Φορολογία, λειτουργικό κόστος και έλλειψη προσωπικού πιέζουν τον κλάδο των ενοικιαζόμενων δωματίων
Πηγή Φωτογραφίας: Φορολογία, λειτουργικό κόστος και έλλειψη προσωπικού πιέζουν τον κλάδο των ενοικιαζόμενων δωματίων
Πολύ ενδιαφέρουσα η μελέτη του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ), αναφορικά με τα ενοικιαζόμενα δωμάτια, έναν σημαντικό κλάδο της ελληνικής οικονομίας.
Τα κυριότερα ζητήματα αφορούν την υψηλή φορολογία, το αυξημένο λειτουργικό κόστος και την έλλειψη προσωπικού, με τις επιχειρήσεις ειδικά στην ηπειρωτική χώρα να προτάσσουν επιπλέον τα ζητήματα της χαμηλής ζήτησης και του ανταγωνισμού από τις on line πλατφόρμες.
Η έρευνα, σε 702 επιχειρήσεις, αναδεικνύει τις τάσεις σε τουριστικές επιχειρήσεις μικρού μεγέθους στις οποίες σχεδόν 2 στις 3 (64%) απασχολούν μόλις 1- 2 εργαζόμενους, το 31% να απασχολεί 3- 5 εργαζομένους και το 4% πάνω από 6 εργαζομένους.
Ως προς τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι εν λόγω επιχειρήσεις, η υψηλή φορολογία αποτελεί το σημαντικότερο εμπόδιο σε εθνικό επίπεδο (75%), με πολύ υψηλά ποσοστά σε Βόρειο Αιγαίο (87%), Δωδεκάνησα (85%), καθώς και σε Κρήτη (78%), Πελοπόννησο (78%), Αν. Μακεδονία και Θράκη (77%) και Ιόνια Νησιά (77%).
Ως δεύτερο κρίσιμο εμπόδιο εντοπίζεται το αυξημένο λειτουργικό κόστος σε ποσοστό 72%, με ιδιαίτερα υψηλές τιμές σε Θεσσαλία και Κυκλάδες σε ποσοστό και στις δύο περιπτώσεις στο 90%, ακολουθεί η Κρήτη με 86%, τα Δωδεκάνησα με 85% και η Πελοπόννησος (83%), ενώ υψηλά ποσοστά σημειώνονται και στα Ιόνια Νησιά (73%) και στο Βόρειο Αιγαίο (70%).
Η έλλειψη προσωπικού καταγράφεται ως σημαντικό πρόβλημα σε ποσοστό 52%, με κορυφαία ένταση στην Κεντρική Μακεδονία (94%) και υψηλά ποσοστά στις Κυκλάδες (70%), στην Στερεά Ελλάδα (56%) και με 54% στην Ήπειρο και στα Δωδεκάνησα.
Η χαμηλή ζήτηση εμφανίζεται συνολικά σε χαμηλότερο επίπεδο (12%), ωστόσο αποτελεί ιδιαίτερα έντονο ζήτημα στη Δυτική Ελλάδα (67%) και στη Στερεά Ελλάδα (44%) και αντίστοιχα συμβαίνει και με τον ανταγωνισμό από online πλατφόρμες που επίσης παραμένει δευτερεύον θέμα σε εθνικό επίπεδο (17%), αλλά εμφανίζεται εντονότερα σε Ήπειρο (38%) και Κεντρική Μακεδονία (38%) καθώς και στη Δυτική Ελλάδα (33%).
Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων δεν αποτελεί μια συγκυριακή κατάσταση αλλά διαμορφώνει ένα πιεστικό περιβάλλον λειτουργίας για τις μικρές επιχειρήσεις του κλάδου που εν δυνάμει μπορεί να οξυνθεί λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων.
Ως προς τις αγορές που εξυπηρετούν, συνολικά, τα εν λόγω καταλύματα εμφανίζουν σαφή προσανατολισμό προς το εξωτερικό αφού, σε εθνικό επίπεδο, το 65% δηλώνει ότι εξυπηρετεί κυρίως πελάτες από το εξωτερικό, το 8% επικεντρώνεται στην ελληνική αγορά, ενώ το 27% εξυπηρετεί εξίσου πελάτες από το εξωτερικό και την Ελλάδα. Τα στοιχεία αναδεικνύουν την κυριαρχία της διεθνούς ζήτησης, αλλά και την ύπαρξη σημαντικής μερίδας καταλυμάτων με μικτό προσανατολισμό. Σε εθνικό επίπεδο, οι βασικότερες αγορές προέλευσης πελατών από το εξωτερικό είναι η Γερμανία (43%), το Ηνωμένο Βασίλειο (40%) και η Ιταλία (38%) ενώ ακολουθούν η Ρουμανία (31%), η Γαλλία (23%), η Βουλγαρία (22%) και η Σερβία (22%).
Πέραν των μεγάλων δυτικοευρωπαϊκών αγορών, οι αγορές των Βαλκανίων εμφανίζουν ισχυρή παρουσία ανάμεσα στην πελατεία των ενοικιαζόμενων δωματίων σε ορισμένες Περιφέρειες, με χαρακτηριστική περίπτωση την Αν. Μακεδονία & Θράκη, όπου ξεχωρίζουν η Ρουμανία (88%), η Βουλγαρία (85%), η Σερβία (67%) και η Τουρκία (63%), καθώς και την Κεντρική Μακεδονία, όπου καταγράφονται υψηλά ποσοστά από Σερβία (47%), Ρουμανία (34%) και Βόρεια Μακεδονία (38%). Η στόχευση αυτών των αγορών μέσω μιας συνεκτικής στρατηγικής μπορεί να ενισχύσει τη ζήτηση στις λιγότερο τουριστικές περιοχές.
Σημαντικό κομμάτι των πελατών επωφελείται από τη χρήση προγραμμάτων κοινωνικού τουρισμού που εμφανίζει έντονες διαφοροποιήσεις ανά Περιφέρεια. Σε αρκετές Περιφέρειες καταγράφεται πλειοψηφική χρήση μεταξύ των πελατών από Ελλάδα, ενώ σε άλλες είναι μηδενική, υποδηλώνοντας διαφορετικό προφίλ εγχώριας ζήτησης και διαφορετικό βαθμό αξιοποίησης των σχετικών προγραμμάτων.
Σε εθνικό επίπεδο, η μέση τελική τιμή πώλησης ανά διανυκτέρευση το 2025 διαμορφώθηκε στα 126€ για την υψηλή περίοδο και στα 78€ για τη χαμηλή, επιβεβαιώνοντας σαφή εποχική διαφοροποίηση στις τιμές.
Εν γένει, οι Περιφέρειες με την ισχυρότερη τουριστική δυναμική (Ιόνια, Κρήτη, Αττική) διατήρησαν τις υψηλότερες τιμές και εμφάνισαν ελαφρώς πιο αισιόδοξες ή σταθερές προοπτικές, ενώ περιοχές που βασίζονται περισσότερο στον εγχώριο τουρισμό, όπως η Δυτική και Στερεά Ελλάδα, εξέφρασαν μεγαλύτερη ανησυχία για τη μελλοντική τους κερδοφορία.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο
Το σχόλιο σας