Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται μπροστά σε μία από τις πιο κρίσιμες αποφάσεις των τελευταίων μηνών, καθώς η πρώτη αύξηση επιτοκίων του ευρώ θεωρείται πλέον σχεδόν δεδομένη. Το μεγάλο ερώτημα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την επικείμενη απόφαση, αλλά κυρίως το τι θα ακολουθήσει τους επόμενους μήνες, σε ένα περιβάλλον έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και αυξανόμενων πληθωριστικών πιέσεων.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει ήδη επηρεάσει σοβαρά τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, δημιουργώντας νέους κινδύνους για την ευρωπαϊκή οικονομία. Οι επιπτώσεις αυτής της κατάστασης θα αποτυπωθούν στις νέες προβλέψεις για ανάπτυξη και πληθωρισμό που θα έχει στη διάθεσή του το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή αλλάζει τα δεδομένα
Οι υψηλές τιμές ενέργειας λειτουργούν πλέον ως βασικός παράγοντας πίεσης για την Ευρωζώνη. Η παρατεταμένη ένταση ανάμεσα στο δίδυμο ΗΠΑ – Ισραήλ και την Τεχεράνη δεν έχει οδηγήσει σε ουσιαστική αποκλιμάκωση, με αποτέλεσμα οι αγορές να παραμένουν σε κατάσταση αναμονής και ανησυχίας.
Η ΕΚΤ καλείται να σταθμίσει τις συνέπειες αυτής της κρίσης σε δύο επίπεδα. Από τη μία πλευρά, η άνοδος της ενέργειας ενισχύει τον πληθωρισμό. Από την άλλη, η επιβάρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων απειλεί να περιορίσει την ανάπτυξη.
Ήδη, αρκετά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας εκτιμούν ότι η κατάσταση έχει ξεπεράσει το προηγούμενο δυσμενές σενάριο και πλησιάζει πλέον στο χειρότερο δυνατό σενάριο, σύμφωνα με το οποίο η ανάπτυξη μπορεί να περιοριστεί στο 0,4%, ενώ ο πληθωρισμός θα μπορούσε να φτάσει έως και το 6% μέσα στη χρονιά.
Το σενάριο νέας αύξησης τον Σεπτέμβριο
Η ΕΚΤ εμφανίζεται αποφασισμένη να παραμείνει προσηλωμένη στον στόχο της επιστροφής του πληθωρισμού στο 2%. Γι’ αυτό και ενισχύονται οι εκτιμήσεις ότι, μετά την πρώτη αύξηση, μπορεί να ακολουθήσει ακόμη μία κίνηση τον Σεπτέμβριο, πιθανότατα κατά 0,25%.
Στόχος θα είναι να σταλεί σαφές μήνυμα στις αγορές ότι η Τράπεζα δεν πρόκειται να μείνει αδρανής απέναντι στην αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων.
Ο Ολλανδός κεντρικός τραπεζίτης Όλαφ Σλέιπεν έχει ήδη εκφράσει ανησυχία για τη διάχυση του πληθωρισμού από την ενέργεια σε προϊόντα και υπηρεσίες. Αντίστοιχες ανησυχίες έχει διατυπώσει και η Ιζαμπέλ Σνάμπελ, υπογραμμίζοντας την ανάγκη δράσης από την πλευρά της ΕΚΤ.
Ακόμη πιο κατηγορηματικός εμφανίζεται ο Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης Ιωακείμ Νάγκελ, ο οποίος θεωρεί αναγκαία την αύξηση των επιτοκίων, εκτός εάν υπάρξει θεαματική βελτίωση στην κατάσταση της Μέσης Ανατολής. Μέχρι στιγμής, μια τέτοια βελτίωση δεν έχει υπάρξει.
Γεράκια και περιστέρια συγκλίνουν στην ανάγκη δράσης
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι πλέον τόσο τα «γεράκια» όσο και τα «περιστέρια» της ΕΚΤ δείχνουν να συμφωνούν ότι απαιτείται παρέμβαση.
Η εμπειρία της κρίσης του 2022 παραμένει νωπή. Τότε, η ΕΚΤ είχε κατηγορηθεί ότι καθυστέρησε να αντιδράσει στην άνοδο του πληθωρισμού. Αυτή τη φορά, τα περισσότερα στελέχη της δείχνουν αποφασισμένα να κινηθούν πιο έγκαιρα, ώστε να μη χαθεί ξανά η αξιοπιστία της νομισματικής πολιτικής.
Η αύξηση των επιτοκίων, όμως, δεν είναι εύκολη απόφαση. Μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά στον πληθωρισμό, αλλά ταυτόχρονα επιβαρύνει το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις, κράτη και νοικοκυριά.
Τα επόμενα βήματα παραμένουν αβέβαια
Παρότι η αύξηση των επιτοκίων θεωρείται σχεδόν βέβαιη, η ΕΚΤ δύσκολα θα ανοίξει πλήρως τα χαρτιά της για τις επόμενες κινήσεις. Ο λόγος είναι απλός: κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ασφάλεια την εξέλιξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Μια νέα κλιμάκωση στο Ιράν ή μια επιστροφή σε πολεμικές επιχειρήσεις θα μπορούσε να οδηγήσει τις τιμές ενέργειας ακόμη υψηλότερα, επιβαρύνοντας περισσότερο την Ευρώπη.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει ως χρονικό ορόσημο το τέλος Ιουλίου, προκειμένου να επανεξετάσει τα δυσμενή σενάρια για την ευρωπαϊκή οικονομία. Εάν μέχρι τότε η κρίση δεν έχει αποκλιμακωθεί, οι προβλέψεις για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό αναμένεται να αναθεωρηθούν προς το χειρότερο.
Το ευρώ, η Fed και η πίεση στις αγορές
Πέρα από τον πληθωρισμό, η ΕΚΤ θα πρέπει να παρακολουθεί στενά και την ισοτιμία του ευρώ έναντι του δολαρίου. Η πρόσφατη πτώση του ευρώ εντείνει τις ανησυχίες, καθώς ένα ασθενέστερο νόμισμα μπορεί να αυξήσει περαιτέρω το κόστος εισαγωγών, κυρίως σε ενέργεια και πρώτες ύλες.
Παράλληλα, καθοριστικό ρόλο θα παίξουν και οι κινήσεις της Fed. Η αμερικανική κεντρική τράπεζα παραμένει σε στάση αναμονής, όμως στις ΗΠΑ πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν ακόμη και μείωση των επιτοκίων του δολαρίου.
Αυτό δημιουργεί μια σύνθετη εικόνα για την ΕΚΤ, η οποία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη συγκράτησης του πληθωρισμού και στον κίνδυνο περαιτέρω επιβράδυνσης της οικονομίας.
Η δύσκολη εξίσωση της ΕΚΤ
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται μπροστά σε μια εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση. Αν καθυστερήσει να αυξήσει τα επιτόκια, κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο των πληθωριστικών προσδοκιών. Αν κινηθεί πολύ επιθετικά, μπορεί να επιδεινώσει την ήδη εύθραυστη αναπτυξιακή προοπτική της Ευρωζώνης.
Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση για αύξηση επιτοκίων σηματοδοτεί αλλαγή φάσης στη νομισματική πολιτική. Το μήνυμα προς τις αγορές είναι σαφές: η ΕΚΤ δεν θέλει να επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος και είναι έτοιμη να δράσει για να υπερασπιστεί τον στόχο του 2%.
Το πραγματικό τεστ, όμως, θα έρθει μετά την πρώτη απόφαση. Εκεί θα φανεί αν η Τράπεζα μπορεί να διαχειριστεί ταυτόχρονα πληθωρισμό, αδύναμη ανάπτυξη, ενεργειακή κρίση και γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Πηγή: Pagenews.gr
