Έξι μήνες πολέμου. Πέντε χώρες σε ρόλο μεσολαβητή. Δύο προσωρινές απόπειρες αποκλιμάκωσης. Αμέτρητα διπλωματικά μηνύματα μεταξύ Τεχεράνης, Ουάσιγκτον και των πρωτευουσών της περιοχής.
Και ακόμη καμία πραγματική ειρήνη.
Η διπλωματική κινητικότητα γύρω από τον πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν έχει ενταθεί θεαματικά τις τελευταίες ημέρες, αποκαλύπτοντας όμως ταυτόχρονα το βασικό πρόβλημα: δεν λείπουν οι μεσολαβητές. Λείπει ακόμη η στιγμή κατά την οποία Ουάσιγκτον και Τεχεράνη θα θεωρήσουν ότι έχουν περισσότερα να κερδίσουν από έναν συμβιβασμό παρά από τη συνέχιση της πίεσης.
Στις 28 Αυγούστου, ακριβώς έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί άφησε ξανά ένα παράθυρο.
«Η επιστροφή της διπλωματίας στη σωστή τροχιά δεν είναι αδύνατη. Εξαρτάται από το αν οι ΗΠΑ κατανοήσουν ένα απλό γεγονός: η πίεση δεν λειτουργεί», έγραψε.
Λίγες ώρες νωρίτερα είχε συναντηθεί στην Τεχεράνη με τον πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών του Κατάρ, σε μία ακόμη προσπάθεια να δημιουργηθεί έδαφος για επιστροφή στον διάλογο.
Το πραγματικό κέντρο του πολέμου είναι το Ορμούζ
Το πυρηνικό πρόγραμμα, οι κυρώσεις και η περιφερειακή ισορροπία εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμα κεφάλαια.
Ωστόσο, το άμεσο επιχειρησιακό και διπλωματικό αδιέξοδο έχει συγκεντρωθεί πλέον στα Στενά του Ορμούζ.
Από εκεί διέρχεται σε κανονικές συνθήκες περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων ροών πετρελαίου και φυσικού αερίου από τους παραγωγούς του Κόλπου. Η διατάραξη της ναυσιπλοΐας έχει μετατρέψει μια στρατιωτική σύγκρουση σε παγκόσμιο ενεργειακό πρόβλημα.
Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο.
Καμία πλευρά δεν έχει πετύχει πλήρως τον στόχο της.
Η Τεχεράνη δεν μπορεί να μετατρέψει την πίεση στο Ορμούζ σε πολιτική υποχώρηση της Ουάσιγκτον.
Οι ΗΠΑ, από την άλλη, δεν έχουν καταφέρει να επαναφέρουν πλήρως την κανονική εμπορική ναυσιπλοΐα χωρίς πολιτική συνεννόηση με το Ιράν.
Έτσι δημιουργείται ένα ιδιότυπο αδιέξοδο όπου η ενέργεια έχει γίνει ταυτόχρονα όπλο, διαπραγματευτικό χαρτί και κίνητρο για ειρήνη.
Ομάν: Εκεί βρίσκεται σήμερα η πιο ρεαλιστική συμφωνία
Από όλους τους μεσολαβητές, το Ομάν βρίσκεται πιο κοντά στο πρακτικό πρόβλημα.
Και γεωγραφικά και διπλωματικά.
Στις 25 Αυγούστου, ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν Μπαντρ αλ Μπουσαΐντι συναντήθηκε στην Τεχεράνη με τον Αραγτσί και οι δύο πλευρές συζήτησαν ένα σταδιακό πλαίσιο επαναφοράς της ασφαλούς ναυσιπλοΐας.
Το σχέδιο περιλαμβάνει προσωρινό κοινό διάδρομο διέλευσης πλοίων και κοινό πρόγραμμα εκκαθάρισης ναρκών από τα Στενά.
Ακόμη σημαντικότερο: οι τεχνικές διαπραγματεύσεις προβλέπεται να εξετάσουν έναν μόνιμο διάδρομο, ανταλλαγή πληροφοριών, διαχείριση κυκλοφορίας και μελλοντικές ρυθμίσεις ασφαλείας.
Αυτό μπορεί να αποδειχθεί η πρώτη πραγματικά εφαρμόσιμη γέφυρα.
Όχι ειρηνευτική συμφωνία.
Αλλά ένας μηχανισμός που επιτρέπει και στις δύο πλευρές να αποκλιμακώσουν χωρίς να εμφανιστούν ότι υποχωρούν.
Κατάρ: Ο πολιτικός αγγελιοφόρος
Το Κατάρ αναλαμβάνει διαφορετικό ρόλο.
Ο πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών Σεΐχης Μοχάμεντ μπιν Αμπντουλραχμάν αλ Θάνι βρέθηκε στις 27 Αυγούστου στην Τεχεράνη.
Οι συνομιλίες με τον Αραγτσί επικεντρώθηκαν στην αποκλιμάκωση, στη δημιουργία κατάλληλου περιβάλλοντος για διάλογο και στο προσωρινό σχέδιο για το Ορμούζ.
Η Ντόχα έχει ένα μοναδικό πλεονέκτημα.
Διατηρεί στενή στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ και ταυτόχρονα ανοικτούς διαύλους με την Τεχεράνη.
Το Κατάρ επομένως μπορεί να μεταφέρει όχι μόνο προτάσεις αλλά και να δοκιμάζει τις πραγματικές «κόκκινες γραμμές» κάθε πλευράς.
Πακιστάν: Ο άνθρωπος που μιλά με στρατηγούς και προέδρους
Το Πακιστάν διαθέτει ίσως το πιο ενδιαφέρον πλεονέκτημα από όλους.
Ο αρχηγός των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων, στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ, πραγματοποίησε στις 24 Αυγούστου μια εξαιρετικά πυκνή επίσκεψη στην Τεχεράνη.
Συναντήθηκε με τον πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν, τον πρόεδρο της Βουλής και διαπραγματευτή Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, καθώς και με στελέχη του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας και υπουργούς.
Το πλεονέκτημα του Ισλαμαμπάντ είναι ότι διαθέτει πρόσβαση τόσο στην ιρανική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία όσο και στην Ουάσιγκτον.
Αυτό όμως είναι ταυτόχρονα και η αδυναμία του.
Όσο πιο κοντά εμφανίζεται το Πακιστάν στην κυβέρνηση Τραμπ, τόσο ευκολότερα μπορούν οι σκληροπυρηνικοί στην Τεχεράνη να παρουσιάσουν τις πακιστανικές προτάσεις ως αμερικανικά μηνύματα.
Μέχρι στιγμής, πάντως, το Ιράν συνεχίζει να δέχεται πακιστανικές αποστολές στο υψηλότερο επίπεδο.
Τουρκία και Αίγυπτος: Παρόντες, αλλά με μικρότερη επιρροή
Άγκυρα και Κάιρο επιχειρούν επίσης να διατηρήσουν ανοικτούς διαύλους.
Η Τουρκία διαθέτει πραγματική πρόσβαση στην Τεχεράνη και θα μπορούσε να λειτουργήσει ως τόπος συνομιλιών.
Αλλά βρίσκεται ταυτόχρονα σε ευάλωτη θέση απέναντι στις αμερικανικές δευτερογενείς κυρώσεις, καθώς διατηρεί σημαντικές οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις με το Ιράν.
Η Αίγυπτος, από την άλλη, διαθέτει διπλωματικά κανάλια και αυξανόμενο περιφερειακό βάρος, χωρίς όμως την ίδια δυνατότητα επιρροής στις στρατιωτικές αποφάσεις των δύο εμπόλεμων πλευρών.
Έτσι έχει προκύψει ένα ιδιότυπο διπλωματικό οικοσύστημα πέντε μεσολαβητών, όπου κάθε χώρα έχει διαφορετική χρησιμότητα.
Το πρόβλημα των πέντε μεσολαβητών
Η πολυφωνία όμως μπορεί να γίνει παγίδα.
Όταν υπάρχουν πολλοί παράλληλοι δίαυλοι, κάθε εμπόλεμη πλευρά μπορεί να επιλέγει εκείνον που της προσφέρει την ευνοϊκότερη διατύπωση.
Μπορεί να δοκιμάζει προτάσεις χωρίς να δεσμεύεται.
Να απορρίπτει έναν μεσολαβητή και να επιστρέφει σε άλλον.
Και, κυρίως, να χρησιμοποιεί τη διπλωματική διαδικασία για να κερδίζει χρόνο.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει σήμερα.
Δεν υπάρχει ακόμη ένας ενιαίος μηχανισμός που να συνδέει το Ορμούζ, τις κυρώσεις, τις στρατιωτικές εγγυήσεις και την πολιτική διευθέτηση σε μία συγκεκριμένη αλληλουχία.
Η Ουάσιγκτον ποντάρει στην οικονομική ασφυξία
Και υπάρχει πλέον ένας ακόμη παράγοντας που κάνει τον συμβιβασμό δυσκολότερο.
Η κυβέρνηση Τραμπ πιστεύει ότι διαθέτει ένα ισχυρότερο όπλο από τις βόμβες: το δολάριο και το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Στις 24 Αυγούστου, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ ανακοίνωσε την Operation Economic Outcast, μια νέα εκστρατεία οικονομικής απομόνωσης του Ιράν.
Σχεδόν 60 οντότητες, πρόσωπα και πλοία μπήκαν στο στόχαστρο, ενώ η Ουάσιγκτον προειδοποίησε ότι χώρες και επιχειρήσεις που συνεχίζουν σημαντικές συναλλαγές με την Τεχεράνη κινδυνεύουν με δευτερογενείς κυρώσεις και αποκλεισμό από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Ο στόχος είναι προφανής:
να κάνει η οικονομική πίεση αυτό που δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα η στρατιωτική ισχύς — να αλλάξει τον υπολογισμό της Τεχεράνης.
Η Τεχεράνη ποντάρει στο αντίθετο ρολόι
Το Ιράν όμως κάνει ακριβώς τον αντίθετο υπολογισμό.
Πιστεύει ότι η Δύση και οι χώρες του Κόλπου δεν μπορούν να αντέξουν επ’ αόριστον ακριβό πετρέλαιο, διαταραγμένες θαλάσσιες μεταφορές και αυξημένα ασφάλιστρα.
Με απλά λόγια, Ουάσιγκτον και Τεχεράνη κοιτάζουν δύο διαφορετικά χρονόμετρα.
Οι ΗΠΑ περιμένουν να εξαντληθεί πρώτη η ιρανική οικονομία.
Το Ιράν περιμένει να εξαντληθεί πρώτη η πολιτική και οικονομική ανοχή των αντιπάλων του.
Και όσο καμία από τις δύο προβλέψεις δεν έχει διαψευστεί, το κίνητρο για την τελική υποχώρηση παραμένει περιορισμένο.
Γιατί απέτυχε η προηγούμενη συμφωνία
Εδώ βρίσκεται και ένα σημαντικό μάθημα για την επόμενη διαπραγμάτευση.
Οι προσωρινές συμφωνίες μπορούν να σταματήσουν τη μάχη χωρίς να επιλύσουν την αιτία της.
Εάν μια συμφωνία για το Ορμούζ δεν προσδιορίζει με ακρίβεια ποιος ελέγχει τη διέλευση, πώς γίνεται η ειδοποίηση των πλοίων, ποιος επιβλέπει την εφαρμογή και τι συμβαίνει σε περίπτωση παραβίασης, η ασάφεια απλώς μεταθέτει την επόμενη κρίση.
Η «δημιουργική ασάφεια» είναι συχνά χρήσιμη στη διπλωματία.
Αλλά όταν αφορά ένα θαλάσσιο πέρασμα από το οποίο εξαρτάται σημαντικό μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής οικονομίας, μπορεί να γίνει επικίνδυνη.
Η λύση μπορεί να είναι πολύ μικρότερη από την ειρήνη
Γι’ αυτό και το πιθανότερο επόμενο βήμα δεν είναι μια μεγαλειώδης συμφωνία Τραμπ–Τεχεράνης.
Είναι κάτι πολύ πιο τεχνικό.
Ένας προσωρινός θαλάσσιος διάδρομος.
Συγκεκριμένες συντεταγμένες.
Κανόνες ειδοποίησης.
Εκκαθάριση ναρκών.
Μηχανισμός διαχείρισης περιστατικών.
Το Ομάν και το Ιράν έχουν ήδη βάλει αυτά τα στοιχεία στο τραπέζι.
Και το Κατάρ δηλώνει ότι στηρίζει το πλαίσιο ως βήμα προς την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και μια ευρύτερη συμφωνία.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος: Να συνηθίσει ο κόσμος τον «μισό πόλεμο»
Υπάρχει όμως και ένα πολύ πιο ανησυχητικό σενάριο.
Να μην υπάρξει ούτε πραγματική ειρήνη ούτε ολοκληρωτικός πόλεμος.
Να δημιουργηθεί μια νέα κανονικότητα:
μερικώς ανοικτό Ορμούζ, αμερικανικός οικονομικός αποκλεισμός, περιοδικές στρατιωτικές συγκρούσεις, ακριβότερη ενέργεια και ατελείωτη διπλωματική διαχείριση της κρίσης.
Οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν πόσο εύκολα μπορεί να επιστρέψει η στρατιωτική κλιμάκωση: την 1η Σεπτεμβρίου ΗΠΑ και Ιράν αντάλλαξαν νέα πλήγματα, αυξάνοντας ξανά τον φόβο γενικευμένης αναζωπύρωσης.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πρόβλημα των πέντε μεσολαβητών.
Δεν χρειάζεται πλέον απλώς να μεταφέρουν μηνύματα μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Χρειάζεται να μετατρέψουν πέντε παράλληλες διπλωματίες σε μία κοινή διαδικασία με συγκεκριμένα στάδια: πρώτα Ορμούζ, μετά αποκλιμάκωση, στη συνέχεια κυρώσεις και τελικά πολιτική συμφωνία.
Γιατί έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, το συμπέρασμα είναι σκληρό:
η διπλωματία έχει καταφέρει να αποτρέψει κατά περιόδους τα χειρότερα. Δεν έχει καταφέρει ακόμη να κάνει την ειρήνη πιο ελκυστική από τη συνέχιση της σύγκρουσης.
Πηγή: pagenews.gr
