Η Σαουδική Αραβία «χωρίζει» ΗΠΑ από Ισραήλ: Πυρηνικό deal με Τραμπ χωρίς εξομάλυνση με Νετανιάχου
Πηγή Φωτογραφίας: Turkish President Tayyip Erdogan shakes hands with Saudi Crown Prince Mohammed bin Salman as Pakistan's Prime Minister Shehbaz Sharif looks on after they signed a joint defense agreement in Mecca, Saudi Arabia, August 7, 2026. Murat Cetinmuhurdar/Turkish Presidential Press Office/Handout via REUTERS
Για χρόνια, η Ουάσιγκτον οραματιζόταν ένα «mega-deal» που θα άλλαζε τη Μέση Ανατολή: οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προσέφεραν στη Σαουδική Αραβία στενότερη συνεργασία ασφαλείας και πρόσβαση σε αμερικανική τεχνολογία για ένα μεγάλο πρόγραμμα πυρηνικής ενέργειας και, σε αντάλλαγμα, το Ριάντ θα προχωρούσε στην ιστορική εξομάλυνση των σχέσεών του με το Ισραήλ.
Αυτός ο μηχανισμός αρχίζει πλέον να αποσυνδέεται.
Η πυρηνική συνεργασία ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας προχωρά, ενώ η αναγνώριση του Ισραήλ παραμένει μπλοκαρισμένη. Και αυτή μπορεί να είναι η σημαντικότερη γεωπολιτική αλλαγή: το Ριάντ επιχειρεί να μετατρέψει τη σχέση του με την Ουάσιγκτον από ένα ενιαίο «πακέτο» ανταλλαγμάτων σε διαφορετικά, παράλληλα πεδία διαπραγμάτευσης.
Το μεγάλο παζάρι αλλάζει
Η αμερικανική στρατηγική είχε μια απλή λογική.
Η Σαουδική Αραβία θέλει πυρηνική ενέργεια, αμερικανική τεχνολογία και βαθύτερη στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ. Η Ουάσιγκτον θέλει τη Σαουδική Αραβία μέσα στην αρχιτεκτονική ασφαλείας της και, κυρίως, θέλει μια σαουδαραβική αναγνώριση του Ισραήλ.
Η προηγούμενη αμερικανική προσέγγιση είχε πράγματι εντάξει την πυρηνική συνεργασία σε μια πολύ ευρύτερη συμφωνία που θα περιλάμβανε την εξομάλυνση Σαουδικής Αραβίας–Ισραήλ, όπως έχει καταγράψει και η Congressional Research Service.
Το Ριάντ, όμως, φαίνεται να επιδιώκει κάτι διαφορετικό:
να πάρει όσα θεωρεί στρατηγικά απαραίτητα από τις ΗΠΑ χωρίς να υποχρεωθεί να πληρώσει άμεσα το μεγαλύτερο πολιτικό τίμημα — την αναγνώριση του Ισραήλ.
Το Παλαιστινιακό είναι πλέον η κόκκινη γραμμή του Ριάντ
Εδώ βρίσκεται ο Νετανιάχου.
Η Σαουδική Αραβία έχει καταστήσει σαφές ότι η παλαιστινιακή κρατική υπόσταση αποτελεί κεντρικό στοιχείο οποιασδήποτε μελλοντικής ειρηνευτικής αρχιτεκτονικής.
Τον Απρίλιο επανέλαβε επίσημα ότι η ειρήνη προϋποθέτει παλαιστινιακό κράτος στα σύνορα του 1967, ενώ τον Αύγουστο, μαζί με άλλες περιφερειακές δυνάμεις, καταδίκασε την απόρριψη της παλαιστινιακής κρατικής υπόστασης και επανέφερε τη λύση των δύο κρατών ως προϋπόθεση μιας βιώσιμης διευθέτησης.
Αυτό περιορίζει δραστικά τον χώρο ελιγμών του Ριάντ.
Μια αναγνώριση του Ισραήλ χωρίς ουσιαστική μεταβολή στο Παλαιστινιακό θα ήταν σήμερα πολύ δυσκολότερο να δικαιολογηθεί στην αραβική κοινή γνώμη.
Και αυτό σημαίνει ότι η παλιά εξίσωση «πυρηνικά και ασφάλεια έναντι Ισραήλ» δεν λειτουργεί πλέον τόσο εύκολα.
Η Ουάσιγκτον θέλει και αυτή το πυρηνικό deal
Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια που ενισχύει εντυπωσιακά τη διαπραγματευτική θέση του Ριάντ:
η πυρηνική συνεργασία δεν αποτελεί μόνο σαουδαραβική επιθυμία.
Αποτελεί και αμερικανικό συμφέρον.
Η Σαουδική Αραβία φιλοδοξεί να αναπτύξει έναν σημαντικό κλάδο πολιτικής πυρηνικής ενέργειας. Για την αμερικανική βιομηχανία αυτό σημαίνει μια δυνητικά τεράστια αγορά.
Για την Ουάσιγκτον σημαίνει και κάτι ακόμη σημαντικότερο: επιρροή πάνω στην τεχνολογία και στην εξέλιξη ενός πυρηνικού προγράμματος στην καρδιά του Περσικού Κόλπου.
Εάν οι ΗΠΑ αποχωρήσουν, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το σαουδαραβικό πρόγραμμα θα εξαφανιστεί.
Σημαίνει ότι το Ριάντ μπορεί να αναζητήσει άλλους εταίρους.
Και εδώ εμφανίζεται η Κίνα.
Η Κίνα δεν χρειάζεται να αντικαταστήσει τις ΗΠΑ
Το μεγάλο λάθος θα ήταν να θεωρήσει κανείς ότι η Σαουδική Αραβία ετοιμάζεται να εγκαταλείψει την Ουάσιγκτον για το Πεκίνο.
Δεν χρειάζεται να το κάνει.
Οι ΗΠΑ παραμένουν κεντρικές για τη σαουδαραβική ασφάλεια. Η αξία της Κίνας για το Ριάντ βρίσκεται αλλού: προσφέρει μια δεύτερη μεγάλη οικονομική και τεχνολογική επιλογή.
Και μόνο η ύπαρξη αυτής της επιλογής αλλάζει τη διαπραγμάτευση.
Το μήνυμα της σαουδαραβικής ηγεσίας είναι ουσιαστικά ότι μπορεί να παραμένει στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ χωρίς να ευθυγραμμίζεται αυτομάτως με κάθε αμερικανική περιφερειακή προτεραιότητα.
Αυτό είναι το νέο σαουδαραβικό μοντέλο.
Όχι αντικατάσταση της Αμερικής.
Πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική ώστε κανένας εταίρος να μην αποκτά απόλυτο μονοπώλιο επιρροής.
Και το Ιράν βρίσκεται μέσα στην πυρηνική εξίσωση
Η Τεχεράνη κάνει τη συζήτηση ακόμη πιο επικίνδυνη.
Η Σαουδική Αραβία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το Ιράν ως στρατηγικό ανταγωνιστή, ακόμη κι αν τα τελευταία χρόνια έχει επιδιώξει να περιορίσει την απευθείας αντιπαράθεση.
Το πυρηνικό ζήτημα όμως έχει διαφορετικό βάρος.
Εάν το Ιράν αποκτούσε πυρηνικό όπλο ή πλησίαζε αποφασιστικά σε μια τέτοια δυνατότητα, η στρατηγική εξίσωση ασφαλείας ολόκληρου του Κόλπου θα άλλαζε.
Και γι’ αυτό η Ουάσιγκτον βρίσκεται μπροστά σε ένα πραγματικό δίλημμα.
Θέλει αυστηρούς κανόνες μη διάδοσης, αλλά ταυτόχρονα δεν θέλει να χάσει τον έλεγχο και την επιρροή της πάνω στο σαουδαραβικό πρόγραμμα.
Το μεγάλο αγκάθι: εμπλουτισμός ουρανίου
Εδώ αρχίζει η πραγματικά δύσκολη συζήτηση.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι εάν η Σαουδική Αραβία θα αποκτήσει πυρηνικούς αντιδραστήρες για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Είναι τι θα επιτραπεί να κάνει με τον πυρηνικό κύκλο καυσίμου.
Η Ουάσιγκτον έχει επί χρόνια προβληματισμούς για το ενδεχόμενο εγχώριου εμπλουτισμού ουρανίου ή επανεπεξεργασίας χρησιμοποιημένου πυρηνικού καυσίμου από το Ριάντ. Η Congressional Research Service επισημαίνει ότι αυτά ακριβώς τα ζητήματα βρίσκονται στον πυρήνα της αμερικανικής πολιτικής μη διάδοσης και των συζητήσεων για μια συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας.
Και τότε εμφανίζεται το αναπόφευκτο ερώτημα:
Πώς μπορεί η Ουάσιγκτον να απαιτεί δραστικούς περιορισμούς στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και ταυτόχρονα να αποδεχθεί μεγαλύτερα περιθώρια για τη Σαουδική Αραβία;
Αυτό είναι ένα από τα δυσκολότερα σημεία που θα πρέπει να διαχειριστεί η κυβέρνηση Τραμπ.
Το Ριάντ θέλει να γίνει ο τρίτος πόλος
Η συνολική εικόνα δείχνει κάτι μεγαλύτερο από μια συμφωνία για αντιδραστήρες.
Η Σαουδική Αραβία επιχειρεί να αποκτήσει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Να συνεργάζεται στρατιωτικά με τις ΗΠΑ.
Να κάνει business με την Κίνα.
Να διατηρεί ανοικτούς διαύλους με το Ιράν.
Να αρνείται προς το παρόν την εξομάλυνση με το Ισραήλ χωρίς πρόοδο στο Παλαιστινιακό.
Και ταυτόχρονα να αποκτήσει τις τεχνολογικές υποδομές που απαιτούνται για τη μετάβαση στη μεταπετρελαϊκή εποχή.
Αυτό δεν είναι «απομάκρυνση από τη Δύση».
Είναι σαουδαραβική στρατηγική αυτονομία.
Η συμφωνία που μπορεί να αλλάξει τη Μέση Ανατολή χωρίς το Ισραήλ
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό γεωπολιτικό βάρος της υπόθεσης.
Για χρόνια η Ουάσιγκτον θεωρούσε ότι το μεγαλύτερο έπαθλο στις σχέσεις της με το Ριάντ θα ήταν η ένταξη της Σαουδικής Αραβίας στις Συμφωνίες του Αβραάμ και η ιστορική αναγνώριση του Ισραήλ.
Η Γάζα άλλαξε αυτή την εξίσωση.
Το Ριάντ επαναλαμβάνει πλέον δημοσίως ότι μια βιώσιμη ειρήνη περνά από την παλαιστινιακή κρατική υπόσταση.
Εάν λοιπόν η πυρηνική και στρατηγική συνεργασία ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας συνεχίσει να εμβαθύνεται χωρίς παράλληλη αναγνώριση του Ισραήλ, θα έχει συμβεί κάτι εξαιρετικά σημαντικό:
ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν θα έχει αποδείξει ότι μπορεί να κρατά την Αμερική κοντά χωρίς να αποδέχεται ολόκληρη την αμερικανική ατζέντα.
Και τότε το πραγματικό ερώτημα δεν θα είναι πλέον εάν οι ΗΠΑ παραμένουν η ισχυρότερη εξωτερική δύναμη στον Κόλπο.
Θα είναι κάτι πολύ πιο δύσκολο για την Ουάσιγκτον:
πόση πολιτική επιρροή εξακολουθεί να αγοράζει αυτή η ισχύς σε μια Μέση Ανατολή όπου οι σύμμαχοί της θέλουν πλέον να επιλέγουν μόνοι τους πότε θα λένε «ναι» — και πότε «όχι».
Source: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο