Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με ένα από τα πιο δύσκολα διλήμματα της νομισματικής πολιτικής: να αυξήσει τα επιτόκια προκειμένου να αναχαιτίσει τον πληθωρισμό ή να περιμένει περισσότερα στοιχεία, αποφεύγοντας να επιβαρύνει περαιτέρω την ήδη αδύναμη ανάπτυξη της ευρωζώνης.
Η αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων, σε συνδυασμό με τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν στις τιμές της ενέργειας, έχει ανοίξει ξανά τη συζήτηση στο εσωτερικό της ΕΚΤ για το κατά πόσο απαιτείται νέα αύξηση επιτοκίων. Το βασικό ερώτημα για τους αξιωματούχους της Φρανκφούρτης είναι αν η κεντρική τράπεζα πρέπει να κινηθεί άμεσα ή να διατηρήσει στάση αναμονής μέχρι να υπάρξει σαφέστερη εικόνα για την πορεία των τιμών και της οικονομίας.
Αυξάνεται η ανησυχία στο εσωτερικό της ΕΚΤ
Η συζήτηση για τα επιτόκια αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη ένταση, καθώς αρκετά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ προειδοποιούν ότι μια καθυστερημένη αντίδραση μπορεί να αποδειχθεί πιο δαπανηρή.
Ο κεντρικός τραπεζίτης της Βουλγαρίας, Ντιμίταρ Ράντεφ, τόνισε σε συνέδριο στο Ρέικιαβικ ότι το κόστος του να δράσει η ΕΚΤ πολύ αργά μπορεί να ξεπεράσει το κόστος μιας πιο έγκαιρης παρέμβασης. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο βασικός κίνδυνος είναι να αποσταθεροποιηθούν οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό, κάτι που θα δυσκόλευε ακόμη περισσότερο την επιστροφή των τιμών στον στόχο του 2%.
Το μήνυμα αυτό αποτυπώνει την αυξανόμενη ανησυχία στο εσωτερικό της κεντρικής τράπεζας ότι οι πιέσεις στις τιμές μπορεί να αποδειχθούν πιο επίμονες από ό,τι αναμενόταν.
«Νωρίτερα παρά αργότερα» λένε αξιωματούχοι
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Άλβαρο Σάντος Περέιρα, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ και διοικητής της Τράπεζας της Πορτογαλίας. Μιλώντας στο Reuters, υπογράμμισε ότι η κεντρική τράπεζα πρέπει να κινηθεί «νωρίτερα παρά αργότερα», ώστε να περιορίσει τον κίνδυνο μεγαλύτερων δευτερογενών επιπτώσεων από τον πληθωρισμό.
Όπως σημείωσε, όταν υπάρχει κίνδυνος πληθωριστικής σπείρας, η αποφασιστική και γρήγορη δράση είναι προτιμότερη από την αναμονή. Παρ’ όλα αυτά, απέφυγε να δεσμευτεί για τη στάση που θα κρατήσει στην επόμενη συνεδρίαση, επισημαίνοντας ότι οι τελικές αποφάσεις θα βασιστούν στα νέα οικονομικά στοιχεία και στις επικαιροποιημένες προβλέψεις της ΕΚΤ.
Η στάση αυτή δείχνει ότι, παρά την αυξανόμενη πίεση για δράση, δεν υπάρχει ακόμη πλήρης ομοφωνία στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Η διαφορετική φωνή του Γιάννη Στουρνάρα
Την ίδια ώρα, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, εμφανίστηκε πιο επιφυλακτικός απέναντι στο ενδεχόμενο νέων αυξήσεων. Μιλώντας στη Βουλή την προηγούμενη εβδομάδα, εξέφρασε την ελπίδα ότι δεν θα χρειαστεί να δούμε νέα άνοδο επιτοκίων.
Η τοποθέτηση αυτή αντανακλά την ανησυχία για τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει μια πιο αυστηρή νομισματική πολιτική στην ανάπτυξη, στην κατανάλωση, στις επιχειρήσεις και στο κόστος δανεισμού των νοικοκυριών.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου το κόστος χρηματοδότησης παραμένει κρίσιμο για την οικονομική δραστηριότητα, κάθε νέα αύξηση επιτοκίων μπορεί να επηρεάσει άμεσα τόσο την αγορά όσο και τους δανειολήπτες.
Οι αγορές βλέπουν πιθανή αύξηση 25 μονάδων βάσης
Η συζήτηση στην ΕΚΤ γίνεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι αγορές θεωρούν πιθανή μια αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης τον Ιούνιο.
Οι προσδοκίες για αυστηρότερη νομισματική πολιτική έχουν ήδη αρχίσει να επηρεάζουν τις χρηματοδοτικές συνθήκες στην ευρωζώνη. Σύμφωνα με αναλύσεις της αγοράς, οι τράπεζες εμφανίζονται πιο προσεκτικές στη χορήγηση δανείων, ενώ το κόστος χρήματος παραμένει υψηλό για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Η ΕΚΤ καλείται να σταθμίσει προσεκτικά το αν μια νέα αύξηση επιτοκίων θα βοηθήσει ουσιαστικά στην αποκλιμάκωση των τιμών ή αν θα εντείνει τις πιέσεις στην πραγματική οικονομία.
Ο πληθωρισμός πάνω από τον στόχο του 2%
Ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη έχει αυξηθεί στο 3%, παραμένοντας πάνω από τον μεσοπρόθεσμο στόχο της ΕΚΤ για 2%. Η εξέλιξη αυτή εντείνει την πίεση προς τη Φρανκφούρτη, καθώς η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών αποτελεί την κεντρική αποστολή της τράπεζας.
Ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ, Λουίς ντε Γκίντος, ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει προειλημμένη απόφαση για την πορεία των επιτοκίων. Όπως ανέφερε, η συζήτηση παραμένει ανοιχτή και όλα τα διαθέσιμα στοιχεία θα ληφθούν υπόψη πριν από την τελική απόφαση.
Ανάλογο μήνυμα έστειλε και ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό, υπογραμμίζοντας ότι η ΕΚΤ θα κάνει ό,τι είναι αναγκαίο για να επαναφέρει τον πληθωρισμό στον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα.
Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι περιπλέκουν την εξίσωση
Το δίλημμα της ΕΚΤ γίνεται ακόμη πιο δύσκολο λόγω των γεωπολιτικών κινδύνων. Ο πόλεμος στο Ιράν, οι διαταραχές στην ενεργειακή προσφορά και η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές δημιουργούν ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον για τη νομισματική πολιτική.
Οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας μπορούν να τροφοδοτήσουν νέο κύμα πληθωρισμού, ιδιαίτερα σε οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγόμενους ενεργειακούς πόρους. Παράλληλα, η παρατεταμένη αβεβαιότητα μπορεί να επιβαρύνει το επενδυτικό κλίμα και να οδηγήσει σε διορθώσεις στις αγορές.
Ο Λουίς ντε Γκίντος προειδοποίησε ότι οι αγορές φαίνεται να προεξοφλούν γρήγορη αποκλιμάκωση της σύγκρουσης. Αν αυτό δεν συμβεί, η αντίληψη των επενδυτών μπορεί να αλλάξει απότομα, προκαλώντας νέες πιέσεις στα χρηματιστήρια και στις αγορές ομολόγων.
Η ΕΚΤ δεν μπορεί να σηκώσει μόνη της το βάρος
Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ΕΚΤ, η ευρωζώνη παραμένει εκτεθειμένη σε γεωοικονομικές εντάσεις, ενεργειακές διαταραχές και δημοσιονομικές πιέσεις.
Ο Ντιμίταρ Ράντεφ υπογράμμισε ότι η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να αποτελεί τη μοναδική γραμμή άμυνας απέναντι στα επαναλαμβανόμενα σοκ προσφοράς. Όπως σημείωσε, απαιτείται συνδυασμός πολιτικών, με έμφαση στη δημοσιονομική υπευθυνότητα, τις επενδύσεις, την ενεργειακή αποδοτικότητα και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Το μήνυμα είναι σαφές: η ΕΚΤ μπορεί να ελέγξει το κόστος χρήματος, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να αντιμετωπίσει τις βαθύτερες αιτίες του πληθωρισμού, ειδικά όταν αυτές συνδέονται με την ενέργεια, τον πόλεμο και τις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού.
Κρίσιμη απόφαση για την ευρωζώνη
Η επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ αποκτά πλέον ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι αγορές, οι κυβερνήσεις και οι επιχειρήσεις αναμένουν σαφές σήμα για την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής.
Αν η κεντρική τράπεζα αποφασίσει να αυξήσει τα επιτόκια, θα στείλει μήνυμα αποφασιστικότητας απέναντι στον πληθωρισμό. Αν επιλέξει στάση αναμονής, θα δείξει ότι δίνει μεγαλύτερο βάρος στον κίνδυνο επιβράδυνσης της οικονομίας.
Σε κάθε περίπτωση, η ΕΚΤ βρίσκεται μπροστά σε μια απόφαση υψηλού ρίσκου, σε ένα περιβάλλον όπου η σταθερότητα των τιμών, η ανάπτυξη και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι συγκρούονται πιο έντονα από ποτέ.
Πηγή: Pagenews.gr
