Σε μια κίνηση με βαθύ γεωπολιτικό και ενεργειακό αποτύπωμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες προχώρησαν στην προσωρινή άρση βασικών περιορισμών για τις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου, σηματοδοτώντας τη σημαντικότερη προσέγγιση Ουάσιγκτον και Τεχεράνης εδώ και δεκαετίες.
Η απόφαση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών να εκδώσει γενική άδεια για την παραγωγή, μεταφορά και πώληση ιρανικού πετρελαίου και πετροχημικών προϊόντων για διάστημα 60 ημερών αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου διπλωματικού πλαισίου που βρίσκεται υπό διαμόρφωση μεταξύ των δύο χωρών.
Η εξέλιξη συνδέεται άμεσα με τις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται στην Ελβετία με στόχο μια συνολική συμφωνία ασφαλείας και αποκλιμάκωσης μετά από μήνες στρατιωτικής έντασης στον Περσικό Κόλπο.
Το αντάλλαγμα της Τεχεράνης
Σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά, η Τεχεράνη δεσμεύθηκε να επιτρέψει εκ νέου πλήρη πρόσβαση των επιθεωρητών της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (IAEA) στις πυρηνικές εγκαταστάσεις της χώρας, ενώ παράλληλα εγγυήθηκε την ελεύθερη και ασφαλή ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ.
Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες παραχωρήσεις του Ιράν μετά την κατάρρευση της πυρηνικής συμφωνίας του 2015 και τις διαδοχικές κυρώσεις που ακολούθησαν.
Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ο σημαντικότερος ενεργειακός διάδρομος του πλανήτη. Από το συγκεκριμένο πέρασμα διέρχεται καθημερινά περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου, γεγονός που καθιστά κάθε κρίση στην περιοχή άμεση απειλή για την παγκόσμια οικονομία.
Η επαναφορά της ομαλότητας στις θαλάσσιες μεταφορές αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη σταθερότητα των διεθνών ενεργειακών αγορών.
Τέλος σε μια εποχή κυρώσεων;
Οι αμερικανικές κυρώσεις κατά του Ιράν ξεκίνησαν το 1979 μετά την Ιρανική Επανάσταση και την ομηρία των Αμερικανών διπλωματών στην πρεσβεία των ΗΠΑ στην Τεχεράνη.
Έκτοτε, το καθεστώς κυρώσεων επεκτάθηκε διαδοχικά λόγω του πυρηνικού προγράμματος της χώρας, της βαλλιστικής της δραστηριότητας και της υποστήριξης οργανώσεων που η Ουάσιγκτον χαρακτηρίζει τρομοκρατικές.
Η νέα αμερικανική άδεια δεν συνιστά πλήρη άρση των κυρώσεων, ωστόσο αποτελεί τη σημαντικότερη χαλάρωση των περιορισμών εδώ και πολλά χρόνια. Επιτρέπει όχι μόνο την εξαγωγή ιρανικού αργού πετρελαίου, αλλά και τη διεκπεραίωση τραπεζικών συναλλαγών, ασφαλιστικών υπηρεσιών και μεταφορών που σχετίζονται με το εμπόριο υδρογονανθράκων.
Ιδιαίτερο συμβολισμό έχει το γεγονός ότι το πλαίσιο επιτρέπει ακόμη και συναλλαγές σε δολάρια, εξέλιξη που μέχρι πρότινος θεωρούνταν πολιτικά αδιανόητη.
Οι μεγάλοι κερδισμένοι της ενεργειακής αγοράς
Τα τελευταία χρόνια η Κίνα αποτελούσε ουσιαστικά τον βασικό αποδέκτη του ιρανικού πετρελαίου, εκμεταλλευόμενη τις σημαντικές εκπτώσεις που προσέφερε η Τεχεράνη προκειμένου να παρακάμψει τις δυτικές κυρώσεις.
Με την αμερικανική απόφαση, ανοίγει ο δρόμος για την επιστροφή και άλλων μεγάλων αγοραστών που πριν από το 2018 αποτελούσαν σημαντικούς πελάτες του Ιράν.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η Ινδία, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Ιταλία, η Ελλάδα, η Τουρκία και η Ταϊβάν, χώρες που ενδέχεται να εξετάσουν εκ νέου την εισαγωγή ιρανικού αργού εφόσον υπάρξει μόνιμη συμφωνία.
Για τις ευρωπαϊκές οικονομίες, η επανένταξη του Ιράν στις αγορές ενέργειας θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντική πηγή διαφοροποίησης των προμηθειών σε μια περίοδο όπου η ενεργειακή ασφάλεια παραμένει κορυφαία προτεραιότητα.
Η επίδραση στις τιμές του πετρελαίου
Οι αγορές αντέδρασαν θετικά στις εξελίξεις.
Οι τιμές του πετρελαίου είχαν εκτοξευθεί όταν η Τεχεράνη προχώρησε σε περιορισμούς της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, προκαλώντας αμερικανική απάντηση με ναυτικό αποκλεισμό ιρανικών λιμένων.
Η προσωρινή συμφωνία αποκλιμάκωσης και η προοπτική επανόδου σημαντικών ποσοτήτων ιρανικού πετρελαίου στην αγορά οδήγησαν σε υποχώρηση των τιμών στα χαμηλότερα επίπεδα από την έναρξη της κρίσης.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι εάν επιτευχθεί μόνιμη συμφωνία, η παγκόσμια αγορά θα μπορούσε να δεχθεί επιπλέον εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ασκώντας περαιτέρω καθοδικές πιέσεις στις διεθνείς τιμές.
Μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα
Πέρα από την ενεργειακή διάσταση, η συμφωνία αναδεικνύει μια ευρύτερη μεταβολή στην αμερικανική στρατηγική στη Μέση Ανατολή.
Η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να επιδιώκει έναν συνδυασμό πίεσης και διαπραγμάτευσης, αναζητώντας μια πιο σταθερή περιφερειακή ισορροπία χωρίς τη διαρκή απειλή στρατιωτικής σύγκρουσης στον Περσικό Κόλπο.
Για την Τεχεράνη, η πρόσβαση στις διεθνείς αγορές πετρελαίου αποτελεί ζωτικής σημασίας οικονομική ανάσα. Για την Ουάσιγκτον, η διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας και η επαναφορά των πυρηνικών επιθεωρήσεων αποτελούν κρίσιμα στρατηγικά κέρδη.
Το επόμενο δίμηνο αναμένεται καθοριστικό. Εάν οι διαπραγματεύσεις οδηγηθούν σε οριστική συμφωνία, τότε η Μέση Ανατολή ενδέχεται να εισέλθει σε μια νέα περίοδο ισορροπίας, με σημαντικές συνέπειες όχι μόνο για την περιφερειακή ασφάλεια αλλά και για την παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Πηγή: pagenews.gr
