Η ενεργειακή κρίση δημιουργεί στην Ιταλία ένα μοντέλο παρέμβασης που παρακολουθούν πλέον και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες: αντί η κυβέρνηση να σηκώσει μόνη της ολόκληρο το δημοσιονομικό κόστος των ακριβών καυσίμων, πιέζει τους ίδιους τους ενεργειακούς ομίλους να απορροφήσουν μέρος της αύξησης.
Μετά την Eni και την IP, η Q8 γίνεται η τελευταία μεγάλη εταιρεία που ανταποκρίνεται στην κυβερνητική πίεση, ανακοινώνοντας ότι από την 1η Οκτωβρίου θα εφαρμόσει για 30 ημέρες ανώτατο όριο στις τιμές βενζίνης και diesel στο ιταλικό της δίκτυο. Η εταιρεία δεν έχει ακόμη ανακοινώσει συγκεκριμένο ενιαίο επίπεδο τιμής, διευκρινίζοντας ότι θα χρησιμοποιήσει «αρθρωτή» εφαρμογή ανάλογα με το δίκτυό της.
Η παρέμβαση έχει πλέον μεγάλη εμβέλεια. Η Eni διαθέτει σχεδόν 4.000 πρατήρια, τα δίκτυα που συνδέονται με τη SOCAR περίπου 4.500 και η Q8 περίπου 2.900. Με την προσθήκη της Q8, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που δημοσιεύονται στην Ιταλία, η πρωτοβουλία αγγίζει περίπου το μισό δίκτυο πρατηρίων της χώρας.
Η Μελόνι ευχαριστεί το Κουβέιτ
Η Τζόρτζια Μελόνι υποδέχθηκε προσωπικά την κίνηση της Q8.
«Ευχαριστώ το Κουβέιτ και τον όμιλο που ελέγχει τις εγκαταστάσεις της Q8 στην Ιταλία. Έρχεται ακόμη ένα σημαντικό μήνυμα προσοχής προς τις ιταλικές οικογένειες», δήλωσε η Ιταλίδα πρωθυπουργός.
Δεν είναι η πρώτη φορά μέσα σε λίγες ημέρες που η Μελόνι χρησιμοποιεί την ενεργειακή διπλωματία για να πιέσει προς τα κάτω τις τιμές.
Όταν η IP ακολούθησε την Eni, η πρωθυπουργός ευχαρίστησε δημοσίως τον πρόεδρο του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίεφ και τον πρόεδρο της SOCAR Ροβσάν Νατζάφ.
«Η κυβέρνηση θα συνεχίσει να εργάζεται για να στηρίξει τις οικογένειες και να προστατεύσει την αγοραστική τους δύναμη, ιδιαίτερα σε αυτή την τόσο σύνθετη διεθνή συγκυρία», ανέφερε.
Κουβέιτ και Αζερμπαϊτζάν μπαίνουν έτσι ευθέως στην εσωτερική ιταλική μάχη κατά της ενεργειακής ακρίβειας.
Eni: Βενζίνη €1,99 – Diesel €2,19
Η πρώτη μεγάλη κίνηση είχε έρθει από την Eni.
Ο ιταλικός ενεργειακός όμιλος ανακοίνωσε ανώτατη τιμή €1,99/λίτρο για τη βενζίνη και €2,19/λίτρο για το diesel στο δίκτυο Enilive.
Το μέτρο εφαρμόζεται από τις 28 Σεπτεμβρίου για αρχική περίοδο 30 ημερών, με δυνατότητα επέκτασης μέχρι το τέλος του έτους ανάλογα με τις διεθνείς τιμές και τις συνθήκες εφοδιασμού. Η ίδια η Eni υπολογίζει ότι το πλαφόν βρίσκεται περίπου 17 λεπτά ανά λίτρο κάτω από τα επίπεδα που επικρατούσαν όταν ανακοινώθηκε.
Η εξήγηση που έδωσε η εταιρεία είναι αποκαλυπτική για το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ολόκληρη η Ευρώπη.
Η Eni συνδέει τις υψηλές τιμές με τη συρρίκνωση της διεθνούς προσφοράς διυλισμένων προϊόντων λόγω των γεωπολιτικών κρίσεων, αλλά και με το έλλειμμα ευρωπαϊκής διυλιστικής ικανότητας.
Σύμφωνα με την εταιρεία, σχεδόν 30 ευρωπαϊκά διυλιστήρια έχουν κλείσει μέσα στα τελευταία 15 χρόνια.
Το diesel είναι ο μεγάλος πονοκέφαλος
Το πρόβλημα για τη Ρώμη είναι ότι ακόμη και μετά τις πρώτες παρεμβάσεις οι τιμές παραμένουν πολύ υψηλές.
Στις 28 Σεπτεμβρίου το diesel στα ιταλικά πρατήρια εξακολουθούσε να κινείται σε επίπεδα που πλησίαζαν τα €2,50/λίτρο σε σημεία του αυτοκινητοδρομικού δικτύου, ενώ επαγγελματικές κατηγορίες όπως οι μεταφορείς και οι οδηγοί ταξί έχουν προειδοποιήσει ακόμη και για κινητοποιήσεις.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο για την κυβέρνηση Μελόνι.
Δεν αντιμετωπίζει μόνο μια αύξηση στην τιμή της βενζίνης που επιβαρύνει τον ιδιώτη οδηγό.
Το ακριβό diesel περνά στις οδικές μεταφορές, στα logistics, στη γεωργία, στη βιομηχανία και τελικά στις τιμές των προϊόντων.
Η ενεργειακή κρίση μετατρέπεται έτσι σε πρόβλημα πληθωρισμού και ανταγωνιστικότητας.
Το ιταλικό δίλημμα: Πλαφόν ή windfall tax
Πίσω από τις ανακοινώσεις των εταιρειών βρίσκεται και μια δεύτερη, πολύ μεγαλύτερη πολιτική μάχη.
Η κυβέρνηση συζητά την επιβολή φόρου στα έκτακτα κέρδη των ενεργειακών επιχειρήσεων.
Και για τις εταιρείες υπάρχει πλέον ένα σαφές κίνητρο: όσο περισσότερο αποδεικνύουν ότι απορροφούν μέρος του ενεργειακού σοκ, τόσο ισχυρότερο γίνεται το επιχείρημά τους απέναντι σε μια νέα φορολογική επιβάρυνση.
Η Ρώμη δεν έχει εγκαταλείψει το φορολογικό όπλο.
Ο υπουργός Οικονομίας Τζανκάρλο Τζορτζέτι έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο εθνικής παρέμβασης ακόμη και αν δεν επιτευχθεί ευρωπαϊκή συμφωνία.
Από τη Ρώμη στις Βρυξέλλες
Η Ιταλία, μάλιστα, δεν είναι μόνη.
Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Πολωνία και Αυστρία έχουν ζητήσει να εξεταστεί ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο φορολόγησης των έκτακτων κερδών των πετρελαϊκών εταιρειών.
Σε κοινή επιστολή τους οι έξι χώρες περιέγραψαν την κατάσταση ως μία από τις μεγαλύτερες διαταραχές προσφοράς των τελευταίων δεκαετιών.
«Τα κυβερνητικά μέτρα που έχουν ληφθεί μέχρι σήμερα δεν ήταν αρκετά ώστε να μειώσουν ή να σταθεροποιήσουν μόνιμα τις τιμές για επιχειρήσεις και πολίτες», ανέφεραν οι υπουργοί.
Και πρόσθεσαν ότι απαιτείται κοινή προσέγγιση ώστε όσοι επωφελούνται από την κρίση να συμβάλουν στην ελάφρυνση του κόστους για την κοινωνία.
Diesel +70% από την έναρξη του πολέμου
Οι αριθμοί εξηγούν γιατί η συζήτηση έχει φτάσει σε αυτό το σημείο.
Σύμφωνα με την επιστολή των έξι κυβερνήσεων που επικαλείται το Reuters, οι διεθνείς τιμές πετρελαίου είχαν αυξηθεί περίπου 25% από την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου.
Η επίπτωση στα διυλισμένα προϊόντα ήταν πολύ μεγαλύτερη: οι ευρωπαϊκές τιμές του diesel είχαν αυξηθεί πάνω από 70%, ενώ της βενζίνης περίπου 20%.
Η Ευρώπη αντιμετωπίζει συνεπώς όχι μόνο πρόβλημα ακριβού αργού πετρελαίου, αλλά και στενότητας στα προϊόντα διύλισης.
Η Ευρώπη πλήρωσε €100 δισ. επιπλέον για ορυκτά καύσιμα
Το μέγεθος του γεωοικονομικού κόστους είναι ακόμη μεγαλύτερο.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλέστηκε ο Επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν, από την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ–Ιράν η ΕΕ έχει πληρώσει περίπου €100 δισ. επιπλέον για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, χωρίς να έχει λάβει περισσότερο πετρέλαιο ή φυσικό αέριο
Με άλλα λόγια, η Ευρώπη πληρώνει περισσότερα για ουσιαστικά την ίδια ποσότητα ενέργειας.
Και αυτό μετατρέπει την κρίση από ενεργειακό πρόβλημα σε καθαρό πρόβλημα μεταφοράς πλούτου από τις ευρωπαϊκές οικονομίες προς τους παραγωγούς και τους προμηθευτές ενέργειας.
Από το Ιράν μέχρι την αντλία της Ρώμης
Η ιταλική περίπτωση δείχνει πόσο άμεσα συνδέεται πλέον η γεωπολιτική με την καθημερινή οικονομία.
Μια διαταραχή στις ροές της Μέσης Ανατολής περνά στην τιμή του αργού.
Από εκεί μεταφέρεται στα περιθώρια διύλισης και στο diesel.
Και λίγες εβδομάδες αργότερα φτάνει στην αντλία ενός πρατηρίου στο Μιλάνο ή στη Ρώμη, στον λογαριασμό μιας μεταφορικής επιχείρησης και τελικά στην τιμή ενός προϊόντος στο supermarket.
Γι’ αυτό και η Μελόνι δεν αντιμετωπίζει πλέον τα καύσιμα ως ένα απλό θέμα φορολογικής πολιτικής.
Το «μοντέλο Μελόνι»: κράτος + εταιρείες + ενεργειακή διπλωματία
Η μέχρι τώρα ιταλική αντίδραση κινείται σε τρία επίπεδα.
Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί προσωρινές μειώσεις φόρων και ειδικά τις ελαφρύνσεις στις ειδικές επιβαρύνσεις του diesel. Παράλληλα πιέζει τους μεγάλους παίκτες της αγοράς να περιορίσουν εθελοντικά τις τιμές τους. Και ταυτόχρονα αξιοποιεί τις σχέσεις της με ενεργειακούς εταίρους όπως το Αζερμπαϊτζάν και το Κουβέιτ.
Η Eni έχει ήδη ανακοινώσει ότι το δικό της price cap συνδέεται με την ισχύουσα φορολογική ελάφρυνση.
Η κυβέρνηση είχε παρατείνει στις 16 Σεπτεμβρίου την ελάφρυνση στο diesel έως τις 5 Οκτωβρίου, μειώνοντας όμως σταδιακά το ύψος της από 17 λεπτά σε 12,2 και στη συνέχεια σε 6,1 λεπτά ανά λίτρο.
Καθώς λοιπόν το δημοσιονομικό «μαξιλάρι» περιορίζεται, αυξάνεται η πίεση προς τις εταιρείες.
Και στις 8 Οκτωβρίου η Ρώμη καλεί τους πετρελαιάδες
Η επόμενη κίνηση δεν αφορά μόνο τις λιανικές τιμές.
Οι υπουργοί Αντόλφο Ούρσο και Τζιλμπέρτο Πικέτο Φρατίν έχουν καλέσει τις πετρελαϊκές εταιρείες σε συνάντηση στις 8 Οκτωβρίου, με ένα από τα βασικά ζητήματα να είναι η αύξηση της παραγωγής των διυλιστηρίων και η ενίσχυση της προσφοράς.
Αυτό είναι σημαντικό, γιατί μεταφέρει τη συζήτηση από το «ποιος θα πληρώσει τη διαφορά στην αντλία» στο βαθύτερο πρόβλημα: υπάρχει αρκετό διυλισμένο καύσιμο στην ευρωπαϊκή αγορά;
Η Eni ήδη προειδοποιεί ότι η Ευρώπη έχει χάσει σχεδόν 30 διυλιστήρια σε 15 χρόνια
Το στοίχημα πριν από τον προϋπολογισμό του 2027
Όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα που η κυβέρνηση Μελόνι προετοιμάζει τον προϋπολογισμό του 2027.
Κάθε μόνιμη φορολογική ελάφρυνση στα καύσιμα έχει δημοσιονομικό κόστος.
Κάθε γενικευμένη επιδότηση επίσης.
Ένα εθελοντικό πλαφόν από τις εταιρείες, αντίθετα, μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανάσα χωρίς το σύνολο της δαπάνης να περάσει στον κρατικό προϋπολογισμό.
Αν όμως οι διεθνείς τιμές παραμείνουν υψηλές, το σύστημα θα δοκιμαστεί.
Τότε η επιλογή της Ρώμης θα γίνει δυσκολότερη: νέα δημοσιονομική παρέμβαση, φόρος στα υπερκέρδη ή μεγαλύτερη πίεση στους ενεργειακούς ομίλους.
Και γι’ αυτό η κίνηση της Q8 δεν είναι απλώς μία ακόμη εταιρική ανακοίνωση.
Είναι το τελευταίο επεισόδιο μιας ευρωπαϊκής μάχης για το ποιος τελικά θα πληρώσει τον λογαριασμό του νέου ενεργειακού σοκ: ο καταναλωτής, το κράτος ή οι πετρελαϊκές εταιρείες.
Πηγή: pagenews.gr
