Ο πόλεμος που έκανε το Ιράν ισχυρότερο: Το στρατηγικό παράδοξο που αιφνιδίασε ΗΠΑ και Ισραήλ
Πηγή Φωτογραφίας: President Donald J. Trump signs a Memorandum of Understanding between the Islamic Republic of Iran and the United States of America at the Palace of Versailles, France, June 17, 2026. (Official White House Photo by Daniel Torok)
Ο πόλεμος που έκανε το Ιράν ισχυρότερο: Το στρατηγικό παράδοξο που αιφνιδίασε ΗΠΑ και Ισραήλ
Υπάρχουν πόλεμοι που αλλάζουν σύνορα και υπάρχουν πόλεμοι που αλλάζουν την αντίληψη περί ισχύος. Η πρόσφατη σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ, Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν φαίνεται να ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Παρότι η Τεχεράνη υπέστη σοβαρές στρατιωτικές απώλειες, στο τέλος της σύγκρουσης δεν βρέθηκε απομονωμένη ή αποδυναμωμένη πολιτικά. Αντίθετα, σύμφωνα με την ανάλυση που διαμορφώνεται σε αρκετούς κύκλους διεθνών σχέσεων, το Ιράν εξήλθε της κρίσης έχοντας αποδείξει ότι διαθέτει πολύ μεγαλύτερη θεσμική ανθεκτικότητα από αυτή που υπολόγιζαν η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ.
Το αποτέλεσμα είναι ένα στρατηγικό παράδοξο: ένας πόλεμος που σχεδιάστηκε για να περιορίσει την επιρροή της Ισλαμικής Δημοκρατίας φαίνεται να της προσφέρει μεγαλύτερο διπλωματικό βάρος στις διαπραγματεύσεις για την επόμενη ημέρα.
Η επιβίωση έγινε το μεγαλύτερο διαπραγματευτικό όπλο
Η σημαντικότερη ίσως εξέλιξη δεν ήταν κάποια στρατιωτική επιτυχία αλλά το γεγονός ότι το ιρανικό πολιτικό σύστημα άντεξε.
Παρά τις επιθέσεις εναντίον κορυφαίων στρατιωτικών και πολιτικών στελεχών, το καθεστώς δεν κατέρρευσε. Αντίθετα, ενεργοποίησε τους αποκεντρωμένους μηχανισμούς του, διατήρησε τη συνοχή της κρατικής δομής και απέφυγε μια εσωτερική κρίση διαδοχής που υπό διαφορετικές συνθήκες θα μπορούσε να αποδειχθεί καταλυτική.
Αυτό επέτρεψε στη νέα ηγεσία να εμφανιστεί στις διαπραγματεύσεις όχι ως ηττημένη αλλά ως μια κυβέρνηση που απέδειξε ότι μπορεί να επιβιώσει ακόμη και υπό συνθήκες πολέμου.
Στη διπλωματία, η επιβίωση συχνά μεταφράζεται σε διαπραγματευτική ισχύ.
Από τη στρατιωτική πίεση στη διπλωματική διαπραγμάτευση
Η συμφωνία-πλαίσιο που φέρεται να διαμορφώνεται μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης επιχειρεί να δημιουργήσει μια νέα βάση αποκλιμάκωσης.
Σύμφωνα με τις αναφορές που επικαλείται η ανάλυση, περιλαμβάνει στοιχεία όπως η χαλάρωση περιορισμών στις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου, η αποδέσμευση παγωμένων οικονομικών πόρων και η διαμόρφωση ενός ευρύτερου πλαισίου ασφαλείας για την περιοχή.
Παραμένουν, ωστόσο, ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα, όπως το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, η μελλοντική παρουσία της Χεζμπολάχ στον Λίβανο και ο ρόλος των φιλοϊρανικών οργανώσεων σε Συρία, Ιράκ και Υεμένη.
Ακριβώς γι’ αυτό, πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι η επόμενη φάση θα είναι περισσότερο διπλωματική παρά στρατιωτική.
Η μεγάλη στρατηγική παρεξήγηση
Η βασική υπόθεση εργασίας των ΗΠΑ και του Ισραήλ ήταν ότι η έντονη στρατιωτική πίεση θα οδηγούσε σε αποσταθεροποίηση του ιρανικού καθεστώτος.
Αυτή η εκτίμηση φαίνεται πως δεν επιβεβαιώθηκε.
Το ιρανικό μοντέλο εξουσίας είναι λιγότερο προσωποκεντρικό από όσο συχνά παρουσιάζεται στη Δύση. Συνδυάζει θεσμούς, θρησκευτικά δίκτυα, υπηρεσίες ασφαλείας και οικονομικά κέντρα ισχύος που λειτουργούν παράλληλα, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την κατάρρευσή του μέσω στοχευμένων πληγμάτων στην ηγεσία.
Η πραγματικότητα αυτή ίσως αναγκάσει τις δυτικές πρωτεύουσες να επανεξετάσουν τις παραδοχές τους για την αποτελεσματικότητα των στρατηγικών «αλλαγής καθεστώτος».
Ο ρόλος Ρωσίας και Κίνας
Παρότι ούτε η Μόσχα ούτε το Πεκίνο ενεπλάκησαν άμεσα στις επιχειρήσεις, η γεωπολιτική τους στήριξη φαίνεται να λειτούργησε ως σημαντικός παράγοντας αποτροπής.
Η Ρωσία διατήρησε ανοικτούς διαύλους συνεργασίας με την Τεχεράνη, ενώ η Κίνα εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο οικονομικό εταίρο του Ιράν και τον βασικό αγοραστή των ενεργειακών του εξαγωγών.
Για την ιρανική ηγεσία, το μήνυμα ήταν σαφές: ακόμη και χωρίς στρατιωτική εμπλοκή, οι δύο μεγάλες ευρασιατικές δυνάμεις δεν πρόκειται να εγκαταλείψουν έναν κρίσιμο σύμμαχο.
Ο Λίβανος και η επιστροφή της Χεζμπολάχ
Ένα ακόμη στοιχείο που αναδεικνύει η ανάλυση αφορά τον Λίβανο.
Η Χεζμπολάχ είχε υποστεί σημαντικές πολιτικές και στρατιωτικές απώλειες τα τελευταία χρόνια, ενώ η εσωτερική της νομιμοποίηση εμφάνιζε σημάδια κόπωσης.
Ωστόσο, οι συνεχείς ισραηλινές επιχειρήσεις στο νότιο Λίβανο και σε περιοχές της Βηρυτού φαίνεται πως ενίσχυσαν εκ νέου το αφήγημα ότι αποτελεί τον βασικό υπερασπιστή της χώρας απέναντι στις εξωτερικές απειλές.
Πρόκειται για ένα κλασικό παράδειγμα των απρόβλεπτων συνεπειών που μπορεί να προκαλέσει μια παρατεταμένη στρατιωτική εκστρατεία.
Η νέα στρατηγική του Ιράν
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πιθανή μεταβολή της ιρανικής στρατηγικής.
Μέχρι πρόσφατα, η Τεχεράνη χρησιμοποιούσε κυρίως το δίκτυο των συμμάχων και των προσκείμενων οργανώσεων ως εργαλείο αποτροπής.
Η πρόσφατη κρίση φαίνεται να εισάγει ένα διαφορετικό μοντέλο, στο οποίο το ίδιο το Ιράν εμφανίζεται διατεθειμένο να αναλαμβάνει πιο άμεσο ρόλο στην προστασία των συμμάχων του.
Εάν αυτή η μεταβολή παγιωθεί, ενδέχεται να αλλάξει συνολικά η αρχιτεκτονική ασφάλειας της Μέσης Ανατολής.
Η διπλωματία ως μοναδική διέξοδος
Το μεγαλύτερο ερώτημα δεν είναι ποιος κέρδισε τις τελευταίες στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν ο πόλεμος πέτυχε τους πολιτικούς στόχους που είχαν τεθεί.
Ύστερα από χρόνια συγκρούσεων, ούτε η Χεζμπολάχ ούτε η Χαμάς έχουν εξαφανιστεί, ενώ το Ιράν εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό γεωπολιτικό αντίπαλο του Ισραήλ στην περιοχή.
Η εμπειρία των ειρηνευτικών συμφωνιών του Ισραήλ με την Αίγυπτο και την Ιορδανία υπενθυμίζει ότι οι πιο ανθεκτικές διευθετήσεις ασφαλείας προέκυψαν τελικά μέσω της διπλωματίας και όχι αποκλειστικά μέσω της στρατιωτικής ισχύος.
Η επόμενη ημέρα
Η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια νέα περίοδο, όπου η ισορροπία δυνάμεων δεν θα καθορίζεται μόνο από τους πυραύλους ή τα μαχητικά αεροσκάφη, αλλά από την ικανότητα των περιφερειακών και διεθνών δυνάμεων να μετατρέψουν μια εύθραυστη εκεχειρία σε ένα βιώσιμο πλαίσιο ασφαλείας.
Το αν αυτό θα συμβεί εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: την πολιτική βούληση στην Ουάσιγκτον, τις επιλογές της ισραηλινής κυβέρνησης, τις αποφάσεις της Τεχεράνης και τον ρόλο που θα θελήσουν να διαδραματίσουν Ρωσία, Κίνα και οι αραβικές χώρες.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η σύγκρουση απέδειξε ένα διαχρονικό αξίωμα της γεωπολιτικής: οι πόλεμοι δεν καταλήγουν πάντοτε να ενισχύουν εκείνον που διαθέτει τη μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ. Συχνά, ισχυρότερος αναδεικνύεται εκείνος που καταφέρνει απλώς να επιβιώσει και να μετατρέψει την αντοχή του σε διπλωματικό κεφάλαιο.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο