Γεωπολιτική Οικονομία

Η Ουάσιγκτον σφίγγει τη θηλιά στο Ιράν: «Οικονομικός πόλεμος» μέχρι να λυγίσει η Τεχεράνη

Η Ουάσιγκτον σφίγγει τη θηλιά στο Ιράν: «Οικονομικός πόλεμος» μέχρι να λυγίσει η Τεχεράνη
Ο Scott Bessent αποκαλύπτει τη στρατηγική Τραμπ: παράδοση του εμπλουτισμένου ουρανίου, τέλος στη στήριξη των proxies και άνοιγμα του Ορμούζ – Νέες κυρώσεις κάθε εβδομάδα, πίεση στις τράπεζες και τελεσίγραφο στους εμπορικούς εταίρους του Ιράν

Η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να μεταφέρει το κέντρο βάρους της σύγκρουσης με το Ιράν από το πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε έναν παγκόσμιο οικονομικό αποκλεισμό της Τεχεράνης, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τη στρατιωτική πίεση.

Και ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Scott Bessent περιγράφει πλέον χωρίς περιστροφές τον στόχο: να αυξηθεί τόσο πολύ το οικονομικό κόστος για το Ιράν ώστε η ηγεσία του να αναγκαστεί να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

«Ο στόχος εδώ είναι να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε να θελήσουν να έρθουν στο τραπέζι.»

Και αμέσως μετά θέτει τους τρεις βασικούς αμερικανικούς όρους:

«Πρέπει να παραδώσουν το υψηλά εμπλουτισμένο ουράνιο, πρέπει να σταματήσουν την υποστήριξη των proxies και το Στενό του Ορμούζ πρέπει να είναι ανοικτό.» 

Δεν πρόκειται πλέον απλώς για έναν ακόμη γύρο κυρώσεων.

Η Ουάσιγκτον τον έχει ονομάσει Operation Economic Outcast και επιχειρεί να μετατρέψει την πρόσβαση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα σε όπλο απέναντι όχι μόνο στο Ιράν, αλλά και σε όσους εξακολουθούν να συναλλάσσονται μαζί του.

Από τις βόμβες στις τράπεζες – χωρίς να σταματούν οι βόμβες

Η νέα στρατηγική έρχεται έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου και ενώ η στρατιωτική αντιπαράθεση δεν έχει τελειώσει.

Την Κυριακή οι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν ξανά ιρανικές θέσεις εκτόξευσης κοντά στο Στενό του Ορμούζ, στην πρώτη αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση περίπου ενός μήνα, ενώ η Τεχεράνη δεσμεύθηκε να απαντήσει.

Άρα η πραγματική αμερικανική στρατηγική δεν είναι «κυρώσεις αντί για πόλεμο».

Είναι περισσότερο οικονομική ασφυξία παράλληλα με διατήρηση της στρατιωτικής απειλής.

Ο Bessent το έκανε ακόμη σαφέστερο όταν ρωτήθηκε πόσο μπορεί να χρειαστεί μέχρι να καταρρεύσει η ιρανική οικονομία:

«Νομίζω ότι θα μπορούσε να γίνει μέσα σε εβδομάδες ή μήνες — και η οικονομία δεν χρειάζεται να καταρρεύσει, απλώς πρέπει το καθεστώς να έρθει στα συγκαλά του.» 

Αυτή η διατύπωση αποκαλύπτει και τον πραγματικό στόχο.

Η Ουάσιγκτον δεν δηλώνει ότι χρειάζεται οικονομική κατάρρευση του Ιράν. Θέλει να δημιουργήσει αρκετή πίεση ώστε η Τεχεράνη να θεωρήσει ότι το κόστος συνέχισης της σύγκρουσης είναι μεγαλύτερο από το κόστος μιας συμφωνίας.

«Operation Economic Outcast»: Το οικονομικό D-Day του Τραμπ

Η επιχείρηση ανακοινώθηκε στις 24 Αυγούστου από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών με ασυνήθιστα πολεμική γλώσσα.

Ο Bessent δήλωσε:

«Στόχος μας είναι να κόψουμε κάθε οικονομική αρτηρία που συντηρεί αυτό το τυραννικό καθεστώς μέχρι η Τεχεράνη να μείνει μόνη.» Η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε μέτρα εναντίον περισσότερων από 60 οντοτήτων, προσώπων και πλοίων που, σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, συνδέονται με τα πυρηνικά και πυραυλικά προγράμματα του Ιράν, κυβερνοεπιχειρήσεις και έσοδα από πετρέλαιο. Παράλληλα, διεύρυνε τον κίνδυνο δευτερογενών κυρώσεων σε πέντε κρίσιμους τομείς: ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, τεχνολογία, χρυσό, αεροπορία και ναυτιλία.

Και η απειλή προς τρίτες χώρες είναι σαφής.

«Κάθε χώρα έχει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για να τερματίσει τις δραστηριότητες που έχουμε εντοπίσει. Εάν δεν αναλάβουν δράση, θα το κάνουμε εμείς μονομερώς μέσω των εξουσιών του Treasury.» 

Με άλλα λόγια, το μήνυμα είναι:

δεν αρκεί να επιβληθούν κυρώσεις στο Ιράν — πρέπει να καταστεί επικίνδυνο για οποιαδήποτε τράπεζα ή εταιρεία στον κόσμο να λειτουργεί ως οικονομική δίοδος της Τεχεράνης.

Bessent: «Ή μαζί μας ή με τους Ιρανούς»

Η επόμενη φάση μπορεί να είναι ακόμη σκληρότερη.

Ο Bessent δήλωσε στο Reuters ότι το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών αναμένεται να ανακοινώνει νέες δευτερογενείς κυρώσεις σχεδόν κάθε εβδομάδα, αρχίζοντας από τράπεζες που διαχειρίζονται ιρανικά κεφάλαια ή διευκολύνουν συναλλαγές της Τεχεράνης.

Και χρησιμοποίησε μια φράση που αποτυπώνει το νέο δόγμα:

«Δεν μπορεί να υπάρχει καμία διαρροή. Ή είσαι μαζί μας ή είσαι με τους Ιρανούς.» 

Η απειλή είναι εξαιρετικά ισχυρή ακριβώς επειδή δεν περιορίζεται στα αμερικανικά σύνορα.

Μια τράπεζα μπορεί να μην είναι αμερικανική. Μπορεί να βρίσκεται στον Κόλπο, στην Ασία ή αλλού. Εάν όμως εξαρτάται από συναλλαγές σε δολάρια και πρόσβαση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, η απειλή αποκλεισμού της μπορεί να λειτουργήσει ως τεράστιος μοχλός πίεσης.

Ο Bessent έχει χρησιμοποιήσει ακόμη σκληρότερη ορολογία:

«Αυτό θα είναι οικονομική βία, εάν χρειαστεί.» 

Το Ιράν μπαίνει στη μάχη ήδη τραυματισμένο

Το αμερικανικό σχέδιο βασίζεται σε μία θεμελιώδη εκτίμηση: ότι η ιρανική οικονομία δεν έχει πλέον μεγάλα περιθώρια αντοχής.

Σύμφωνα με το Al-Monitor, ο πληθυσμός περίπου 93 εκατομμυρίων ανθρώπων βρίσκεται αντιμέτωπος με υψηλή ανεργία, ελλείψεις νερού και ενέργειας, ουρές στα πρατήρια καυσίμων και ένα νόμισμα που υποχώρησε τον περασμένο μήνα σε ιστορικό χαμηλό έναντι του δολαρίου.

Ο ετήσιος πληθωρισμός έφθασε το 66% τον Ιούλιο, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Al-Monitor αναμένεται να πλησιάσει το 70% έως το τέλος του έτους.

Υπάρχει και ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο.

Ιρανοί αξιωματούχοι αναγνωρίζουν πλέον δημόσια τη ζημιά. Ο Ιρανός πρόεδρος έχει δηλώσει ότι το εξωτερικό εμπόριο της χώρας μειώθηκε κατά περίπου ένα τρίτο εξαιτίας των αμερικανικών κυρώσεων και του αποκλεισμού. Παρά ταύτα, η Τεχεράνη εξακολουθεί να δηλώνει ότι δεν υποχωρεί και διατηρεί τον έλεγχο που θεωρεί ότι διαθέτει μέσω του Ορμούζ.

Αυτό δημιουργεί έναν αγώνα αντοχής.

Ποιος θα λυγίσει πρώτος;

Η ιρανική οικονομία ή η πολιτική αντοχή των ΗΠΑ απέναντι στις συνέπειες του πολέμου και των υψηλών ενεργειακών τιμών;

Το G20 μετατρέπεται σε πεδίο του πολέμου με το Ιράν

Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη γεωπολιτική διάσταση της κίνησης Bessent.

Η Ουάσιγκτον δεν θέλει η Operation Economic Outcast να παραμείνει αμερικανική επιχείρηση.

Θέλει να τη διεθνοποιήσει.

Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών χρησιμοποιεί τη σύνοδο των υπουργών Οικονομικών και κεντρικών τραπεζιτών του G20 στο Asheville για να ζητήσει από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου να περιορίσουν τις οικονομικές τους σχέσεις με την Τεχεράνη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη εκφράσει υποστήριξη στην αύξηση της οικονομικής πίεσης στο Ιράν, σύμφωνα με το Associated Press.

Όμως το μεγάλο ερώτημα δεν βρίσκεται στην Ευρώπη.

Βρίσκεται στην Κίνα.

Ο ελέφαντας στο δωμάτιο λέγεται Κίνα

Το Πεκίνο αποτελεί τον σημαντικότερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου και συνεπώς οποιαδήποτε προσπάθεια πλήρους οικονομικής απομόνωσης του Ιράν συναντά αναπόφευκτα το κινεζικό πρόβλημα.

Ο Bessent δήλωσε ότι «όλες οι επιλογές βρίσκονται στο τραπέζι» όσον αφορά πιθανές κυρώσεις για τις συνεχιζόμενες κινεζικές αγορές.

Ταυτόχρονα, υποστηρίζει ότι ο αμερικανικός αποκλεισμός ιρανικών λιμανιών έχει ήδη περιορίσει σημαντικά τις ροές πετρελαίου προς την Κίνα.

«Το μεγαλύτερο μέρος των κινεζικών αγορών ιρανικού πετρελαίου έχει περιοριστεί από τον αμερικανικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών και η ποσότητα ιρανικού πετρελαίου που παραμένει αποθηκευμένη σε δεξαμενόπλοια μειώνεται.»

Και η δική του χαρακτηριστική κατάληξη ήταν:

«Problem solved.» 

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι περισσότερο περίπλοκη.

Η επιβολή βαριών δευτερογενών κυρώσεων σε μεγάλη κινεζική τράπεζα ή ενεργειακό όμιλο θα μπορούσε να προκαλέσει αντίποινα από το Πεκίνο και να ανοίξει ταυτόχρονα δεύτερο οικονομικό μέτωπο ΗΠΑ–Κίνας. Ειδικοί που μίλησαν στο AP προειδοποίησαν ότι ένα τέτοιο βήμα θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή αναστάτωση.

Η παγίδα του Ορμούζ

Υπάρχει όμως ένα θεμελιώδες παράδοξο στη στρατηγική Τραμπ.

Όσο μεγαλύτερη γίνεται η οικονομική πίεση στο Ιράν, τόσο ισχυρότερο μπορεί να γίνει το κίνητρο της Τεχεράνης να χρησιμοποιεί το σημαντικότερο γεωπολιτικό της όπλο:

το Στενό του Ορμούζ.

Η Ουάσιγκτον θέτει ως όρο για αποκλιμάκωση να παραμείνει ανοικτό.

Η Τεχεράνη, όμως, γνωρίζει ότι η δυνατότητα διατάραξης της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς αποτελεί έναν από τους ελάχιστους μοχλούς πίεσης που διαθέτει απέναντι σε μια οικονομικά και στρατιωτικά ισχυρότερη αντίπαλο.

Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο ρίσκο της Operation Economic Outcast.

Εάν οι κυρώσεις προκαλέσουν νέα διαταραχή στις ενεργειακές ροές, η πίεση μπορεί να επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη μέσω υψηλότερων τιμών πετρελαίου, πληθωρισμού και επιτοκίων.

Ο ιστορικός των κυρώσεων Nicolas Mulder προειδοποίησε ότι μια τέτοια διαταραχή θα μπορούσε να ενισχύσει τον πληθωρισμό και να αναγκάσει τη Federal Reserve να αυξήσει τα επιτόκια.

Το πραγματικό σχέδιο Τραμπ: Να κάνει τον χρόνο εχθρό της Τεχεράνης

Η νέα αμερικανική στρατηγική δείχνει τελικά να στηρίζεται σε μια πολύ συγκεκριμένη υπόθεση.

Ότι το Ιράν μπορεί να αντέξει πυραύλους και αεροπορικές επιδρομές περισσότερο απ’ όσο μπορεί να αντέξει:

μια οικονομία με πληθωρισμό άνω του 60%,

ένα νόμισμα υπό τεράστια πίεση,

περιορισμένες εξαγωγές πετρελαίου,

τράπεζες αποκλεισμένες από το δολάριο,

εμπορικούς εταίρους που φοβούνται δευτερογενείς κυρώσεις

και έναν πληθυσμό που πληρώνει καθημερινά το οικονομικό κόστος του πολέμου.

Η Τεχεράνη από την πλευρά της ποντάρει στο αντίστροφο: ότι οι ενεργειακές επιπτώσεις, ο Ορμούζ, οι τιμές καυσίμων και το πολιτικό κόστος στις ΗΠΑ θα αναγκάσουν τελικά τον Trump να συμβιβαστεί.

Έτσι, έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν μπαίνει σε μια διαφορετική και ενδεχομένως ακόμη πιο επικίνδυνη φάση.

Δεν είναι πλέον μόνο μάχη πυραύλων.

Είναι μάχη τραπεζών, πετρελαίου, δολαρίων, κυρώσεων και πολιτικής αντοχής.

Και ο Bessent έχει περιγράψει με ασυνήθιστη καθαρότητα το σημείο στο οποίο θέλει να καταλήξει η Ουάσιγκτον:

η Τεχεράνη να βρεθεί μπροστά σε δύο επιλογές — παρατεταμένη οικονομική απομόνωση ή επιστροφή στο τραπέζι με το ουράνιο, τους proxies και τον Ορμούζ πάνω στη διαπραγμάτευση.

Το ερώτημα είναι αν το Ιράν θα λυγίσει.

Ή αν, πριν συμβεί αυτό, η οικονομική θηλιά μετατραπεί σε νέα στρατιωτική έκρηξη στον Περσικό Κόλπο.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο