Policy Briefs

Βρετανία: Επιστροφή στην ενιαία αγορά από το «παράθυρο» του Brexit;

Βρετανία: Επιστροφή στην ενιαία αγορά από το «παράθυρο» του Brexit;
Η κυβέρνηση Στάρμερ εξετάζει δυναμική ευθυγράμμιση με κανόνες της ΕΕ μέσω «Henry VIII powers», όμως δεν πρόκειται για κατάργηση του Brexit ούτε για πλήρη επανένταξη

Η συζήτηση για το μέλλον της σχέσης του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Ένωση επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο, με αφορμή τα αποκαλυπτικά ρεπορτάζ βρετανικών μέσων για ένα νέο νομοθετικό σχέδιο που θα μπορούσε να επιτρέψει στο Λονδίνο να ευθυγραμμίζεται ταχύτερα με κανόνες της ευρωπαϊκής ενιαίας αγοράς. Η εξέλιξη αυτή τροφοδοτεί σενάρια για ένα είδος «ήπιας επιστροφής» της Βρετανίας στην ευρωπαϊκή οικονομική αρχιτεκτονική, όχι όμως με τη μορφή επανένταξης στην ΕΕ ή ακύρωσης του Brexit, αλλά μέσω τεχνικών και θεσμικών μηχανισμών που θα διευκολύνουν την προσέγγιση.

Στην καρδιά της συζήτησης βρίσκονται οι λεγόμενες “Henry VIII powers”, δηλαδή οι εξουσίες που επιτρέπουν σε Βρετανούς υπουργούς να τροποποιούν ή να εφαρμόζουν κανόνες μέσω δευτερογενούς νομοθεσίας, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά πλήρης νέα κοινοβουλευτική διαδικασία. Ο όρος παραπέμπει ιστορικά στον νόμο του 1539, όταν ο Ερρίκος Η΄ απέκτησε τη δυνατότητα να νομοθετεί με διατάγματα, και σήμερα χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ευχέρεια της εκτελεστικής εξουσίας να κινείται πιο γρήγορα αλλά με περιορισμένο κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Τι πραγματικά εξετάζει το Λονδίνο

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της Guardian, η κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ ετοιμάζει νέο νομοσχέδιο στο πλαίσιο του λεγόμενου UK-EU reset, το οποίο θα μπορούσε να επιτρέψει στο Ηνωμένο Βασίλειο να υιοθετεί πιο εύκολα εξελισσόμενους κανόνες της ενιαίας αγοράς σε συγκεκριμένους τομείς, όπως τα τρόφιμα, τα ποτά, οι τεχνικές προδιαγραφές, οι εκπομπές και ενδεχομένως η ενέργεια. Η λογική πίσω από αυτή την προσέγγιση είναι να περιοριστούν τα εμπορικά εμπόδια που δημιούργησε το Brexit, χωρίς η Βρετανία να επιστρέψει επίσημα στην τελωνειακή ένωση ή στην ενιαία αγορά ως πλήρες μέλος.

Με άλλα λόγια, αυτό που συζητείται δεν είναι ένα «αντίο Brexit» με τη στενή θεσμική έννοια, αλλά μια πιο πραγματιστική επαναπροσέγγιση, κυρίως στο οικονομικό και ρυθμιστικό επίπεδο. Ο ίδιος ο Στάρμερ έχει δηλώσει ότι είναι «φιλόδοξος» για περισσότερη συνεργασία με την ενιαία αγορά όπου αυτό εξυπηρετεί τα βρετανικά οικονομικά συμφέροντα, ενώ η κυβέρνησή του αναζητεί ήδη ειδικές συμφωνίες με την ΕΕ για τον χάλυβα, τα ηλεκτρικά οχήματα, τα αγροδιατροφικά πρότυπα και άλλους τομείς που έχουν πληγεί από τους μετα-Brexit φραγμούς.

Το οικονομικό κίνητρο πίσω από τη νέα στροφή

Η αλλαγή προσέγγισης δεν είναι τυχαία. Το οικονομικό κόστος του Brexit εξακολουθεί να βαραίνει πολλές βρετανικές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα όσες εξαρτώνται από το εμπόριο με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η αυξημένη γραφειοκρατία, οι έλεγχοι, οι καθυστερήσεις και η απόκλιση στους κανόνες έχουν επιβαρύνει το κόστος για εξαγωγείς και εισαγωγείς, ενώ η βρετανική κυβέρνηση αναζητεί πλέον τρόπους να περιορίσει αυτή τη φθορά χωρίς να ξανανοίξει επίσημα τη μάχη για πλήρη επανένταξη. Η Guardian σημειώνει ότι μια βαθύτερη ευθυγράμμιση θα μπορούσε να έχει ουσιαστικά οικονομικά οφέλη, αν και αναλυτές εκτιμούν ότι τα άμεσα κέρδη από τις πρώτες συμφωνίες θα είναι μάλλον περιορισμένα σε σχέση με την πλήρη πρόσβαση στην ενιαία αγορά.

Αυτό εξηγεί γιατί το Λονδίνο επιλέγει προς το παρόν μια σταδιακή, «κραμπουάζ» πορεία, όπως τη χαρακτηρίζουν βρετανικά μέσα: όχι δηλαδή ανοιχτό αίτημα επιστροφής στην ΕΕ, αλλά βήμα-βήμα επανασύνδεση σε τομείς όπου το οικονομικό όφελος είναι προφανές και πολιτικά πιο εύκολο να υπερασπιστεί.

Το μεγάλο αγκάθι: δημοκρατική νομιμοποίηση και πολιτικό κόστος

Ακριβώς εδώ αρχίζουν και οι σοβαρές αντιδράσεις. Η χρήση των “Henry VIII powers” σε τόσο κρίσιμα ζητήματα θεωρείται από πολλούς συνταγματολόγους και πολιτικούς επικίνδυνη, επειδή επιτρέπει στην κυβέρνηση να περνά ρυθμίσεις χωρίς την κανονική ένταση του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Αν και η δευτερογενής νομοθεσία δεν σημαίνει πλήρη παράκαμψη του Κοινοβουλίου, οι βουλευτές έχουν σαφώς μικρότερη δυνατότητα τροποποίησης και ουσιαστικής παρέμβασης σε σχέση με μια πλήρη νομοθετική διαδικασία.

Η αντιπολίτευση από τα δεξιά ήδη παρουσιάζει το σχέδιο ως «επιστροφή από την πίσω πόρτα» στους κανόνες των Βρυξελλών. Συντηρητικοί και Reform UK υποστηρίζουν ότι μια τέτοια κίνηση θα υπονόμευε το πνεύμα του δημοψηφίσματος του 2016, επιτρέποντας στη Βρετανία να δεσμεύεται ξανά από ευρωπαϊκούς κανόνες χωρίς να έχει λόγο στη διαμόρφωσή τους. Από την άλλη πλευρά, φιλοευρωπαϊκές φωνές υποστηρίζουν ότι η προσέγγιση αυτή είναι περισσότερο ρεαλιστική παρά ιδεολογική, αφού στοχεύει στη μείωση του κόστους για επιχειρήσεις και καταναλωτές.

Θα το δεχτεί η Ευρωπαϊκή Ένωση;

Ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο η ΕΕ θα δεχόταν μια πιο στενή βρετανική σύνδεση χωρίς τις πλήρεις θεσμικές υποχρεώσεις που συνοδεύουν την κανονική συμμετοχή στην ενιαία αγορά. Η ΕΕ έχει παραδοσιακά επιμείνει ότι η πρόσβαση στην ενιαία αγορά συνδέεται με σαφείς κανόνες, εποπτεία και δεσμεύσεις, κάτι που σημαίνει πως το Λονδίνο δεν μπορεί απλώς να «διαλέγει» τα οφέλη χωρίς αντίστοιχες υποχρεώσεις. Παρ’ όλα αυτά, η τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία και η κοινή ανάγκη για στενότερη συνεργασία σε οικονομία, ενέργεια και ασφάλεια φαίνεται να δημιουργούν μεγαλύτερο περιθώριο για ειδικές συμφωνίες από ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν.

Γι’ αυτό και οι διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη δεν αφορούν μόνο το εμπόριο, αλλά και ένα ευρύτερο πλέγμα συνεργασίας που θα μπορούσε να επαναφέρει τη Βρετανία πιο κοντά στην ευρωπαϊκή κανονιστική σφαίρα επιρροής, χωρίς να ανατρέπεται επίσημα το Brexit.

Επιστροφή ή επανατοποθέτηση;

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι δεν μιλάμε για κατάργηση του Brexit με ένα νομικό τέχνασμα του 1539 ούτε για άμεση επανένταξη της Βρετανίας στην ενιαία αγορά χωρίς κάλπες. Αυτό που όντως συζητείται είναι ένα πολιτικά αμφιλεγόμενο αλλά θεσμικά υπαρκτό σενάριο σταδιακής ευθυγράμμισης με κανόνες της ΕΕ, μέσω δευτερογενούς νομοθεσίας και πιο στενών τομεακών συμφωνιών. Πρόκειται για μια στρατηγική επανατοποθέτησης του Λονδίνου απέναντι στην Ευρώπη, που αντανακλά τόσο την οικονομική πίεση μετά το Brexit όσο και τη δυσκολία της βρετανικής πολιτικής τάξης να ανοίξει ξανά ευθέως τη μεγάλη συζήτηση για την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.

Το αν αυτό θα εξελιχθεί σε μια πιο βαθιά αναθεώρηση της μετα-Brexit στρατηγικής ή θα μείνει σε επιμέρους τεχνικές διευθετήσεις, θα εξαρτηθεί τόσο από τις πολιτικές αντοχές του Κιρ Στάρμερ στο εσωτερικό όσο και από το πόσο πρόθυμες θα εμφανιστούν οι Βρυξέλλες να δεχθούν μια ειδική βρετανική σχέση. Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση έχει ήδη ανοίξει και αποκαλύπτει ότι, δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, το Brexit παραμένει όχι ένα κλειστό κεφάλαιο, αλλά μια ανοιχτή πληγή στη βρετανική πολιτική και οικονομία.

Πηγή: Pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο