Οικονομία

Βόμβα στις τράπεζες: Νέα σύγκρουση Στουρνάρα–Τσίπρα για τον αναβαλλόμενο φόρο

Βόμβα στις τράπεζες: Νέα σύγκρουση Στουρνάρα–Τσίπρα για τον αναβαλλόμενο φόρο

Πηγή Φωτογραφίας: Δημιουργικό pagenews.gr//Βόμβα στις τράπεζες: Νέα σύγκρουση Στουρνάρα–Τσίπρα για τον αναβαλλόμενο φόρο

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Η Τράπεζα της Ελλάδος προειδοποιεί ότι μια βίαιη αλλαγή στο καθεστώς του αναβαλλόμενου φόρου θα μπορούσε να πλήξει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ενώ η πλευρά της αντιπολίτευσης επιμένει ότι οι κερδοφόρες πλέον τράπεζες οφείλουν να επιστρέψουν ταχύτερα αξία στο Δημόσιο και όχι μόνο στους μετόχους.

Η αντιπαράθεση γύρω από τις ελληνικές τράπεζες επιστρέφει στο κέντρο της πολιτικής σκηνής, με φόντο τον αναβαλλόμενο φόρο, ένα από τα πιο τεχνικά αλλά και πιο πολιτικά φορτισμένα ζητήματα της μεταμνημονιακής οικονομίας.

Η νέα κόντρα δεν αφορά απλώς έναν λογιστικό μηχανισμό. Αφορά το ποιος πλήρωσε την κρίση, ποιος ωφελείται από την ανάκαμψη των τραπεζών και αν το Δημόσιο πρέπει να διεκδικήσει ταχύτερα οικονομικό όφελος τώρα που οι τράπεζες εμφανίζουν υψηλή κερδοφορία.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία υπερασπίζεται το ισχύον πλαίσιο, προειδοποιώντας ότι απότομη επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου θα μπορούσε να οδηγήσει σε κεφαλαιακά ελλείμματα και να περιορίσει τη δυνατότητα των τραπεζών να χρηματοδοτούν την οικονομία. Αντίθετα, στελέχη της αντιπολίτευσης υποστηρίζουν ότι, αφού οι τράπεζες έχουν πλέον επιστρέψει σε ισχυρή κερδοφορία, πρέπει να περιορίσουν τα μερίσματα και να εξοφλήσουν ταχύτερα τις υποχρεώσεις τους προς το Δημόσιο.

Τι είναι ο αναβαλλόμενος φόρος και γιατί έγινε πολιτική βόμβα

Ο αναβαλλόμενος φόρος δημιουργήθηκε ως μηχανισμός αντιμετώπισης των μεγάλων ζημιών που υπέστησαν οι ελληνικές τράπεζες κατά την περίοδο της κρίσης, κυρίως λόγω του PSI και των διαγραφών μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Με βάση το θεσμικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε το 2014 και τροποποιήθηκε στη συνέχεια, μέρος αυτών των φορολογικών απαιτήσεων μπορούσε να αναγνωριστεί ως εποπτικό κεφάλαιο, με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου έναντι προμήθειας.

Η λογική της ρύθμισης ήταν σαφής: αντί το Δημόσιο να χρειαστεί να βάλει ακόμη περισσότερα κεφάλαια στις ανακεφαλαιοποιήσεις, επέτρεψε στις τράπεζες να χρησιμοποιήσουν μελλοντικές φορολογικές απαιτήσεις ως κεφαλαιακό στήριγμα.

Η Τράπεζα της Ελλάδος υποστηρίζει ότι χωρίς αυτή τη ρύθμιση, το κόστος για τον Έλληνα φορολογούμενο θα ήταν πολύ υψηλότερο, με σοβαρές συνέπειες για τη δημοσιονομική σταθερότητα και τη δυνατότητα εξόδου της χώρας από την κρίση.

Η θέση Στουρνάρα: Προσοχή στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα

Η πλευρά της Τράπεζας της Ελλάδος αντιμετωπίζει το θέμα πρωτίστως ως ζήτημα σταθερότητας.

Το βασικό επιχείρημα είναι ότι μια βίαιη αλλαγή στο χρονοδιάγραμμα απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου θα ανάγκαζε τις τράπεζες να διαγράψουν από τους ισολογισμούς τους σημαντικό μέρος του αναπόσβεστου υπολοίπου. Αυτό, σύμφωνα με την ΤτΕ, θα μείωνε τα ίδια κεφάλαια και θα μπορούσε να οδηγήσει σε κεφαλαιακά ελλείμματα.

Με απλά λόγια, η Τράπεζα της Ελλάδος προειδοποιεί ότι μια πολιτικά ελκυστική κίνηση μπορεί να έχει τραπεζικό κόστος: λιγότερα κεφάλαια, μικρότερη πιστωτική επέκταση, δυσκολότερη πρόσβαση σε επενδυτές και κίνδυνο για την εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Γιάννης Στουρνάρας έχει ταχθεί υπέρ της σταδιακής μείωσης των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, αλλά έχει προειδοποιήσει κατά επιλογών όπως η έκτακτη φορολόγηση των τραπεζών, επειδή θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την προσπάθεια αντικατάστασης του αναβαλλόμενου φόρου με κεφάλαια υψηλότερης ποιότητας. Σύμφωνα με την eKathimerini, ο διοικητής της ΤτΕ είχε σημειώσει ότι περίπου το 40% των κεφαλαίων των τραπεζών δεν ήταν καταβεβλημένο κεφάλαιο αλλά απαίτηση έναντι του ελληνικού Δημοσίου.

Η απάντηση της αντιπολίτευσης: Οι τράπεζες κερδίζουν, το Δημόσιο περιμένει

Στον αντίποδα, στελέχη της αντιπολίτευσης διαμορφώνουν μια καθαρά πολιτική γραμμή: οι τράπεζες δεν βρίσκονται πλέον στο σημείο αδυναμίας των μνημονιακών ετών.

Το επιχείρημά τους είναι ότι, εφόσον οι συστημικές τράπεζες εμφανίζουν ισχυρή κερδοφορία και κεφαλαιακή επάρκεια, θα μπορούσαν να επισπεύσουν την αποπληρωμή των υποχρεώσεών τους προς το Δημόσιο, ακόμη και αν αυτό σήμαινε μικρότερες διανομές μερισμάτων προς τους μετόχους.

Σύμφωνα με διαρροές στελεχών που αναφέρονται στο αρχικό πολιτικό ρεπορτάζ, η θέση αυτή συνοψίζεται στη φράση: «Οι τράπεζες, εφόσον δεν έχουν πρόβλημα ανακεφαλαιοποίησης και εμφανίζουν υψηλότερα κέρδη, θα μπορούσαν να εξοφλήσουν άμεσα τις υποχρεώσεις τους προς το Δημόσιο και να μοιράσουν μικρότερα μερίσματα».

Ακόμη πιο αιχμηρή είναι η πολιτική αιχμή ότι «είναι παράδοξο η Κεντρική Τράπεζα να ενδιαφέρεται περισσότερο για τα συμφέροντα των ξένων μετόχων αντί για τα συμφέροντα του ελληνικού Δημοσίου».

Αυτή είναι και η ουσία της αντιπαράθεσης: η ΤτΕ βλέπει τον αναβαλλόμενο φόρο ως εργαλείο σταθερότητας, ενώ η αντιπολίτευση τον αντιμετωπίζει ως εκκρεμή λογαριασμό των τραπεζών προς την κοινωνία.

Γιατί η σύγκρουση αγγίζει ξανά το 2015

Η αντιπαράθεση έχει και έντονο πολιτικό βάθος, επειδή ξαναφέρνει στο προσκήνιο τη σύγκρουση για τη διαχείριση της τραπεζικής κρίσης το 2015.

Ο Αλέξης Τσίπρας και ο Γιάννης Στουρνάρας έχουν υπάρξει κεντρικά πρόσωπα δύο διαφορετικών αφηγήσεων για εκείνη την περίοδο. Για την πλευρά της Τράπεζας της Ελλάδος, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και η φερεγγυότητα των τραπεζών ήταν προϋπόθεση για την έξοδο από την κρίση. Για την πλευρά της αντιπολίτευσης, το ερώτημα είναι αν το τραπεζικό σύστημα στηρίχθηκε με δημόσιους μηχανισμούς χωρίς να επιστρέψει εγκαίρως ανάλογο όφελος στο Δημόσιο.

Το θέμα γίνεται ακόμη πιο φορτισμένο επειδή ο Αλέξης Τσίπρας έχει επανέλθει με πιο ενεργή δημόσια παρουσία, μιλώντας για ανάγκη πολιτικής αλλαγής είτε μέσω συνεργασίας των προοδευτικών δυνάμεων είτε μέσω ανασύνθεσης του πολιτικού συστήματος.

Το τραπεζικό παρασκήνιο: Οι οίκοι βλέπουν θετικά τη σταδιακή απόσβεση

Η διεθνής αγορά παρακολουθεί το θέμα με διαφορετικά κριτήρια από το εσωτερικό πολιτικό σύστημα.

Οι οίκοι αξιολόγησης έχουν υποδεχθεί θετικά τα σχέδια των ελληνικών τραπεζών για ταχύτερη μείωση των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων. Η Fitch ανέφερε ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες σχεδιάζουν να μειώσουν το ποσοστό των DTCs στα κεφάλαια CET1 στο 20%–30% έως το τέλος του 2027 και να τα αποαναγνωρίσουν πλήρως έως το 2032–2034, αντί του αρχικού χρονοδιαγράμματος που έφθανε έως το 2041.

Αντίστοιχα, δημοσιεύματα σημειώνουν ότι οι κινήσεις των τραπεζών για επιτάχυνση της απόσβεσης των DTCs έχουν αξιολογηθεί θετικά από Fitch και S&P, καθώς θεωρούνται βήμα προς την ομαλοποίηση της κεφαλαιακής τους δομής.

Το κρίσιμο σημείο, όμως, είναι ο ρυθμός. Η αγορά θέλει σταθερότητα, η ΤτΕ θέλει προσεκτική μετάβαση, ενώ η αντιπολίτευση ζητά πολιτικά ταχύτερη απόδοση προς το Δημόσιο.

 Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι λογιστικό, είναι πολιτικό

Η νέα κόντρα Στουρνάρα–Τσίπρα δεν είναι απλώς μια τεχνική διαφωνία για τον αναβαλλόμενο φόρο. Είναι σύγκρουση αφηγημάτων.

Η μία πλευρά λέει ότι η χώρα δεν πρέπει να πειράξει απότομα έναν μηχανισμό που συνέβαλε στη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος. Η άλλη πλευρά απαντά ότι οι τράπεζες, αφού πέρασαν στην εποχή της κερδοφορίας και των μερισμάτων, δεν μπορούν να συνεχίσουν να επικαλούνται επ’ αόριστον τις πληγές της κρίσης.

Για την κυβέρνηση, το θέμα είναι λεπτό. Από τη μία, δεν θέλει να συγκρουστεί με την Τράπεζα της Ελλάδος ούτε να στείλει σήμα αστάθειας στις αγορές. Από την άλλη, η κοινωνική δυσαρέσκεια απέναντι στις τράπεζες παραμένει υψηλή, ιδίως λόγω επιτοκίων, προμηθειών και δυσκολίας πρόσβασης σε χρηματοδότηση για νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Για τον Αλέξη Τσίπρα και τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο, το τραπεζικό ζήτημα προσφέρει πολιτικό έδαφος: συνδέει την οικονομία με τη δικαιοσύνη, την κερδοφορία με την κοινωνική ανταπόδοση και τη μεταμνημονιακή κανονικότητα με το ερώτημα «ποιος τελικά πληρώνει».

Προοπτικές

Το ζήτημα του αναβαλλόμενου φόρου θα παραμείνει ανοιχτό, όχι επειδή οι τράπεζες βρίσκονται σε κρίση, αλλά ακριβώς επειδή έχουν βγει από αυτήν.

Όσο αυξάνονται τα κέρδη και επιστρέφουν τα μερίσματα, τόσο θα εντείνεται η πολιτική πίεση για ταχύτερη επιστροφή αξίας στο Δημόσιο. Ταυτόχρονα, η Τράπεζα της Ελλάδος θα επιμένει ότι οποιαδήποτε αλλαγή πρέπει να γίνει χωρίς να διαταραχθούν οι κεφαλαιακοί δείκτες, η εμπιστοσύνη των αγορών και η δυνατότητα χρηματοδότησης της οικονομίας.

Η σύγκρουση, επομένως, δεν θα κριθεί μόνο σε τεχνικούς πίνακες. Θα κριθεί στο πεδίο της πολιτικής νομιμοποίησης: αν οι πολίτες πειστούν ότι η τραπεζική κανονικότητα παράγει όφελος για την οικονομία και όχι μόνο για τους μετόχους.

Πηγή: pagenews.gr

Αφροδίτη Πάνου
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Αφροδίτη Πάνου Κοινοβουλευτική Συντάκτρια
Εξειδικεύεται στο κοινοβουλευτικό και πολιτικό ρεπορτάζ, με καθημερινή κάλυψη των εργασιών της Βουλής, των νομοθετικών πρωτοβουλιών και των πολιτικών εξελίξεων. Παρακολουθεί στενά τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και αναλύει ζητήματα δημόσιας πολιτικής και θεσμικής λειτουργίας. Διαθέτει σημαντική εμπειρία στην πολιτική δημοσιογραφία, την κάλυψη κοινοβουλευτικών θεμάτων και τη διαχείριση πολιτικού περιεχομένου.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο