Γεωπολιτικά

Πυρηνική συμφωνία ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας: Ο Τραμπ δίνει στο Ριάντ το «κλειδί» του εμπλουτισμού

Πυρηνική συμφωνία ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας: Ο Τραμπ δίνει στο Ριάντ το «κλειδί» του εμπλουτισμού

Πηγή Φωτογραφίας: US President Donald Trump (L) gestures as he speaks with crown prince and Prime Minister Mohammed bin Salman of Saudi Arabia at the White House on Nov. 18, 2025, in Washington, DC. — Chip Somodevilla/Getty Images

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Η Ουάσιγκτον ανοίγει τον δρόμο για σαουδαραβική παραγωγή εμπλουτισμένου ουρανίου υπό αμερικανική εποπτεία, επιδιώκοντας να αποκλείσει Ρωσία και Κίνα. Όμως η απουσία των αυστηρότερων ασφαλιστικών δικλίδων προκαλεί φόβους για πυρηνική κούρσα με το Ιράν και ανατροπή των ισορροπιών στη Μέση Ανατολή.

Μια συμφωνία που υπερβαίνει κατά πολύ την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σαουδική Αραβία βρίσκονται μπροστά σε μια συμφωνία που μπορεί να μεταβάλει βαθιά την ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή.

Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ αναμένεται να προχωρήσει στην υπογραφή μιας μακροχρόνιας συμφωνίας ειρηνικής πυρηνικής συνεργασίας με το Ριάντ, η οποία θα μπορούσε να επιτρέψει την κατασκευή εγκατάστασης εμπλουτισμού ουρανίου στη σαουδαραβική επικράτεια από αμερικανικές εταιρείες.

Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλούνται αμερικανικά μέσα και διεθνή πρακτορεία, ο Τραμπ ενέκρινε επισήμως τη συμφωνία την προηγούμενη εβδομάδα. Η διάρκειά της αναμένεται να φτάσει τα 30 χρόνια, ενώ η συνολική οικονομική της αξία εκτιμάται σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια.

Η κατασκευή μονάδας εμπλουτισμού δεν θα είναι αυτόματη. Θα απαιτείται προηγουμένως κοινή αμερικανοσαουδαραβική μελέτη που θα κρίνει εάν μια τέτοια υποδομή είναι αναγκαία και τεχνικά δικαιολογημένη. Ωστόσο, ακόμη και η συμπερίληψη αυτής της δυνατότητας αποτελεί θεαματική μεταβολή της αμερικανικής πολιτικής μη διάδοσης πυρηνικών όπλων.

Η Ουάσιγκτον επιλέγει να ελέγξει το πρόγραμμα αντί να το εμποδίσει

Η βασική στρατηγική λογική της κυβέρνησης Τραμπ είναι απλή:

Εάν η Σαουδική Αραβία είναι αποφασισμένη να δημιουργήσει πυρηνική βιομηχανία, οι ΗΠΑ προτιμούν να βρίσκονται στο εσωτερικό του προγράμματος παρά να το παραδώσουν στη Ρωσία ή την Κίνα.

Η συμφωνία φιλοδοξεί να καταστήσει τις αμερικανικές εταιρείες τον βασικό εταίρο του Ριάντ σε αντιδραστήρες, καύσιμα, τεχνογνωσία, ασφάλεια και πιθανές εγκαταστάσεις εμπλουτισμού.

Ο πρώην αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και ειδικός στη μη διάδοση Robert Einhorn εκτίμησε ότι η συνεργασία θα μπορούσε να αναζωογονήσει την αμερικανική πυρηνική βιομηχανία, να ενισχύσει τους δεσμούς ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας και να αποκλείσει τη Μόσχα και το Πεκίνο από ένα στρατηγικά κρίσιμο πρόγραμμα.

Η επιλογή αυτή συνιστά ουσιαστικά μια πολιτική «ελεγχόμενου ρίσκου»:

  • η Σαουδική Αραβία αποκτά πρόσβαση σε προηγμένη τεχνολογία,
  • οι ΗΠΑ διατηρούν τεχνική παρουσία και πολιτική επιρροή,
  • οι αμερικανικές εταιρείες κερδίζουν συμβόλαια δισεκατομμυρίων,
  • ενώ Ρωσία και Κίνα περιορίζονται.

Το πρόβλημα είναι ότι η δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου δεν είναι μια απλή εμπορική παραχώρηση.

Είναι τεχνολογία διττής χρήσης.

Γιατί ο εμπλουτισμός αποτελεί το μεγάλο σημείο τριβής

Ο εμπλουτισμός ουρανίου είναι αναγκαίος για την παραγωγή πυρηνικού καυσίμου, αλλά η ίδια τεχνολογική βάση μπορεί, εφόσον αναβαθμιστεί και επιταχυνθεί, να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή υλικού κατάλληλου για πυρηνικά όπλα.

Η διαφορά μεταξύ ειρηνικού και στρατιωτικού προγράμματος δεν βρίσκεται μόνο στις εγκαταστάσεις, αλλά:

  • στο επίπεδο εμπλουτισμού,
  • στον αριθμό και την ταχύτητα των φυγοκεντρητών,
  • στο απόθεμα πυρηνικού υλικού,
  • στην πρόσβαση των επιθεωρητών,
  • και στην πολιτική απόφαση της ηγεσίας.

Αυτό εξηγεί γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδίωκαν παραδοσιακά να αποτρέπουν τον εγχώριο εμπλουτισμό σε νέες πυρηνικές χώρες, προσφέροντας εισαγόμενο καύσιμο ως ασφαλέστερη εναλλακτική.

Η νέα σαουδαραβική συμφωνία φαίνεται να εγκαταλείπει αυτή τη δογματική γραμμή.

Τι είναι η Συμφωνία 123 και γιατί θα περάσει από το Κογκρέσο

Η συμφωνία αναμένεται να υποβληθεί στο αμερικανικό Κογκρέσο ως λεγόμενη Συμφωνία 123, βάσει του άρθρου 123 του αμερικανικού Νόμου περί Ατομικής Ενέργειας του 1954.

Τέτοιου είδους συμφωνίες αποτελούν απαραίτητη νομική βάση για τη μεταφορά από τις Ηνωμένες Πολιτείες:

  • πυρηνικού εξοπλισμού,
  • υλικών,
  • καυσίμων,
  • τεχνικής γνώσης,
  • και εξειδικευμένων υπηρεσιών

σε άλλη χώρα για ειρηνικούς σκοπούς.

Η κατάθεση στο Κογκρέσο δεν αποτελεί απλή τυπική διαδικασία. Αναμένεται να προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις από βουλευτές και γερουσιαστές που θεωρούν ότι η διάδοση της τεχνολογίας εμπλουτισμού σε μια ήδη αποσταθεροποιημένη Μέση Ανατολή δημιουργεί επικίνδυνο προηγούμενο.

Η κυβέρνηση Τραμπ θα υποστηρίξει ότι η αμερικανική συμμετοχή προσφέρει περισσότερες εγγυήσεις από μια συμφωνία του Ριάντ με το Πεκίνο ή τη Μόσχα.

Οι επικριτές θα απαντήσουν ότι ο ασφαλέστερος εμπλουτισμός παραμένει εκείνος που δεν επιτρέπεται καθόλου.

Η μεγάλη διαφορά με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα

Το 2009, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα υπέγραψαν με τις ΗΠΑ συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας που θεωρήθηκε διεθνές πρότυπο μη διάδοσης.

Το Αμπού Ντάμπι αποδέχθηκε τον λεγόμενο «Χρυσό Κανόνα»:

  • καμία εγχώρια δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου,
  • καμία επανεπεξεργασία χρησιμοποιημένου πυρηνικού καυσίμου.

Με αντάλλαγμα, απέκτησε πρόσβαση σε δυτική τεχνολογία και κατασκεύασε το πυρηνικό εργοστάσιο Barakah, χωρίς να δημιουργήσει τις ευαίσθητες υποδομές που θα μπορούσαν δυνητικά να στηρίξουν στρατιωτικό πρόγραμμα.

Η σαουδαραβική συμφωνία, αντιθέτως, φέρεται να μην περιλαμβάνει αυτήν την κατηγορηματική παραίτηση από τον εμπλουτισμό.

Αυτό δημιουργεί ένα άμεσο περιφερειακό ερώτημα:

Γιατί τα ΗΑΕ αποδέχθηκαν αυστηρούς περιορισμούς, ενώ η Σαουδική Αραβία μπορεί να εξασφαλίσει ευνοϊκότερους όρους;

Το Αμπού Ντάμπι θα μπορούσε μελλοντικά να ζητήσει αναθεώρηση της δικής του συμφωνίας ώστε να μη βρίσκεται σε τεχνολογικά μειονεκτική θέση έναντι του Ριάντ.

Έτσι, μια διμερής συμφωνία μπορεί να πυροδοτήσει αλυσιδωτές απαιτήσεις σε ολόκληρο τον Κόλπο.

Το κενό του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της IAEA

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι πληροφορίες ότι η συμφωνία δεν θα υποχρεώνει τη Σαουδική Αραβία να εφαρμόσει το Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας.

Το Πρόσθετο Πρωτόκολλο παρέχει στην IAEA:

  • ευρύτερη πρόσβαση σε πληροφορίες,
  • δυνατότητα επιθεώρησης περισσότερων εγκαταστάσεων,
  • αυξημένη φυσική πρόσβαση,
  • και ισχυρότερες δυνατότητες εντοπισμού μη δηλωμένων δραστηριοτήτων.

Η Σαουδική Αραβία είναι μέλος της IAEA και διαθέτει συμφωνία διασφαλίσεων, αλλά η απουσία του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου σημαίνει ότι ο διεθνής μηχανισμός επιτήρησης δεν θα διαθέτει το μέγιστο δυνατό εύρος ελέγχων.

Πληροφορίες αναφέρουν επίσης ότι η συμφωνία μπορεί να προβλέπει περιορισμούς ως προς τις τοποθεσίες στις οποίες θα πραγματοποιούνται επιθεωρήσεις.

Αυτό είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο, διότι ένα πυρηνικό πρόγραμμα δεν ελέγχεται μόνο στις δηλωμένες εγκαταστάσεις. Η ουσία της αυστηρής επιτήρησης βρίσκεται ακριβώς στη δυνατότητα εντοπισμού δραστηριοτήτων που μπορεί να έχουν αποκρυφθεί.

Η σαουδαραβική «μαύρη θυρίδα»

Η αμερικανική πλευρά φέρεται να σχεδιάζει μια μορφή τεχνικής προστασίας που περιγράφεται ως σύστημα «μαύρης θυρίδας».

Η λογική είναι ότι οι αμερικανικές εταιρείες θα κατασκευάσουν και θα λειτουργούν κρίσιμα τμήματα των εγκαταστάσεων με τέτοιον τρόπο ώστε οι Σαουδάραβες να μη διαθέτουν πλήρη πρόσβαση στην τεχνολογία ή τη δυνατότητα να την τροποποιήσουν για στρατιωτική χρήση.

Στα χαρτιά, αυτό θα επέτρεπε:

  • παραγωγή καυσίμου για αντιδραστήρες,
  • αμερικανικό τεχνικό έλεγχο,
  • προστασία ευαίσθητης τεχνογνωσίας,
  • και έγκαιρο εντοπισμό αποκλίσεων.

Ωστόσο, κανένα τεχνικό σύστημα δεν μπορεί να αντικαταστήσει πλήρως τις διεθνείς επιθεωρήσεις, την πολιτική διαφάνεια και μια δεσμευτική παραίτηση από στρατιωτικές δυνατότητες.

Μια «μαύρη θυρίδα» μπορεί να δυσκολεύει την κατάχρηση. Δεν εξαφανίζει το απόθεμα γνώσης, την υποδομή και το ανθρώπινο δυναμικό που θα αναπτυχθούν γύρω από το πρόγραμμα.

Ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν έχει ήδη προειδοποιήσει για πυρηνική βόμβα

Η ανησυχία δεν στηρίζεται μόνο σε υποθετικά σενάρια.

Ο Σαουδάραβας πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν έχει δηλώσει δημοσίως ότι, εάν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικό όπλο, η Σαουδική Αραβία θα επιδιώξει να αποκτήσει και εκείνη αντίστοιχη δυνατότητα για λόγους ασφαλείας και ισορροπίας ισχύος.

Η δήλωση αυτή δεν αποτελεί απόδειξη ότι το σημερινό πρόγραμμα έχει στρατιωτικό στόχο.

Αποτελεί, όμως, ξεκάθαρη πολιτική προειδοποίηση ότι το Ριάντ δεν θεωρεί την πυρηνική αποτροπή αδιανόητη επιλογή.

Η δημιουργία εγχώριας δυνατότητας εμπλουτισμού θα μπορούσε επομένως να προσφέρει στη Σαουδική Αραβία αυτό που οι ειδικοί αποκαλούν «πυρηνική λανθάνουσα ικανότητα»:

να μην έχει κατασκευάσει βόμβα, αλλά να διαθέτει την τεχνολογία, τις εγκαταστάσεις και το προσωπικό ώστε να κινηθεί ταχύτερα προς αυτήν εάν το αποφασίσει.

Η μεγάλη αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στο Ιράν

Η συμφωνία υπογράφεται σε μια εξαιρετικά φορτισμένη συγκυρία, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να εξουδετερώσουν τη δυνατότητα του Ιράν να αναπτύξει πυρηνικό όπλο.

Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να επιτρέψει στην Τεχεράνη να διατηρεί ανεξέλεγκτη δυνατότητα εμπλουτισμού.

Την ίδια στιγμή, όμως, εμφανίζεται έτοιμη να επιτρέψει σε έναν περιφερειακό αντίπαλο του Ιράν να αναπτύξει παρόμοια τεχνολογική βάση υπό αμερικανική εποπτεία.

Η αμερικανική επιχειρηματολογία είναι ότι τα δύο προγράμματα δεν είναι συγκρίσιμα:

  • η Σαουδική Αραβία είναι στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ,
  • το πρόγραμμα θα αναπτυχθεί από αμερικανικές εταιρείες,
  • θα λειτουργεί με συμφωνημένους περιορισμούς,
  • και θα προορίζεται για ειρηνική χρήση.

Ωστόσο, από την οπτική της Τεχεράνης, η συμφωνία αποτελεί απόδειξη ότι η Δύση δεν αντιτίθεται στον εμπλουτισμό ως τεχνολογία, αλλά επιλέγει ποιες χώρες δικαιούνται να τον πραγματοποιούν.

Αυτό θα προσφέρει στο Ιράν ένα ισχυρό προπαγανδιστικό και διπλωματικό επιχείρημα.

Η Τεχεράνη θα δει περικύκλωση, όχι ενεργειακή συνεργασία

Για το Ιράν, ένα σαουδαραβικό πυρηνικό πρόγραμμα με αμερικανική τεχνολογία δεν θα εκληφθεί ως ουδέτερη ενεργειακή επένδυση.

Θα θεωρηθεί τμήμα μιας ευρύτερης στρατηγικής περικύκλωσης.

Η Τεχεράνη θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι:

  • οι ΗΠΑ επιχειρούν να δημιουργήσουν αντίβαρο στην ιρανική πυρηνική ισχύ,
  • η Σαουδική Αραβία αποκτά σταδιακά δυνατότητα πυρηνικής αποτροπής,
  • και οι δυτικοί κανόνες μη διάδοσης εφαρμόζονται επιλεκτικά.

Αυτό ενδέχεται να ενισχύσει τις σκληροπυρηνικές φωνές στο Ιράν που ζητούν οριστική εγκατάλειψη κάθε περιορισμού και επιτάχυνση του πυρηνικού προγράμματος.

Έτσι, μια συμφωνία που παρουσιάζεται ως μηχανισμός ελέγχου μπορεί, στην πράξη, να γίνει καταλύτης νέου ανταγωνισμού.

Το Ισραήλ βρίσκεται αντιμέτωπο με στρατηγικό δίλημμα

Το Ισραήλ έχει βασίσει επί δεκαετίες την περιφερειακή του στρατηγική στην αποτροπή ανάπτυξης πυρηνικών όπλων από εχθρικά ή δυνητικά ανταγωνιστικά κράτη της Μέσης Ανατολής.

Η Σαουδική Αραβία δεν είναι σήμερα εχθρικό κράτος. Οι δύο πλευρές έχουν κοινές ανησυχίες απέναντι στο Ιράν και διατηρούν διαύλους συνεννόησης.

Ωστόσο, οι στρατηγικοί σχεδιασμοί δεν βασίζονται μόνο στις σημερινές κυβερνήσεις. Βασίζονται και στις δυνατότητες που μπορεί να υπάρχουν σε 10, 20 ή 30 χρόνια.

Μια σαουδαραβική υποδομή εμπλουτισμού:

  • αλλάζει τις περιφερειακές ισορροπίες,
  • μειώνει το ισραηλινό τεχνολογικό πλεονέκτημα,
  • και εισάγει έναν ακόμη πιθανό πυρηνικό παράγοντα.

Το Ισραήλ θα επιδιώξει, κατά πάσα πιθανότητα, αυστηρές αμερικανικές εγγυήσεις, συνεχή επιτήρηση και σαφή όρια στο επίπεδο εμπλουτισμού.

Παράλληλα, η συμφωνία φαίνεται να αποσυνδέει την πυρηνική συνεργασία από την προηγούμενη απαίτηση για εξομάλυνση των σχέσεων Σαουδικής Αραβίας–Ισραήλ. Σε παλαιότερες διαπραγματεύσεις, η Ουάσιγκτον είχε επιχειρήσει να εντάξει το πυρηνικό πρόγραμμα σε ένα ευρύτερο πακέτο που θα περιλάμβανε σαουδαραβική προσχώρηση στις Συμφωνίες του Αβραάμ. Η σημερινή συμφωνία δείχνει να προχωρά χωρίς να έχει προηγηθεί αυτή η διπλωματική ανταλλαγή.

Από το πετρέλαιο στο ουράνιο: Το νέο όραμα του Ριάντ

Η Σαουδική Αραβία δεν επιδιώκει πυρηνική ενέργεια επειδή στερείται ενεργειακών πόρων.

Επιδιώκει να αλλάξει το ενεργειακό της μοντέλο.

Στο πλαίσιο του Vision 2030, το Ριάντ θέλει:

  • να μειώσει την καύση πετρελαίου για εγχώρια ηλεκτροπαραγωγή,
  • να διαθέτει περισσότερο αργό για εξαγωγές,
  • να καλύψει την αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας,
  • να υποστηρίξει αφαλάτωση νερού,
  • να αναπτύξει βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας,
  • και να καταστεί περιφερειακός πυρηνικός κόμβος.

Η πυρηνική ενέργεια είναι επομένως ταυτόχρονα οικονομικό, βιομηχανικό και γεωπολιτικό σχέδιο.

Για τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, η δυνατότητα παραγωγής πυρηνικού καυσίμου συνδέεται και με την επιθυμία να μετατρέψει τη χώρα από απλό καταναλωτή ξένης τεχνολογίας σε παραγωγό στρατηγικής γνώσης.

Η συμφωνία των δισεκατομμυρίων και η αμερικανική πυρηνική βιομηχανία

Η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετωπίζει τη συμφωνία και ως μεγάλη βιομηχανική ευκαιρία.

Η αμερικανική πυρηνική βιομηχανία έχει αντιμετωπίσει επί χρόνια:

  • υψηλό κόστος κατασκευής,
  • καθυστερήσεις,
  • έλλειψη νέων μεγάλων παραγγελιών,
  • και έντονο ανταγωνισμό από κρατικά υποστηριζόμενες εταιρείες της Ρωσίας, της Κίνας, της Νότιας Κορέας και της Γαλλίας.

Ένα σαουδαραβικό πρόγραμμα δεκάδων δισεκατομμυρίων θα μπορούσε να προσφέρει μεγάλες συμβάσεις σε αμερικανικούς ομίλους και να διατηρήσει ενεργή την αλυσίδα εφοδιασμού των ΗΠΑ.

Η συμφωνία εντάσσεται επίσης στο ευρύτερο οικονομικό πακέτο ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας, το οποίο η κυβέρνηση Τραμπ έχει παρουσιάσει ως νέα εποχή επενδύσεων, ενέργειας, άμυνας και τεχνολογικής συνεργασίας

Το πρώτο θεμέλιο είχε τοποθετηθεί το 2025

Η σημερινή εξέλιξη δεν προέκυψε αιφνιδιαστικά.

Τον Απρίλιο του 2025, ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας Chris Wright είχε συναντηθεί στο Ριάντ με τον Σαουδάραβα ομόλογό του, πρίγκιπα Abdulaziz bin Salman, και είχε ανακοινωθεί πλαίσιο συνεργασίας σε παραδοσιακές και αναδυόμενες μορφές ενέργειας.

Τον Νοέμβριο του 2025, οι δύο χώρες υπέγραψαν Κοινή Διακήρυξη για την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων σχετικά με τη συνεργασία στην ειρηνική πυρηνική ενέργεια.

Ο Λευκός Οίκος είχε τότε αναφέρει ότι η διακήρυξη δημιουργούσε τη νομική βάση για μια πολυετή συνεργασία πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων και καθιστούσε τις αμερικανικές εταιρείες προτιμώμενους εταίρους του σαουδαραβικού προγράμματος.

Η νέα συμφωνία αποτελεί ουσιαστικά τη μετατροπή αυτής της πολιτικής διακήρυξης σε δεσμευτικό νομικό και επιχειρηματικό πλαίσιο.

Ρωσία και Κίνα είναι οι αόρατοι πρωταγωνιστές

Παρότι η συμφωνία αφορά επίσημα την πυρηνική ενέργεια, στο βάθος βρίσκεται ο παγκόσμιος ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων.

Η Ρωσία διαθέτει ισχυρή διεθνή παρουσία μέσω της Rosatom, προσφέροντας ολοκληρωμένα πακέτα:

  • χρηματοδότηση,
  • κατασκευή αντιδραστήρων,
  • προμήθεια καυσίμου,
  • εκπαίδευση προσωπικού,
  • διαχείριση αποβλήτων.

Η Κίνα, από την πλευρά της, επιδιώκει να ενισχύσει την τεχνολογική και οικονομική της παρουσία στον Κόλπο, αξιοποιώντας τη στενή ενεργειακή σχέση της με τη Σαουδική Αραβία.

Το Ριάντ είχε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει αυτόν τον ανταγωνισμό ως διαπραγματευτικό μοχλό απέναντι στην Ουάσιγκτον:

Εάν οι ΗΠΑ δεν αποδεχθούν τους σαουδαραβικούς όρους, υπάρχουν εναλλακτικοί προμηθευτές.

Ο Τραμπ αποφάσισε ότι είναι προτιμότερο να προσφέρει μια πιο ευέλικτη συμφωνία παρά να χάσει ολόκληρο το πρόγραμμα από τον αμερικανικό στρατηγικό έλεγχο.

Η πιθανότητα πυρηνικού ντόμινο στη Μέση Ανατολή

Η σοβαρότερη μακροπρόθεσμη συνέπεια είναι το ενδεχόμενο πυρηνικού ντόμινο.

Εάν η Σαουδική Αραβία αποκτήσει δυνατότητα εμπλουτισμού, άλλες περιφερειακές δυνάμεις μπορεί να ζητήσουν αντίστοιχα δικαιώματα.

Η Τουρκία, η Αίγυπτος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι δεν πρέπει να παραμείνουν τεχνολογικά εξαρτημένες ενώ το Ριάντ αναπτύσσει πλήρη κύκλο πυρηνικού καυσίμου.

Το αποτέλεσμα δεν θα ήταν κατ’ ανάγκη άμεση κατασκευή πυρηνικών όπλων.

Θα μπορούσε, όμως, να δημιουργήσει μια περιοχή γεμάτη κράτη με πυρηνική ικανότητα κατωφλίου — χώρες που δεν διαθέτουν βόμβα, αλλά έχουν τα τεχνικά μέσα να την αποκτήσουν σε μικρότερο χρονικό διάστημα.

Σε μια περιοχή με πολέμους, ανατροπές καθεστώτων, ανταγωνισμούς και περιορισμένη εμπιστοσύνη, αυτό θα ήταν μια εξαιρετικά εύθραυστη ισορροπία.

Συμφωνία σταθερότητας ή η αρχή της επόμενης κρίσης;

Η πυρηνική συμφωνία ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας διαθέτει δύο εντελώς αντίθετες αναγνώσεις.

Η αισιόδοξη εκδοχή

Η αμερικανική συμμετοχή:

  • κρατά το σαουδαραβικό πρόγραμμα υπό δυτικό έλεγχο,
  • αποκλείει Ρωσία και Κίνα,
  • επιβάλλει τεχνικές ασφαλιστικές δικλίδες,
  • ενισχύει την ενεργειακή μετάβαση,
  • και αποτρέπει ένα ανεξέλεγκτο πρόγραμμα εκτός αμερικανικού πλαισίου.

Η απαισιόδοξη εκδοχή

Η Ουάσιγκτον:

  • νομιμοποιεί τον εγχώριο εμπλουτισμό σε μια νέα χώρα,
  • χαλαρώνει τον «Χρυσό Κανόνα»,
  • δέχεται ασθενέστερους ελέγχους της IAEA,
  • δημιουργεί διπλό μέτρο απέναντι στο Ιράν,
  • και ανοίγει τον δρόμο για περιφερειακή πυρηνική κούρσα.

Και οι δύο αναγνώσεις διαθέτουν ισχυρά επιχειρήματα.

Η τελική απάντηση θα εξαρτηθεί από το ακριβές κείμενο της συμφωνίας, τα όρια εμπλουτισμού, το σύστημα επιθεωρήσεων και τους μηχανισμούς διακοπής της συνεργασίας σε περίπτωση παραβίασης.

Ο Τραμπ επενδύει στην προσωπική σχέση με το Ριάντ

Η απόφαση επιβεβαιώνει τη βαθιά στρατηγική επένδυση του Ντόναλντ Τραμπ στη σχέση με τη σαουδαραβική ηγεσία.

Για τον Αμερικανό πρόεδρο, το Ριάντ είναι ταυτόχρονα:

  • ενεργειακός εταίρος,
  • αγοραστής αμερικανικών όπλων,
  • επενδυτής στην αμερικανική οικονομία,
  • αντίβαρο στο Ιράν,
  • και κρίσιμος παίκτης στον ανταγωνισμό με την Κίνα.

Ο Τραμπ φαίνεται να θεωρεί ότι η οικοδόμηση στρατηγικής εξάρτησης της Σαουδικής Αραβίας από την αμερικανική τεχνολογία είναι αποτελεσματικότερη από την επιβολή απόλυτων απαγορεύσεων.

Πρόκειται για μια κλασική προσέγγιση συναλλακτικής γεωπολιτικής:

πρόσβαση στην τεχνολογία με αντάλλαγμα στρατηγική ευθυγράμμιση, συμβόλαια και αποκλεισμό των ανταγωνιστών.

Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στον έλεγχο και στη διάδοση

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν η Σαουδική Αραβία έχει δικαίωμα στην ειρηνική πυρηνική ενέργεια. Ως μέλος της Συνθήκης Μη Διάδοσης, διαθέτει δικαίωμα ανάπτυξης ειρηνικού πυρηνικού προγράμματος υπό διεθνείς διασφαλίσεις.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν χρειάζεται να διαθέτει εγχώριο εμπλουτισμό.

Η εισαγωγή έτοιμου πυρηνικού καυσίμου θα μπορούσε να καλύψει τις ενεργειακές της ανάγκες χωρίς να δημιουργήσει ευαίσθητη τεχνολογική υποδομή.

Η επιμονή του Ριάντ στην εγχώρια παραγωγή καυσίμου αποκαλύπτει ότι η επιδίωξη δεν είναι αποκλειστικά οικονομική.

Είναι και ζήτημα:

  • κυριαρχίας,
  • στρατηγικής αυτονομίας,
  • τεχνολογικού κύρους,
  • και μελλοντικής αποτρεπτικής δυνατότητας.

Μια ιστορική συμφωνία με επικίνδυνες σκιές

Η συμφωνία μπορεί πράγματι να αποτελέσει μεγάλη επιτυχία για την αμερικανική βιομηχανία και τη στρατηγική επιρροή της Ουάσιγκτον.

Μπορεί να κρατήσει τη Σαουδική Αραβία εντός ενός αμερικανικού τεχνολογικού και πολιτικού πλαισίου.

Μπορεί ακόμη να μετατρέψει το Ριάντ σε πρότυπο αυστηρά ελεγχόμενης πυρηνικής ανάπτυξης — εφόσον οι ασφαλιστικές δικλίδες αποδειχθούν πραγματικές και εφαρμόσιμες.

Αλλά η δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου, η φερόμενη απουσία του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της IAEA και οι δημόσιες δηλώσεις του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν για πιθανή πυρηνική απάντηση στο Ιράν δεν επιτρέπουν εφησυχασμό.

Η Ουάσιγκτον πιστεύει ότι μπορεί να ανοίξει την πυρηνική πόρτα και ταυτόχρονα να κρατήσει το κλειδί.

Το Ριάντ, όμως, βλέπει στην ίδια συμφωνία κάτι πολύ μεγαλύτερο:

τη μετάβασή του από πετρελαϊκή υπερδύναμη σε κράτος με πυρηνική τεχνολογία, στρατηγική αυτονομία και δυνητική ισχύ κατωφλίου.

Και σε μια Μέση Ανατολή όπου η ισορροπία ισχύος μεταβάλλεται διαρκώς, το βήμα από την ειρηνική πυρηνική ενέργεια προς την πυρηνική αποτροπή μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερο πολιτικά — αλλά πολύ μικρότερο τεχνολογικά — από όσο θέλουν να παραδεχθούν σήμερα η Ουάσιγκτον και το Ριάντ.

Πηγή: pagenews.gr
Βασίλης Διαμαντάκος
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Βασίλης Διαμαντάκος Δημοσιογράφος Διεθνούς Πολιτικής & Γεωπολιτικής Ανάλυσης
Καλύπτει διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, διπλωματικές σχέσεις και ζητήματα διεθνούς ασφάλειας. Διαθέτει περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στο διεθνές πολιτικό και γεωπολιτικό ρεπορτάζ, έχοντας παρακολουθήσει σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό. Απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις και τη Γεωπολιτική.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο