Οικονομία

Πειραιώς ή Eurobank; Ποια τράπεζα μπορεί να γίνει το επόμενο μεγάλο ευρωπαϊκό deal

Πειραιώς ή Eurobank; Ποια τράπεζα μπορεί να γίνει το επόμενο μεγάλο ευρωπαϊκό deal
Από «μαύρο πρόβατο» σε τραπεζικό φιλέτο: Γιατί οι ξένοι κοιτούν πλέον τις ελληνικές τράπεζες

Στουρνάρας στη Handelsblatt: Ο Γιάννης Στουρνάρας ανοίγει την πόρτα σε νέες διεθνείς συμμετοχές, η UniCredit έχει ήδη φτάσει σχεδόν στο 30% της Alpha Bank και η συζήτηση περνά πλέον στο επόμενο επίπεδο: ποια ελληνική τράπεζα θα μπορούσε να βρεθεί στο επίκεντρο της επόμενης μεγάλης ευρωπαϊκής συμφωνίας;

Πριν από μία δεκαετία, οι ελληνικές τράπεζες αποτελούσαν για πολλούς διεθνείς επενδυτές συνώνυμο του κινδύνου.

Σήμερα, η εικόνα έχει σχεδόν αντιστραφεί.

Οι ισολογισμοί έχουν καθαρίσει, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν υποχωρήσει δραστικά, η κερδοφορία έχει επιστρέψει, τα κεφάλαια έχουν ενισχυθεί και οι ξένοι επενδυτές αντιμετωπίζουν πλέον τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο όχι ως πρόβλημα προς αποφυγή αλλά ως πεδίο πιθανών εξαγορών, συμμετοχών και διασυνοριακών συνεργασιών.

Και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας στέλνει ένα καθαρό μήνυμα προς την Ευρώπη:

τα ξένα κεφάλαια είναι καλοδεχούμενα.

Η θέση δεν είναι καινούργια ως στρατηγική κατεύθυνση. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη χαρακτηρίσει την ενίσχυση της παρουσίας της UniCredit στην Alpha Bank «πολύ θετική εξέλιξη», συνδέοντάς την με την ανάγκη για περισσότερες διασυνοριακές τραπεζικές συνεργασίες και λιγότερο κατακερματισμό στην Ευρώπη.

Στουρνάρας: Η Ευρώπη χρειάζεται τράπεζες χωρίς εθνικά σύνορα

Η λογική του Γιάννη Στουρνάρα ξεπερνά την ελληνική αγορά.

Το βασικό του επιχείρημα είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να μιλά για πραγματική Τραπεζική Ένωση όταν οι μεγαλύτερες τράπεζές της εξακολουθούν να λειτουργούν κυρίως μέσα στα εθνικά τους σύνορα.

Οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις μπορούν να δημιουργήσουν μεγαλύτερους τραπεζικούς ομίλους, οικονομίες κλίμακας, μεγαλύτερη ρευστότητα και περισσότερη δυνατότητα χρηματοδότησης μεγάλων ευρωπαϊκών επενδύσεων.

Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο σήμερα, καθώς η Ευρώπη χρειάζεται τεράστια κεφάλαια για:

την άμυνα,

την ενεργειακή μετάβαση,

τα δίκτυα,

την τεχνητή νοημοσύνη,

τις ψηφιακές υποδομές,

και τη βιομηχανική της επανεκκίνηση.

Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επανειλημμένα συνδέσει την ενοποίηση του τραπεζικού τομέα με την ολοκλήρωση τόσο της Τραπεζικής όσο και της Ένωσης Κεφαλαιαγορών.

UniCredit–Alpha Bank: Η συμφωνία που άλλαξε το παιχνίδι

Το καλύτερο παράδειγμα είναι η Alpha Bank.

Η στρατηγική συνεργασία με τη UniCredit ξεκίνησε στα τέλη του 2023, όταν ο ιταλικός όμιλος απέκτησε το ποσοστό του ΤΧΣ.

Από τότε όμως η σχέση έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο.

Η UniCredit αύξησε σταδιακά τη συμμετοχή της και στις αρχές του 2026 είχε φτάσει περίπου στο 29,8% των άμεσων δικαιωμάτων ψήφου και της συμμετοχής στην Alpha Bank. Η ίδια η UniCredit το επιβεβαιώνει στις επίσημες οικονομικές της ανακοινώσεις. (Un

Η κίνηση έχει σημασία και για έναν ακόμη λόγο.

Η UniCredit δεν παρουσιάζει πλέον την Ελλάδα ως μια ευκαιριακή επένδυση.

Στην ετήσια έκθεσή της χαρακτηρίζει την Alpha Bank ιδανικό εταίρο για cross-border business και βλέπει σημαντικές προοπτικές στην ελληνική οικονομία, ιδιαίτερα στις επενδύσεις σε ενέργεια και υποδομές.

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από ένα hedge fund που αγοράζει μετοχές επειδή θεωρεί ότι είναι φθηνές.

Είναι στρατηγική τοποθέτηση ευρωπαϊκής τράπεζας μέσα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Το μεγάλο ερώτημα: θα πάει η UniCredit μέχρι τέλους;

Από τη στιγμή που ένας επενδυτής έχει φτάσει σχεδόν στο 30%, η αγορά εύλογα αρχίζει να αναρωτιέται τι ακολουθεί.

Θα παραμείνει η UniCredit μεγάλος στρατηγικός μέτοχος;

Ή θα επιδιώξει κάποια στιγμή πλήρη εξαγορά;

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ανακοινωμένη δημόσια πρόταση για πλήρη εξαγορά της Alpha Bank.

Επομένως οποιοδήποτε τέτοιο σενάριο πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αγορά-σεναρίου και όχι ως ειλημμένη απόφαση.

Ωστόσο, το ενδιαφέρον δεν είναι θεωρητικό.

Ακόμη και οι οίκοι αξιολόγησης έχουν εξετάσει στις αναλύσεις τους την πιθανότητα πλήρους απόκτησης της Alpha από τη UniCredit ως δυνητικό σενάριο κεφαλαιακής χρήσης για τον ιταλικό όμιλο.

Με άλλα λόγια:

η αγορά έχει πλέον περάσει από το “θα επενδύσουν ξένοι στην Ελλάδα;” στο “πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η επένδυσή τους;”.

Από NPL 55% σε περίπου 3% – η μεγάλη μεταμόρφωση

Για να καταλάβει κανείς γιατί άλλαξε τόσο πολύ η επενδυτική εικόνα, πρέπει να γυρίσει πίσω στην ελληνική κρίση.

Στο αποκορύφωμά της, περισσότερο από το μισό δανειακό χαρτοφυλάκιο των τραπεζών ήταν προβληματικό.

Σήμερα, τα NPLs έχουν συγκλίνει προς τα ευρωπαϊκά επίπεδα.

Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν καθαρίσει σημαντικά τους ισολογισμούς τους, έχουν επιστρέψει σε διψήφιες αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων και διαθέτουν κεφαλαιακή επάρκεια περίπου 20% σε επίπεδο συστήματος, σημαντικά πάνω από τις απαιτήσεις.

Αυτό είναι τεράστια αλλαγή.

Η επενδυτική ιστορία των τραπεζών δεν βασίζεται πλέον στην υπόσχεση ότι «κάποτε θα εξυγιανθούν».

Η εξυγίανση έχει σε μεγάλο βαθμό ήδη πραγματοποιηθεί.

Και ξανά κέρδη, μερίσματα και ανάπτυξη δανείων

Η δεύτερη αλλαγή αφορά την κερδοφορία.

Οι ελληνικές τράπεζες έχουν επιστρέψει σε σταθερή δημιουργία κερδών και μερισμάτων, κάτι που πριν λίγα χρόνια θα ακουγόταν σχεδόν εξωπραγματικό.

Ήδη από το 2024 οι τέσσερις συστημικές τράπεζες επέστρεψαν στις διανομές προς τους μετόχους μετά από πολυετή διακοπή.

Το 2026 η δυναμική παραμένει ισχυρή.

Χαρακτηριστικά, η Πειραιώς ανακοίνωσε ρεκόρ κερδών €617 εκατ. στο πρώτο εξάμηνο, με απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων 16% και αύξηση του χαρτοφυλακίου δανείων κατά €1,8 δισ.

Η εικόνα αυτή κάνει τις ελληνικές τράπεζες ελκυστικές όχι μόνο για βραχυπρόθεσμα χρηματιστηριακά κεφάλαια αλλά για μεγάλους ευρωπαϊκούς τραπεζικούς ομίλους.

Το ελληνικό discount είναι και ευκαιρία

Υπάρχει ακόμη ένας λόγος.

Παρά το μεγάλο χρηματιστηριακό ράλι των τελευταίων ετών, ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος εξακολουθεί σε αρκετές περιπτώσεις να διαπραγματεύεται με αποτιμήσεις που δεν είναι ακριβές σε σχέση με ευρωπαϊκούς ανταγωνιστές, ιδίως εάν ληφθούν υπόψη:

η κερδοφορία,

οι μερισματικές αποδόσεις,

η πιστωτική ανάπτυξη,

και η βελτίωση της ποιότητας ενεργητικού.

Αυτό δημιουργεί αυτό που οι επενδυτές αποκαλούν M&A optionality.

Δηλαδή, ακόμη και αν μια τράπεζα παραμείνει ανεξάρτητη, η πιθανότητα στρατηγικού ενδιαφέροντος από μεγαλύτερο ευρωπαϊκό όμιλο μπορεί να προσθέτει αξία στη μετοχή.

Πειραιώς και Eurobank μπαίνουν στα σενάρια

Η αγορά στρέφει αναπόφευκτα το βλέμμα και στις υπόλοιπες συστημικές τράπεζες.

Η Πειραιώς μπορεί να θεωρηθεί ενδιαφέρουσα για έναν ξένο όμιλο λόγω της ισχυρής θέσης της στην εγχώρια αγορά, της βελτιωμένης κερδοφορίας και της σχετικά καθαρής ελληνικής έκθεσης.

Η Eurobank, αντίθετα, προσφέρει κάτι διαφορετικό:

μια περιφερειακή πλατφόρμα.

Η δραστηριότητά της στην Κύπρο και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη την κάνει περισσότερο από μια καθαρά ελληνική τράπεζα.

Αυτό μπορεί να είναι ιδιαίτερα ελκυστικό σε έναν ευρωπαϊκό όμιλο που επιδιώκει πρόσβαση σε περισσότερες αγορές μέσω μιας συναλλαγής.

Όμως εδώ χρειάζεται καθαρή γραμμή:

δεν υπάρχουν σήμερα επιβεβαιωμένες προσφορές εξαγοράς για Πειραιώς ή Eurobank.

Υπάρχουν επενδυτικά σενάρια και συζήτηση αγοράς.

Και αυτό είναι διαφορετικό.

Γιατί η Αθήνα λέει “ναι”, όταν το Βερολίνο λέει “προσέξτε”;

Η σύγκριση με τη Γερμανία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Η προσπάθεια της UniCredit να ενισχύσει την παρουσία της στην Commerzbank έχει προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις στο Βερολίνο.

Στην Αθήνα, αντίθετα, η είσοδος των Ιταλών στην Alpha Bank αντιμετωπίστηκε θετικά.

Γιατί;

Διότι η Ελλάδα έχει διαφορετική ιστορική εμπειρία.

Μετά από μια δεκαετία κρίσης, ανακεφαλαιοποιήσεων, κρατικής συμμετοχής και αποεπένδυσης του ΤΧΣ, η είσοδος ενός μεγάλου ευρωπαϊκού τραπεζικού ομίλου αντιμετωπίζεται περισσότερο ως πιστοποίηση επιστροφής στην κανονικότηταπαρά ως απώλεια εθνικού τραπεζικού ελέγχου.

Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος έχει χαρακτηρίσει τη συμμετοχή της UniCredit απόδειξη της προόδου τόσο του τραπεζικού κλάδου όσο και της ελληνικής οικονομίας.

Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι να “πουληθούν” οι τράπεζες

Εδώ βρίσκεται όμως η μεγαλύτερη οικονομική συζήτηση.

Η επιτυχία δεν μετριέται από το πόσες ελληνικές τράπεζες μπορούν να αποκτήσουν ξένοι.

Μετριέται από το εάν οι νέες διασυνοριακές δομές μπορούν να:

μειώσουν το κόστος χρηματοδότησης,

αυξήσουν τα διαθέσιμα κεφάλαια για επιχειρήσεις,

χρηματοδοτήσουν μεγαλύτερες επενδύσεις,

βελτιώσουν τον ανταγωνισμό,

και δώσουν στις ελληνικές επιχειρήσεις πρόσβαση σε πολύ μεγαλύτερα ευρωπαϊκά δίκτυα.

Εάν μια ευρωπαϊκή ενοποίηση απλώς συγκεντρώνει την αγορά χωρίς να μειώνει το κόστος για τον πελάτη, η οικονομική αξία της είναι περιορισμένη.

Αν όμως δημιουργήσει πραγματική διασυνοριακή χρηματοδότηση, τότε μιλάμε για διαφορετικό μοντέλο.

Το μεγάλο κενό της Ευρώπης: EDIS

Γι’ αυτό ο Στουρνάρας επαναφέρει σταθερά ένα θέμα που ακούγεται τεχνικό αλλά είναι πολιτικά τεράστιο:

το European Deposit Insurance Scheme – EDIS.

Η Ευρώπη διαθέτει κοινή εποπτεία μέσω της ΕΚΤ και κοινό μηχανισμό εξυγίανσης τραπεζών.

Δεν διαθέτει όμως ακόμη πλήρως κοινή ασφάλιση καταθέσεων.

Αυτό σημαίνει ότι ένας καταθέτης στην Ελλάδα και ένας καταθέτης στη Γερμανία εξακολουθούν τελικά να στηρίζονται σε διαφορετικά εθνικά συστήματα προστασίας.

Όσο αυτό παραμένει, η Τραπεζική Ένωση είναι ανολοκλήρωτη.

Ο Στουρνάρας έχει υποστηρίξει εδώ και χρόνια ότι το EDIS αποτελεί το «κομμάτι που λείπει» για ένα πραγματικά ενιαίο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα.

Από την κρίση του 2015 στο 30% της UniCredit

Και εδώ ίσως βρίσκεται το ισχυρότερο σύμβολο της αλλαγής.

Το 2015 οι ελληνικές τράπεζες είχαν κλείσει προσωρινά, είχαν επιβληθεί capital controls και η επιβίωσή τους αποτελούσε ευρωπαϊκό πολιτικό ζήτημα.

Το 2026 ένας από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς ομίλους της Ευρώπης έχει επενδύσει σχεδόν το 30% μιας ελληνικής συστημικής τράπεζας και περιγράφει την Ελλάδα ως αγορά σημαντικής αναπτυξιακής προοπτικής.

Αυτή είναι ίσως η πραγματική ιστορία πίσω από τα σενάρια εξαγορών.

Δεν είναι απλώς ότι οι ελληνικές τράπεζες έγιναν ξανά κερδοφόρες.

Είναι ότι έγιναν ξανά αρκετά ισχυρές ώστε οι μεγάλοι Ευρωπαίοι παίκτες να θέλουν ένα κομμάτι τους.

Και αν η περίπτωση Alpha–UniCredit αποδειχθεί το πρώτο βήμα ενός ευρύτερου κύματος ευρωπαϊκής τραπεζικής ενοποίησης, τότε η επόμενη μεγάλη είδηση για τον ελληνικό κλάδο μπορεί να μην αφορά πλέον τα NPLs ή τις ανακεφαλαιοποιήσεις.

Μπορεί να αφορά το ποιος θα αγοράσει ποιον.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο