονται σε πεσσούς. Κάθε πεσσός έχει επίκρανο με κυμάτιο και άβακα. Οι πεσσοί και οι θολίτες των τόξων κατασκευάστηκαν από λεσβιακό γκρίζο μάρμαρο.

Πιθανολογείται ότι το υδραγωγείο κατασκευάσθηκε επί Αυτοκράτορα Αδριανού (2ος αι. μ.Χ.). Ξεκινούσε από τους πρόποδες του όρους Όλυμπος και με ένα σύστημα συλλογής υδάτων και δίκτυο καναλιών (υπόγειων και επιφανειακών) έφερνε το νερό μέχρι τον λόφο της Αγίας Κυριακής στην πόλη της Μυτιλήνης. Εκεί υπήρχε υδατοδεξαμενή, από την οποία αγωγοί μοίραζαν το νερό στις δημόσιες κρήνες, τα δημόσια λουτρά και τις επαύλεις. Το συνολικό μήκος του υδραγωγείου σύμφωνα με ιστορικές πηγές ήταν 26 χιλιόμετρα. Στην αρχή του δρόμου προς τη Μόρια διακρίνονται ίχνη αρχαίου λατομείου, από το οποίο ίσως να προέρχονται αρκετά από τα υλικά κατασκευής του υδραγωγείου.

Στη Μόρια σώζονται επίσης και «πύργοι», δηλαδή οχυρές εξοχικές κατοικίες που εξυπηρετούσαν και αμυντικούς σκοπούς, αλλά και νεότερα αρχοντικά εξοχικά, καθώς το χωριό υπήρξε παλιά τόπος παραθερισμού των εύπορων Μυτιληναίων. Ο κυριότερος ναός του χωριού είναι τρίκλιτη βασιλική αφιερωμένη στον Άγιο Βασίλειο και χρονολογείται από το 1769, ενώ στον περίβολό του διακρίνονται τμήματα παλαιοχριστιανικού ναού. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο της βασιλικής φιλοτεχνήθηκε το 1781. Αξιόλογες είναι και οι εκεί φορητές εικόνες που αγιογράφησε ο ιερέας Βασίλειος Μπάμιας, ιδίως η «Παναγία Ασμάτων», από πηλό ζυμωμένο με αρωματικά υλικά: μαστίχα, λιβάνι, γαρίφαλα και τριαντάφυλλα.

Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα η Μόρια τροφοδοτεί την πόλη της Μυτιλήνης με οπωροκηπευτικά, ενώ τα 5 ελαιοτριβεία που κτίσθηκαν στά τέλη του 19ου αιώνα στην περιοχή της μαρτυρούν την ποσότητα παραγωγής λαδιού και την κύρια ασχολία του πληθυσμού. Από αυτά, το ελαιοτριβείο του Ζερβίνη αποτελεί αξιόλογο δείγμα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής. Το κτήριο του γυμνασίου, έργο του 1848, είναι επίσης αντιπροσωπευτικό δείγμα της προσπάθειας εύπορων Ελλήνων της τουρκοκρατούμενης Λέσβου να προσδώσουν μνημειακό ύφος στα δημόσια κτήριά τους.

Το Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης Προσφύγων

  • Τη δεκαετία του 2010 το χωριό έγινε παγκόσμια γνωστό από το «Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης» (ΚΥΤ) προσφύγων της Λέσβου που εγκαταστάθηκε εκεί και έχει υποδομές για τη φιλοξενία 2.330 ατόμων.
  • Το 2018 πάνω από 8.300 πρόσφυγες και μετανάστες βρίσκονται στον πρώην στρατόπεδο, διαμένοντας σε ναυτιλιακά εμπορευματοκιβώτια και ετοιμόρροπες σκηνές υπό συνθήκες που επικρίνονται ευρέως ότι δεν πληρούν τα βασικά πρότυπα.

Μόρια σχετικές ειδήσεις:

Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Δείτε την πολιτική μας κάνοντας κλικ εδώ.
Αποδέχομαι