Η Ευρώπη βρίσκει τα όπλα – Αλλά ποιος πληρώνει; Το κρυφό πολιτικό κόστος του 5% του ΝΑΤΟ
Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Η Ευρώπη βρίσκει τα όπλα – Αλλά ποιος πληρώνει; Το κρυφό πολιτικό κόστος του 5% του ΝΑΤΟ
Η Ευρώπη έχει αποφασίσει να επανεξοπλιστεί.
Δεν έχει αποφασίσει όμως ακόμη ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό.
Και αυτή μπορεί να αποδειχθεί η σημαντικότερη πολιτική σύγκρουση της επόμενης δεκαετίας.
Στη Σύνοδο της Χάγης τον Ιούνιο του 2025, οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ δεσμεύθηκαν να κατευθύνουν έως το 2035 το 5% του ΑΕΠ τους στην άμυνα και την ευρύτερη ασφάλεια: τουλάχιστον 3,5% για τις καθαρά στρατιωτικές ανάγκες και έως 1,5% για υποδομές, κυβερνοάμυνα, πολιτική προστασία, ανθεκτικότητα και αμυντική βιομηχανία.
Στο χαρτί πρόκειται για τη μεγαλύτερη μεταβολή στην ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική εδώ και δεκαετίες.
Στην πραγματικότητα, όμως, το 5% δημιουργεί ένα δεύτερο και πολύ πιο δύσκολο ερώτημα:
Από πού θα βρεθούν τα χρήματα;
Το 5% είναι στόχος – όχι χρηματοδοτικό σχέδιο
Αυτό είναι το σημείο που συχνά χάνεται πίσω από τις μεγάλες ανακοινώσεις.
Το ΝΑΤΟ καθορίζει το αποτέλεσμα που πρέπει να επιτευχθεί. Δεν δημιουργεί έναν τεράστιο κοινό προϋπολογισμό που θα πληρώσει τον λογαριασμό για κάθε ευρωπαϊκή κυβέρνηση.
Κάθε χώρα πρέπει να χαράξει μια αξιόπιστη σταδιακή πορεία προς το 2035, ενώ το ίδιο το ΝΑΤΟ έχει προβλέψει επανεξέταση της τροχιάς και της ισορροπίας των δαπανών το 2029.
Άρα η μεγάλη πολιτική μάχη μεταφέρεται στα εθνικά κοινοβούλια.
Περισσότερα χρήματα για άμυνα μπορεί να σημαίνουν υψηλότερους φόρους.
Μπορεί να σημαίνουν περισσότερο χρέος.
Μπορεί να σημαίνουν περιορισμό άλλων δαπανών.
Ή μπορεί να σημαίνουν προσπάθεια των κυβερνήσεων να εντάξουν όσο το δυνατόν περισσότερες υφιστάμενες επενδύσεις στο ευρύτερο 1,5% της ασφάλειας.
Και εκεί αρχίζουν να αποκλίνουν οι δρόμοι Βερολίνου, Ρώμης και Μαδρίτης.
Γερμανία: Το πιο επικίνδυνο πολιτικό εργαστήριο
Η Γερμανία βρίσκεται ίσως μπροστά στο δυσκολότερο τεστ.
Ο Φρίντριχ Μερτς καλείται να συνδυάσει την αναβάθμιση της Bundeswehr και τις νέες ευρωπαϊκές αμυντικές απαιτήσεις με μια οικονομία που δεν διαθέτει απεριόριστο δημοσιονομικό χώρο και μια κοινωνία ιδιαίτερα ευαίσθητη στις αλλαγές του κοινωνικού κράτους.
Και το πολιτικό περιβάλλον γίνεται όλο και πιο δύσκολο.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις που καταγράφονται ενόψει των κρίσιμων εκλογών στη Σαξονία-Άνχαλτ εμφανίζουν την AfD γύρω στο 28% σε εθνικό επίπεδο, έναντι περίπου 20%-22% για CDU/CSU, ενώ στο ίδιο το κρατίδιο η AfD ξεπερνά το 40%.
Δεν μπορεί φυσικά αυτή η άνοδος να αποδοθεί μονοδιάστατα στις αμυντικές δαπάνες. Μετανάστευση, οικονομία, κόστος ζωής, ενεργειακές τιμές και η ίδια η ηγεσία Μερτς επηρεάζουν επίσης την εικόνα.
Αλλά δημιουργείται μια επικίνδυνη πολιτική εξίσωση:
όσο περισσότερο η ασφάλεια απαιτεί δημοσιονομικούς πόρους, τόσο περισσότερο η κυβέρνηση πρέπει να εξηγήσει στους ψηφοφόρους τι θυσιάζεται για να χρηματοδοτηθεί.
Το παράδοξο του γερμανικού μοντέλου
Εδώ βρίσκεται το πολιτικά εκρηκτικό στοιχείο.
Η Γερμανία έχει επιλέξει να δώσει πολύ μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο στην άμυνα.
Αυτό μπορεί να είναι στρατηγικά αναγκαίο λόγω της ρωσικής απειλής και των νέων απαιτήσεων του ΝΑΤΟ.
Δεν εξαφανίζει όμως τη δημοσιονομική πίεση από το υπόλοιπο κράτος.
Συντάξεις, Υγεία, κοινωνική προστασία, υποδομές και γήρανση του πληθυσμού εξακολουθούν να ζητούν περισσότερους πόρους.
Το πρόβλημα επομένως δεν είναι τόσο απλό όσο το σύνθημα «όπλα ή συντάξεις».
Είναι πιο σύνθετο και πολιτικά ίσως πιο επικίνδυνο:
ποια δημόσια δαπάνη αποκτά προτεραιότητα όταν όλες μαζί δεν μπορούν να αυξάνονται επ’ άπειρον;
Η AfD περιμένει στη γωνία
Και εδώ το δημοσιονομικό πρόβλημα μετατρέπεται σε πολιτικό.
Η AfD δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι κάθε κοινωνική περικοπή χρηματοδοτεί ένα άρμα μάχης.
Της αρκεί να καλλιεργήσει την εντύπωση ότι το πολιτικό σύστημα βρίσκει δισεκατομμύρια για γεωπολιτικές προτεραιότητες, αλλά όχι για τις ανασφάλειες του μέσου Γερμανού.
Αυτό είναι ιδιαίτερα ισχυρό στα ανατολικά κρατίδια.
Στη Σαξονία-Άνχαλτ, η AfD βρίσκεται πλέον κοντά σε επίπεδα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν ιστορική ανατροπή, αν και η απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν είναι δεδομένη.
Και η πίεση αυτή ήδη χτυπά την πόρτα του ίδιου του Μερτς.
Ιταλία: Η μάχη μεταφέρεται στον ορισμό του «αμυντικού»
Η Τζόρτζια Μελόνι αντιμετωπίζει διαφορετικό πρόβλημα.
Η Ιταλία διαθέτει πολύ υψηλό δημόσιο χρέος και επομένως περιορισμένη δυνατότητα να ανοίξει απλώς τις κάνουλες των κρατικών δαπανών.
Γι’ αυτό αποκτά τεράστια σημασία το δεύτερο σκέλος της συμφωνίας του ΝΑΤΟ.
Το 1,5% μπορεί να περιλαμβάνει δαπάνες που δεν είναι παραδοσιακά στρατιωτικές, εφόσον ενισχύουν κρίσιμες υποδομές, δίκτυα, πολιτική ανθεκτικότητα, καινοτομία ή την αμυντική βιομηχανική βάση.
Ο ίδιος ο Μαρκ Ρούτε έχει χρησιμοποιήσει το χαρακτηριστικό παράδειγμα υποδομών που πρέπει να είναι αρκετά ισχυρές ώστε να μπορούν να μεταφέρουν όχι μόνο πολιτικά οχήματα αλλά και άρματα μάχης.
Και κάπως έτσι ξεκίνησε η συζήτηση για τη Γέφυρα της Μεσσήνης.
Η γέφυρα των €13,5 δισ. και η λεπτή γραμμή
Η υπόθεση έγινε σύμβολο του προβλήματος.
Μια τεράστια υποδομή που συνδέει τη Σικελία με την ηπειρωτική Ιταλία θα μπορούσε θεωρητικά να έχει και στρατιωτική χρησιμότητα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε γέφυρα μπορεί απλώς να βαφτιστεί «άμυνα».
Μάλιστα, όταν δημιουργήθηκε η σχετική συζήτηση, το ιταλικό υπουργείο Υποδομών διευκρίνισε ότι το έργο, κόστους περίπου 13,5 δισ. ευρώ, χρηματοδοτείται ήδη από κρατικούς πόρους και ότι χρήση NATO/αμυντικών πόρων δεν βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη.
Αυτό δεν εξαφανίζει το μεγαλύτερο ερώτημα.
Το κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρον:
πού τελειώνει η πολιτική υποδομών και πού αρχίζει η αμυντική δαπάνη;
Το νέο ευρωπαϊκό παιχνίδι των ορισμών
Το 1,5% δημιουργεί ένα τεράστιο πεδίο πολιτικής διαπραγμάτευσης.
Σιδηρόδρομοι που μεταφέρουν στρατιωτικό υλικό.
Λιμάνια διπλής χρήσης.
Γέφυρες.
Κυβερνοασφάλεια.
Τηλεπικοινωνίες.
Πολιτική προστασία.
Ενεργειακά δίκτυα.
Αμυντική βιομηχανία.
Όλα μπορούν υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις να συνδέονται με την ασφάλεια.
Το ΝΑΤΟ έχει συνεπώς δημιουργήσει σκόπιμα ένα ευρύτερο πλαίσιο από την παραδοσιακή έννοια του στρατιωτικού προϋπολογισμού.
Αυτό προσφέρει στις κυβερνήσεις ευελιξία.
Δημιουργεί όμως και κίνδυνο λογιστικής άμυνας αντί πραγματικής στρατιωτικής ικανότητας.
Ισπανία: Το πολιτικό κόστος μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το συμμαχικό
Η Μαδρίτη αντιμετωπίζει την ίδια εξίσωση από διαφορετική αφετηρία.
Για μια κυβέρνηση που θέλει να προστατεύσει κοινωνικές δαπάνες και αντιμετωπίζει διαφορετική αντίληψη απειλής από εκείνη της Πολωνίας ή των Βαλτικών χωρών, η μετάβαση προς το 5% είναι πολύ δυσκολότερο να πωληθεί πολιτικά.
Και εδώ αποκαλύπτεται το βαθύτερο πρόβλημα του NATO target.
Το ίδιο ποσοστό δεν σημαίνει το ίδιο πολιτικό κόστος στη Βαρσοβία και στη Μαδρίτη.
Για την Πολωνία, η Ρωσία είναι άμεση στρατηγική απειλή.
Για μεγάλο μέρος της ισπανικής κοινής γνώμης, η καθημερινή πολιτική ατζέντα βρίσκεται πολύ περισσότερο στην οικονομία, στις κοινωνικές υπηρεσίες, στη μετανάστευση και στο κόστος ζωής.
Τρεις πρωτεύουσες, τρία διαφορετικά νομίσματα
Και κάπου εδώ εμφανίζεται η πραγματική ευρωπαϊκή ιστορία.
Η Γερμανία κινδυνεύει να πληρώσει την επανεξοπλιστική στροφή σε πολιτικό κεφάλαιο.
Η Ιταλία έχει ισχυρό κίνητρο να χρησιμοποιήσει στο έπακρο την ευελιξία των ορισμών, προστατεύοντας ταυτόχρονα τη δημοσιονομική της αξιοπιστία.
Η Ισπανία μπορεί να επιλέξει να τραβήξει χρονικά τη μετάβαση, αποδεχόμενη μεγαλύτερη πίεση στη συμμαχική συνοχή.
Δεν πρόκειται επομένως για μία ευρωπαϊκή πολιτική.
Πρόκειται για 27 διαφορετικές δημοσιονομικές και πολιτικές εξισώσεις, πάνω στις οποίες έρχεται να προστεθεί η κοινή απαίτηση ασφάλειας.
Και εδώ μπαίνει το SAFE
Υπάρχει ένας μηχανισμός που μπορεί να περιορίσει μέρος της πίεσης: η κοινή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Το SAFE, ύψους έως 150 δισ. ευρώ, δημιουργήθηκε ακριβώς για να στηρίξει μεγάλης κλίμακας αμυντικές επενδύσεις και κοινές προμήθειες μέσω ευρωπαϊκής χρηματοδότησης.
Δεν αντικαθιστά τον εθνικό προϋπολογισμό.
Μπορεί όμως να μειώσει την ανάγκη κάθε κυβέρνηση να χρηματοδοτεί μόνη της κάθε νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το επόμενο μεγάλο βήμα για την ΕΕ:
αν η ευρωπαϊκή άμυνα είναι κοινό ευρωπαϊκό αγαθό, πόσο από το κόστος της πρέπει να συνεχίσει να βαραίνει αποκλειστικά τους εθνικούς προϋπολογισμούς;
Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «κανόνια ή βούτυρο»
Υπάρχει και μια σοβαρή ένσταση σε όλη αυτή τη συζήτηση.
Τα ευρωπαϊκά κοινωνικά κράτη δεν άρχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα επειδή αυξήθηκαν οι στρατιωτικές δαπάνες.
Γηράσκουν οι πληθυσμοί.
Μειώνεται η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους.
Αυξάνονται οι δαπάνες Υγείας.
Η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή σε αρκετές μεγάλες οικονομίες.
Και η Ευρώπη χρειάζεται ταυτόχρονα τεράστιες επενδύσεις σε ενέργεια, ψηφιοποίηση και ανταγωνιστικότητα.
Άρα θα ήταν υπεραπλούστευση να αποδοθεί κάθε περικοπή κοινωνικής δαπάνης στον επανεξοπλισμό.
Αλλά η νέα αμυντική δέσμευση προσθέτει μια τεράστια και διαρκή δημοσιονομική απαίτηση πάνω σε ένα σύστημα που ήδη πιέζεται.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα.
Το 5% μπορεί να αλλάξει την ευρωπαϊκή πολιτική
Μέχρι σήμερα η συζήτηση για την ευρωπαϊκή άμυνα γινόταν κυρίως με στρατιωτικούς όρους.
Πόσα άρματα;
Πόσα πυρομαχικά;
Πόσα συστήματα αεράμυνας;
Το ΝΑΤΟ επισημαίνει ότι το νέο 3,5% βασίζεται πλέον σε συγκεκριμένους στόχους δυνατοτήτων για αεράμυνα, πυραυλικά συστήματα, logistics και μεγάλους χερσαίους σχηματισμούς.
Αλλά η επόμενη μάχη δεν θα δοθεί μόνο στα υπουργεία Άμυνας.
Θα δοθεί στις κάλπες.
Γιατί ο Ευρωπαίος ψηφοφόρος θα αρχίσει να ρωτά όχι μόνο εάν η χώρα του είναι ασφαλής, αλλά και τι πληρώνει ο ίδιος για αυτή την ασφάλεια.
Το κρυφό πολιτικό κόστος της νέας Ευρώπης
Το 5% είναι λοιπόν ο τίτλος.
Η πραγματική ιστορία βρίσκεται από κάτω.
Η Ευρώπη προσπαθεί να πραγματοποιήσει ταυτόχρονα τρεις ιστορικές μεταβάσεις: να επανεξοπλιστεί, να διατηρήσει το κοινωνικό της κράτος και να αποφύγει μια νέα κρίση χρέους και ανταγωνιστικότητας.
Το αν μπορούν να γίνουν και τα τρία μαζί είναι το μεγάλο ερώτημα.
Και η Γερμανία είναι ήδη το πρώτο μεγάλο πολιτικό εργαστήριο.
Με την AfD να προηγείται πλέον καθαρά του CDU/CSU σε εθνικές μετρήσεις και να βρίσκεται πάνω από το 40% στη Σαξονία-Άνχαλτ, η κυβέρνηση Μερτς ανακαλύπτει πόσο γρήγορα μια συζήτηση για την ευρωπαϊκή ασφάλεια μπορεί να μετατραπεί σε συζήτηση για την καθημερινή οικονομική ασφάλεια του ψηφοφόρου.
Και αυτή είναι η προειδοποίηση για ολόκληρη την Ευρώπη.
Η ήπειρος μπορεί να βρει τα χρήματα για να φτάσει στο 5%. Το δυσκολότερο θα είναι να βρει την πολιτική συναίνεση για το ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο