Ενοίκια-φωτιά: +39,59% από το 2022 – «Δεν έρχεται αποκλιμάκωση, ο κόσμος δεν θα μπορεί να πληρώσει»
Η στεγαστική κρίση αποκτά πλέον χαρακτηριστικά καθημερινής οικονομικής ασφυξίας για χιλιάδες νοικοκυριά, καθώς τα ζητούμενα ενοίκια συνεχίζουν να ανεβαίνουν με ρυθμούς που ξεπερνούν κατά πολύ την εξέλιξη των οικογενειακών εισοδημάτων.
Ο πρόεδρος του Πανελλαδικού Δικτύου Κτηματομεσιτών της E-Real Estates, Θέμης Μπάκας, μιλώντας στα Παραπολιτικά 90,1 και στην εκπομπή «Εκείνη κι εγώ» με τη Στέλλα Γκαντώνα και τον Θανάση Φουσκίδη, περιέγραψε μια εικόνα που γίνεται ολοένα πιο δύσκολη για όσους αναζητούν κατοικία στην Αθήνα.
Το βασικό στοιχείο είναι αποκαλυπτικό:
«Για κατοικίες από 80 έως 110 τ.μ. άνω του πρώτου ορόφου με τουλάχιστον δύο δωμάτια, κατασκευής μετά το 2000, καταγράφουμε μια αύξηση στο ζητούμενο τιμών ενοικίασης από το 2022 έως το 2026 κατά 39,59%.»
Από 980 ευρώ στα 1.368 ευρώ μέσα σε τέσσερα χρόνια
Η μεταβολή αποτυπώνεται με τον πιο σαφή τρόπο στο παράδειγμα ενός οικογενειακού διαμερίσματος 100 τ.μ.
«Το 2022 για ένα σπίτι 100 τ.μ. το ενοίκιο μεσοσταθμικά ήταν 980 ευρώ, το 2026 για το ίδιο σπίτι το μέσο ενοίκιο είναι 1.368 ευρώ», ανέφερε ο Θέμης Μπάκας.
Η διαφορά είναι 388 ευρώ τον μήνα.
Δηλαδή περίπου 4.656 ευρώ περισσότερα τον χρόνο μόνο για τη στέγη, χωρίς να υπολογίζονται λογαριασμοί, κοινόχρηστα, θέρμανση, ηλεκτρικό ρεύμα ή άλλες βασικές οικογενειακές δαπάνες.
Και εδώ, όπως τόνισε ο ίδιος, γεννάται το κρίσιμο ερώτημα:
«Μπορεί μια μέση οικογένεια να πληρώσει αυτά τα επιπλέον χρήματα;»
550–600 ευρώ ακόμη και για σπίτι έως 50 τ.μ.
Η πίεση δεν περιορίζεται στα μεγαλύτερα ακίνητα.
Για ένα μικρό σπίτι έως 50 τ.μ., πάνω από τον πρώτο όροφο, η γενική εικόνα που περιέγραψε ο πρόεδρος της E-Real Estates είναι ήδη πολύ βαριά.
«Μεσοσταθμικά το ζητούμενο μίσθωμα για ένα σπίτι έως 50 τ.μ. άνω του πρώτου ορόφου, ανεξαρτήτως σε ποια περιοχή της Αθήνας βρίσκεται, είναι στα 550 με 600 ευρώ και φτάνει ακόμα και τα 650 με 700 ευρώ αν το σπίτι αυτό είναι σε μια καλή περιοχή και είναι ανακαινισμένο.»
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και ένα μικρό διαμέρισμα μπορεί πλέον να απορροφά μεγάλο μέρος ενός μισθού.
Νότια προάστια: 8 στα 10 σπίτια πάνω από 1.000 ευρώ
Ακόμη πιο έντονη είναι η εικόνα στα νότια και βόρεια προάστια.
Σύμφωνα με τον Θέμη Μπάκα:
«Για ένα σπίτι 80-90 τ.μ. η γενική εικόνα είναι ότι στις περιοχές των νοτίων προαστίων 9 στα 10 σπίτια έχουν ζητούμενο μίσθωμα πάνω από 800 ευρώ, εκ των οποίων τα 8 πάνω από 1.000 ευρώ.»
Όπως σημείωσε, ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στα βόρεια προάστια.
Στο κέντρο της Αθήνας:
«7 στα 10 σπίτια είναι πάνω από 700 ευρώ, εκ των οποίων τα πέντε πάνω από 1.000 ευρώ.»
Με άλλα λόγια, το τετραψήφιο ενοίκιο δεν αποτελεί πλέον εξαίρεση για μια οικογενειακή κατοικία στην πρωτεύουσα.
Τείνει να μετατραπεί σε κανονικότητα.
Κυψέλη: Από 750 στα περίπου 1.100 ευρώ
Η ακρίβεια της στέγασης έχει ήδη αλλάξει και τον γεωγραφικό χάρτη της ζήτησης.
Περιοχές που παλαιότερα θεωρούνταν πιο οικονομικές έχουν δεχθεί έντονη πίεση, καθώς περισσότεροι πολίτες αναγκάστηκαν να αναζητήσουν κατοικία μακριά από τις ακριβότερες ζώνες.
Ο Θέμης Μπάκας έφερε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την Κυψέλη.
«Την τελευταία εξαετία ο κόσμος άρχισε να επιλέγει περιοχές που στο παρελθόν δεν τις επέλεγε. Για παράδειγμα, η Κυψέλη καταγράφει μια αύξηση η οποία αγγίζει το 45% μεσοσταθμικά για σπίτια τα οποία είναι κατασκευής μετά το 2000.»
Και πρόσθεσε:
«Στην Κυψέλη, εκεί που πλήρωναν 750 ευρώ για ένα σπίτι θεωρητικά καινούργιο 100 τ.μ., τώρα καλούνται να πληρώσουν περίπου 1.100 ευρώ.»
Το πρόβλημα, επομένως, δεν περιορίζεται πλέον στις παραδοσιακά ακριβές περιοχές.
Η πίεση μεταφέρεται σταδιακά σε ολόκληρο το πολεοδομικό συγκρότημα.
Μπάκας: «Αποκλιμάκωση δεν θεωρώ ότι θα υπάρχει»
Το πιο ανησυχητικό μήνυμα της συνέντευξης δεν αφορά όμως όσα έχουν ήδη συμβεί.
Αφορά το τι έρχεται.
Ερωτηθείς αν βλέπει αποκλιμάκωση στις τιμές της στέγασης, ο Θέμης Μπάκας ήταν σαφής:
«Όσο θα περνάει ο καιρός θα καταγράφουμε αυξήσεις στις τιμές ενοικίασης αλλά με μικρότερο ρυθμό.»
Και συμπλήρωσε:
«Αποκλιμάκωση στο ζητούμενο τιμών ενοικίασης το επόμενο χρονικό διάστημα δεν θεωρώ ότι θα υπάρχει.»
Το ευρωπαϊκό περιβάλλον δεν δείχνει επίσης υποχώρηση των ενοικίων. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 τα ενοίκια στην ΕΕ αυξήθηκαν κατά 3,0% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025 και κατά 0,7% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο.
«Δημιουργείται κοινωνική φούσκα»
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο πολιτικά και κοινωνικά κρίσιμη διάσταση της υπόθεσης.
Ο πρόεδρος της E-Real Estates προειδοποίησε ότι η αγορά μπορεί να συνεχίσει να ζητά υψηλότερες τιμές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τα νοικοκυριά θα μπορούν και να τις καταβάλουν.
«Δημιουργείται όμως μια κοινωνική φούσκα γιατί ο κόσμος δεν μπορεί να μπει στη διαδικασία να καταβάλει αυτό το ενοίκιο.»
Και συνέχισε:
«Πλέον σε πολύ μεγάλο ποσοστό βλέπουμε ότι οι πιο πολλοί καθυστερούν στις πληρωμές.»
Αυτό αλλάζει εντελώς τη συζήτηση.
Το πρόβλημα δεν είναι πια μόνο πόσο ακριβό είναι το σπίτι.
Είναι αν το ενοίκιο που ζητείται μπορεί πράγματι να πληρώνεται κάθε μήνα.
Eurostat: Η Ελλάδα στην κορυφή της Ευρώπης στις ληξιπρόθεσμες στεγαστικές υποχρεώσεις
Τα επίσημα ευρωπαϊκά στοιχεία δείχνουν ότι η ανησυχία έχει πραγματική βάση.
Η Eurostat κατέγραψε για το 2024 ότι περίπου 43% των πολιτών στην Ελλάδα ζούσαν σε νοικοκυριά με καθυστερήσεις σε στεγαστικό δάνειο, ενοίκιο ή λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν μόλις 9%.
Η εικόνα έχει μάλιστα επιδεινωθεί μακροπρόθεσμα: το αντίστοιχο ποσοστό για την Ελλάδα ήταν περίπου 31% το 2010 και είχε φθάσει περίπου στο 43% το 2024.
Άρα η πίεση στη στέγαση δεν αποτυπώνεται μόνο στις αγγελίες.
Αποτυπώνεται και στην ικανότητα των νοικοκυριών να εξυπηρετούν εγκαίρως τις βασικές υποχρεώσεις τους.
«Αυτό πρέπει να μας φοβίζει»
Ο Θέμης Μπάκας συμπύκνωσε το πρόβλημα σε μία φράση:
«Αυτό που πρέπει να μας φοβίζει είναι κατά πόσο θα μπορεί ο κόσμος στο μέλλον να καταβάλει τα έξοδα στέγασης.»
Αυτή είναι και η ουσία της νέας φάσης της στεγαστικής κρίσης.
Εάν οι ζητούμενες τιμές εξακολουθούν να ανεβαίνουν ενώ ένα αυξανόμενο τμήμα της κοινωνίας αδυνατεί να τις ακολουθήσει, η αγορά φτάνει στα όρια της οικονομικής αντοχής του ίδιου του ενοικιαστή.
Και τότε το πρόβλημα παύει να αφορά μόνο την κτηματαγορά.
Γίνεται ζήτημα διαθέσιμου εισοδήματος, κοινωνικής συνοχής, οικογενειακού προγραμματισμού και τελικά οικονομικής πολιτικής.
Η πολιτική μάχη μεταφέρεται πλέον στην προσφορά κατοικίας
Το στεγαστικό βρίσκεται πλέον πολύ ψηλά και στην κυβερνητική ατζέντα, με τη συζήτηση να μετατοπίζεται όλο και περισσότερο από τα επιδόματα προς το πώς θα αυξηθεί η προσφορά κατοικιών.
Η μεγάλη πρόκληση είναι να επιστρέψουν περισσότερα κλειστά ακίνητα στη μακροχρόνια μίσθωση, να προχωρήσουν ανακαινίσεις και να δημιουργηθεί νέο στεγαστικό απόθεμα.
Γιατί όσο η προσφορά παραμένει περιορισμένη, τα μέτρα ενίσχυσης της ζήτησης μπορούν να ανακουφίζουν προσωρινά τα νοικοκυριά, χωρίς απαραίτητα να ανακόπτουν την πίεση στις ζητούμενες τιμές.
Και η προειδοποίηση από την αγορά είναι πλέον σαφής:
οι αυξήσεις μπορεί να συνεχιστούν, αλλά το πραγματικό όριο δεν θα το καθορίσει μόνο ο ιδιοκτήτης. Θα το καθορίσει το πορτοφόλι του ενοικιαστή.
Πηγή: pagenews.gr
