Οι ευρωπαϊκές κυρώσεις σχεδιάστηκαν για να αυξήσουν το οικονομικό κόστος της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Όμως μέσα στην πρωτοφανή αναστάτωση που προκάλεσαν στις χρηματοπιστωτικές αγορές δημιουργήθηκαν και ευκαιρίες για τεράστια κέρδη.
Τέσσερα ανώτατα στελέχη της Gazprombank Luxembourg φέρονται να εντόπισαν μία από αυτές.
Έρευνα των Financial Times, βασισμένη σε εσωτερικά έγγραφα της τράπεζας, αναφέρει ότι οι τέσσερις τραπεζίτες πραγματοποίησαν περισσότερες από 50 συναλλαγές οι οποίες θα μπορούσαν να τους έχουν αποφέρει συνολικά κέρδη άνω των 9 εκατ. ευρώ.
Το ιδιαίτερα ευαίσθητο στοιχείο της υπόθεσης δεν είναι μόνο το μέγεθος των κερδών. Είναι ο μηχανισμός.
Οι τραπεζίτες χρησιμοποίησαν προσωπικά δάνεια, αγόρασαν σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές ομόλογα της Gazprom που είχαν ουσιαστικά εγκλωβιστεί στην Ευρώπη και στη συνέχεια αξιοποίησαν έναν μηχανισμό της Μόσχας που επέτρεπε την αντικατάστασή τους από τίτλους στη Ρωσία στην πλήρη ονομαστική τους αξία.
Πώς οι κυρώσεις δημιούργησαν το μεγάλο arbitrage
Η αφετηρία βρίσκεται στο 2022.
Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η ΕΕ επέβαλε πρωτοφανείς οικονομικές κυρώσεις σε κρίσιμους κόμβους του ρωσικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η Gazprom δεν βρέθηκε στο επίκεντρο των ίδιων περιορισμών, όμως τα ομόλογά της σε ξένο νόμισμα δέχθηκαν τεράστια πίεση.
Οι περιορισμοί στις πληρωμές και στις χρηματοπιστωτικές υποδομές δυσκόλευαν τη μεταφορά τόκων προς τους πιστωτές. Ορισμένοι τίτλοι κατέρρευσαν ακόμη και περίπου στο 50% της αρχικής τους αξίας.
Για τους περισσότερους επενδυτές αυτό ήταν ζημιά.
Για κάποιον όμως που μπορούσε να αγοράσει τα ομόλογα στην Ευρώπη φθηνά και να τα μετατρέψει στη Ρωσία σε τίτλους πλήρους αξίας, ήταν μια εξαιρετικά μεγάλη ευκαιρία arbitrage.
Και εκεί μπήκε η απόφαση του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Η κίνηση Πούτιν που άλλαξε το παιχνίδι
Το Κρεμλίνο δημιούργησε μηχανισμό ώστε επενδυτές να μπορούν να αντικαταστήσουν ορισμένα ομόλογα που βρίσκονταν στην Ευρώπη με νέους τίτλους στη Ρωσία, διαπραγματεύσιμους σε ρούβλια και στην αρχική τους αξία.
Η διαφορά τιμής ήταν τεράστια.
Ένα ομόλογο μπορούσε ουσιαστικά να αγοραστεί στην Ευρώπη με βαθύ discount και στη συνέχεια να αντικατασταθεί από ρωσικό τίτλο πολύ υψηλότερης αξίας.
Η Alexandra Prokopenko του Carnegie Russia Eurasia Center χαρακτήρισε τη διαφορά των τιμών πραγματική και σημαντική.
Για τέσσερις τραπεζίτες της Gazprombank Luxembourg, αυτή η στρέβλωση της αγοράς μετατράπηκε σε προσωπική επενδυτική στρατηγική.
Τα τέσσερα πρόσωπα
Σύμφωνα με τους FT, οι τέσσερις managers ήταν οι:
- Ivan Derkatch
- Sergey Nekrasov
- Sergey Belousov
- Pavel Bolshakov
Οι τέσσερις βρίσκονταν στο management board της ευρωπαϊκής μονάδας της Gazprombank.
Και αντί να περιοριστούν στην τραπεζική δραστηριότητα των πελατών τους, άρχισαν να αγοράζουν οι ίδιοι τους τίτλους.
Από τον Ιούλιο έως τον Νοέμβριο του 2022 έλαβαν μεταφορές συνολικού ύψους άνω των 17 εκατ. ευρώ, μετά τη μετατροπή χρημάτων από ρούβλια, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για δεκάδες αγορές ομολόγων.
Οι υπολογισμοί των FT ανεβάζουν το δυνητικό συνολικό τους κέρδος πάνω από τα 9 εκατ. ευρώ.
Προσωπικά δάνεια από την ίδια την Gazprombank
Η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα από την προέλευση της χρηματοδότησης.
Σύμφωνα με τα έγγραφα που επικαλούνται οι FT, οι τραπεζίτες έλαβαν προσωπικά δάνεια από την Gazprombank για να χρηματοδοτήσουν τις συναλλαγές.
Σε εσωτερικό email προς τον επικεφαλής compliance, ο επικεφαλής private banking Dmitry Galkin εξηγούσε ότι οι τέσσερις είχαν λάβει ξεχωριστά προσωπικά δάνεια και αγόρασαν διαφορετικά Eurobonds της Gazprom.
Η οικονομική λογική ήταν σαφής: οι τίτλοι που θα προέκυπταν από την αντικατάσταση στη Ρωσία αναμενόταν να έχουν μεγαλύτερη αξία από τα παγιδευμένα ευρωπαϊκά ομόλογα.
Το timing που γεννά ερωτήματα
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο εκρηκτικό στοιχείο της έρευνας.
Οι αγορές δεν πραγματοποιούνταν απλώς σε τυχαίες χρονικές στιγμές.
Σε αρκετές περιπτώσεις οι τραπεζίτες αγόραζαν συγκεκριμένους τίτλους λίγο πριν η Gazprom ανακοινώσει ότι αυτοί θα εντάσσονταν στον μηχανισμό αντικατάστασης.
Σε μία χαρακτηριστική περίπτωση, οι τέσσερις managers άρχισαν να αγοράζουν dollar-denominated bond στα τέλη Σεπτεμβρίου και συνέχισαν μέσα στον Οκτώβριο.
Στις 7 Οκτωβρίου η Gazprom ανακοίνωσε ότι ο συγκεκριμένος τίτλος θα μπορούσε να αντικατασταθεί.
Η διαδικασία ολοκληρωνόταν στις 24 Οκτωβρίου.
Το ευρωπαϊκό ομόλογο διαπραγματευόταν περίπου στο 50% της αξίας του. Ο ρωσικός τίτλος που το αντικατέστησε ανέκτησε την πλήρη αξία του και μέχρι τον Δεκέμβριο είχε φτάσει περίπου στο 120%.
Αυτό το timing προκάλεσε ερωτήματα στο εσωτερικό της τράπεζας για πιθανή χρήση προνομιακής πληροφόρησης.
Δεν έχει αποδειχθεί ότι συνέβη κάτι τέτοιο.
Ο Derkatch υποστήριξε στους FT ότι η απουσία ουσιαστικών ευρημάτων από τη λεπτομερή έρευνα της εποπτικής αρχής του Λουξεμβούργου αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε παράνομη συμπεριφορά.
Οι συναλλαγές μέσω Ελβετίας και Κύπρου
Στο χρηματοπιστωτικό μονοπάτι εμφανίζονται και δύο ακόμη ευρωπαϊκοί κόμβοι.
Σύμφωνα με την έρευνα, χρησιμοποιήθηκε ως broker η ελβετική Compagnie Bancaire Helvétique (CBH), ενώ κεφάλαια πέρασαν επίσης μέσω της κυπριακής Veles International.
Η Gazprombank Luxembourg αρνήθηκε ότι συμμετείχε σε market abuse ή οποιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα.
Η ίδια η τράπεζα υποστηρίζει ότι συνεργάστηκε πλήρως με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές.
Η εσωτερική έρευνα σταμάτησε τις συναλλαγές
Το θέμα άρχισε να προκαλεί ανησυχία μέσα στην Gazprombank.
Εργαζόμενοι έθεσαν ερωτήματα σχετικά με ενδεχόμενο insider trading, σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν τις συναλλαγές.
Άλλοι μέσα στην τράπεζα υποστήριζαν ότι δεν υπήρχε τίποτα παράνομο.
Ο Galkin έγραφε τον Οκτώβριο του 2022 ότι οι συνθήκες και οι κίνδυνοι των συναλλαγών ήταν ίδιοι για όλους τους πελάτες και ότι δεν είχε εντοπιστεί insider trading ή χειραγώγηση της αγοράς.
Στα τέλη του 2022, μετά από εσωτερική έρευνα, οι συγκεκριμένες συναλλαγές σταμάτησαν στην τράπεζα.
Και τότε μπήκε η εποπτική αρχή του Λουξεμβούργου
Μετά από καταγγελία, η Commission de Surveillance du Secteur Financier – CSSF πραγματοποίησε έλεγχο στην Gazprombank τον Μάρτιο του 2023.
Σύμφωνα με έκθεση του ελέγχου που είδαν οι FT, η CSSF διαπίστωσε παραβίαση εσωτερικών κανόνων της τράπεζας σχετικά με προσωπικούς λογαριασμούς εργαζομένων.
Επίσης, οι τέσσερις directors δεν είχαν υποβληθεί στους απαιτούμενους ελέγχους, παρότι χαρακτηρίζονταν «high risk».
Ωστόσο, η εποπτική αρχή δεν διαπίστωσε άλλη παρανομία και δεν επέβαλε πρόστιμα. Η CSSF αρνήθηκε να σχολιάσει την υπόθεση στους FT επικαλούμενη το επαγγελματικό απόρρητο.
Το πραγματικά επικίνδυνο ερώτημα: Παρακάμφθηκαν οι κυρώσεις της ΕΕ;
Η ιστορία όμως δεν σταματά στο πιθανό insider trading.
Υπάρχει ένα ακόμη μεγαλύτερο γεωπολιτικό ζήτημα.
Το National Settlement Depository – NSD είναι κομβικό τμήμα της χρηματοπιστωτικής υποδομής της Ρωσίας και βρίσκεται υπό ευρωπαϊκές κυρώσεις.
Οι κανόνες της ΕΕ απαγορεύουν συναλλαγές που οδηγούν άμεσα ή έμμεσα στη διάθεση κεφαλαίων ή οικονομικών πόρων σε οντότητες που υπόκεινται σε κυρώσεις.
Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της Gazprom για τις ανταλλαγές, το NSD συμμετείχε στη διαδικασία settlement. Νομικοί που μίλησαν στους FT θεωρούν ότι αυτό εγείρει ερωτήματα για το κατά πόσο οι συγκεκριμένες συναλλαγές μπορούσαν να οδηγήσουν σε πληρωμές προς τον ρωσικό φορέα.
Ο Jason Hungerford, ειδικός στις κυρώσεις της Mayer Brown, σημείωσε ότι η συνετή προσέγγιση θα ήταν να θεωρείται πως μια συναλλαγή με ρωσικό τίτλο μπορεί να συνεπάγεται διάθεση κεφαλαίων προς το NSD.
Το υπουργείο Οικονομικών του Λουξεμβούργου, που έχει αρμοδιότητα για την εφαρμογή των κυρώσεων, δεν σχολίασε.
Πού βρίσκονται σήμερα οι τέσσερις τραπεζίτες
Και οι τέσσερις έχουν πλέον αποχωρήσει από την Gazprombank.
Ο Derkatch δήλωσε ότι ζει ιδιωτικά στο Λουξεμβούργο.
Οι Belousov και Bolshakov διαχειρίζονται την επενδυτική εταιρεία B&B Capital Partners στο Λουξεμβούργο.
Ο Nekrasov επέστρεψε στη Ρωσία και σήμερα διοικεί την ποδοσφαιρική Σπαρτάκ Μόσχας.
Το παράδοξο των κυρώσεων: Η τιμωρία της Μόσχας δημιούργησε arbitrage εκατομμυρίων
Η υπόθεση έχει σημασία πολύ πέρα από τέσσερις τραπεζίτες και 9 εκατ. ευρώ.
Αποκαλύπτει ένα από τα βασικά προβλήματα των οικονομικών κυρώσεων.
Όταν δύο χρηματοπιστωτικά συστήματα αποσυνδέονται βίαια, η ίδια αξία μπορεί να αποκτήσει δύο εντελώς διαφορετικές τιμές.
Στην Ευρώπη, ένα ρωσικό ομόλογο είχε γίνει σχεδόν «τοξικό» επειδή οι κυρώσεις δυσκόλευαν την εκκαθάριση και τις πληρωμές.
Στη Ρωσία, ο ίδιος οικονομικός τίτλος μπορούσε μέσω κρατικού μηχανισμού να επανεμφανιστεί κοντά στην ονομαστική του αξία.
Ανάμεσα στις δύο τιμές δημιουργήθηκε ένα τεράστιο γεωπολιτικό arbitrage.
Και όσοι είχαν πρόσβαση ταυτόχρονα στη δυτική και στη ρωσική χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική βρίσκονταν στην καλύτερη θέση για να το εκμεταλλευτούν.
Το πρόβλημα για τις Βρυξέλλες είναι μεγαλύτερο από τα €9 εκατ.
Αυτό είναι και το πραγματικό πολιτικό βάρος της αποκάλυψης.
Οι κυρώσεις δεν κρίνονται μόνο από το πόσα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία παγώνουν οι Βρυξέλλες. Κρίνονται από το εάν το χρηματοπιστωτικό σύστημα μπορεί να εμποδίσει τη δημιουργία διαδρομών που επανασυνδέουν την Ευρώπη με τη ρωσική αγορά.
Η υπόθεση της Gazprombank Luxembourg δείχνει πόσο δύσκολο γίνεται αυτό όταν εμπλέκονται τράπεζες, brokers, διαφορετικές δικαιοδοσίες, τίτλοι σε ξένα νομίσματα και ρωσικές υποδομές settlement.
Υπάρχει μάλιστα μια βαθιά ειρωνεία.
Οι κυρώσεις που σχεδιάστηκαν για να κάνουν ακριβότερη τη χρηματοπιστωτική απομόνωση της Ρωσίας δημιούργησαν ταυτόχρονα μια τεράστια διαφορά τιμών. Και αυτή ακριβώς η διαφορά μπορούσε να μετατραπεί σε εκατομμύρια.
Για την ΕΕ, επομένως, η αποκάλυψη των FT αποτελεί κάτι περισσότερο από μια ιστορία προσωπικού πλουτισμού.
Είναι stress test για ολόκληρη την αρχιτεκτονική των ευρωπαϊκών κυρώσεων — και για την ικανότητα των εποπτικών αρχών να παρακολουθούν τι συμβαίνει όταν η γεωπολιτική σύγκρουση μεταφέρεται στις αγορές.
Πηγή: pagenews.gr
