Μερτς–Μακρόν βγάζουν τα «πυρηνικά»: Το σχέδιο που μπορεί να κλείσει την ευρωπαϊκή αγορά στην Κίνα
Πηγή Φωτογραφίας: Friedrich Merz, left, and Emmanuel Macron have promised to set up a joint Franco-German defence and security council. Photograph: Ludovic Marin/AP
Η Ευρώπη ετοιμάζεται να αλλάξει τους κανόνες του εμπορικού πολέμου.
Εμανουέλ Μακρόν και Φρίντριχ Μερτς ζητούν να αποκτήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση ένα οικονομικό όπλο τόσο ισχυρό, ώστε σε ακραίες περιπτώσεις να μπορεί να κλείνει άμεσα την πόρτα της ενιαίας αγοράς σε τρίτες χώρες.
Πρόκειται για μια πρόταση με δυνητικά τεράστιες γεωοικονομικές συνέπειες, καθώς η πρόσβαση σε μια αγορά περίπου 450 εκατομμυρίων καταναλωτών αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα διαπραγματευτικά χαρτιά της Ευρώπης.
Η γαλλογερμανική παρέμβαση δεν κατονομάζει την Κίνα.
Όμως δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί ποιος βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης.
Η κινεζική βιομηχανική υπερπαραγωγή, οι κρατικές επιδοτήσεις, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, οι κρίσιμες πρώτες ύλες και οι περιορισμοί στις εξαγωγές έχουν μετατρέψει τη σχέση Βρυξελλών–Πεκίνου σε μία από τις σημαντικότερες γεωοικονομικές αναμετρήσεις της εποχής.
Και αυτή τη φορά το εντυπωσιακό στοιχείο είναι άλλο:
Η Γερμανία δείχνει έτοιμη να παίξει σκληρά.
Η επιστολή στη φον ντερ Λάιεν
Ο Γάλλος πρόεδρος και ο Γερμανός καγκελάριος απέστειλαν κοινή επιστολή στην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ζητώντας ενίσχυση της ευρωπαϊκής εργαλειοθήκης απέναντι στον οικονομικό εξαναγκασμό και στις συστηματικές στρεβλώσεις του διεθνούς εμπορίου.
Στην καρδιά της πρότασης βρίσκεται η δημιουργία ενός νέου και εξαιρετικά ισχυρού μηχανισμού.
Όπως αναφέρεται στην επιστολή:
«Χρειαζόμαστε ένα αξιόπιστο εργαλείο στα χέρια της Επιτροπής, ώστε να επιτρέπεται αποφασιστική και συστημική αντίδραση».
Και η αντίδραση αυτή θα μπορούσε να περιλαμβάνει μέτρα που φτάνουν ακόμη και σε άμεσο αποκλεισμό από την εσωτερική αγορά της ΕΕ, εφόσον κριθεί αναγκαίο.
Με απλά λόγια, το μήνυμα είναι:
αν μια τρίτη χώρα χρησιμοποιήσει το εμπόριο, τις πρώτες ύλες ή τις αλυσίδες εφοδιασμού ως όπλο κατά της Ευρώπης, η Ευρώπη θα πρέπει να μπορεί να απειλήσει την πρόσβασή της στη μεγαλύτερη ενιαία αγορά του δυτικού κόσμου.
Το ευρωπαϊκό «όπλο δεύτερου πλήγματος»
Η φιλοσοφία παραπέμπει περισσότερο σε στρατηγική αποτροπής παρά στην παραδοσιακή εμπορική πολιτική.
Γερμανικές πηγές έχουν περιγράψει την πρόταση ως ένα είδος «όπλου δεύτερου πλήγματος».
Η λογική είναι σαφής.
Η Ευρώπη δεν χρειάζεται απαραίτητα να χτυπήσει πρώτη.
Πρέπει όμως να μπορεί να πείσει τον αντίπαλο ότι οποιαδήποτε προσπάθεια οικονομικού εξαναγκασμού θα έχει μεγάλο και άμεσο κόστος.
Αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που μετατρέπει την πρωτοβουλία Μακρόν–Μερτς από ακόμη μία συζήτηση περί δασμών σε ζήτημα γεωοικονομικής αποτροπής.
Το μεγάλο γερμανικό «ναι» αλλάζει τα πάντα
Για χρόνια, το Παρίσι πίεζε για «στρατηγική αυτονομία», ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική και μεγαλύτερη προστασία απέναντι στον αθέμιτο διεθνή ανταγωνισμό.
Το Βερολίνο ήταν πολύ πιο επιφυλακτικό.
Και υπήρχε σοβαρός λόγος.
Η γερμανική οικονομία οικοδομήθηκε σε σημαντικό βαθμό πάνω σε ένα μοντέλο εξαγωγικής βιομηχανικής ισχύος, φθηνών εισροών και ανοικτών παγκόσμιων αγορών.
Η Κίνα αποτέλεσε για χρόνια τεράστια αγορά για τα γερμανικά αυτοκίνητα, μηχανήματα και βιομηχανικά προϊόντα.
Αυτό έκανε τις γερμανικές κυβερνήσεις ιδιαίτερα προσεκτικές απέναντι σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή κίνηση μπορούσε να προκαλέσει αντίποινα από το Πεκίνο.
Χαρακτηριστικό είναι ότι το 2024 η Γερμανία είχε ψηφίσει κατά της επιβολής των πρόσθετων ευρωπαϊκών δασμών στα κινεζικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα.
Δύο χρόνια αργότερα, η εικόνα είναι εντυπωσιακά διαφορετική.
Ο Μερτς συνυπογράφει πλέον πρόταση που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε αποκλεισμό από την ενιαία αγορά.
Γιατί άλλαξε το Βερολίνο
Η απάντηση βρίσκεται στη γερμανική βιομηχανία.
Η αυτοκινητοβιομηχανία βρίσκεται αντιμέτωπη με την ταχύτατη άνοδο των κινεζικών κατασκευαστών ηλεκτρικών αυτοκινήτων.
Παράλληλα, η Ευρώπη εξαρτάται σε κρίσιμο βαθμό από κινεζικές πρώτες ύλες, σπάνιες γαίες, μαγνήτες και εξαρτήματα που είναι απαραίτητα για αυτοκίνητα, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ηλεκτρονικά και αμυντικές εφαρμογές.
Έτσι δημιουργείται μία εξαιρετικά επικίνδυνη διπλή εξάρτηση:
η ευρωπαϊκή βιομηχανία ανταγωνίζεται κινεζικά προϊόντα και ταυτόχρονα χρειάζεται κινεζικές πρώτες ύλες για να κατασκευάσει τα δικά της.
Οι περιορισμοί στις εξαγωγές κρίσιμων υλικών έδειξαν πόσο εύκολα αυτή η εξάρτηση μπορεί να μετατραπεί σε γεωπολιτικό μοχλό πίεσης.
Το έλλειμμα του 1 δισ. ευρώ την ημέρα
Πίσω από τη σύγκρουση βρίσκεται και μια τεράστια οικονομική ανισορροπία.
Το εμπορικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Κίνα έχει φτάσει σε επίπεδα που οι Βρυξέλλες θεωρούν πλέον μη βιώσιμα, με την τάξη μεγέθους να προσεγγίζει το 1 δισ. ευρώ ημερησίως.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στα αυτοκίνητα.
Φαρμακευτικά προϊόντα, χημικά, βιομηχανικά μηχανήματα, πράσινες τεχνολογίες και άλλοι στρατηγικοί κλάδοι βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ανησυχίας.
Η Ευρώπη φοβάται ότι η κινεζική πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα μπορεί να μεταφερθεί στις διεθνείς αγορές μέσω εξαγωγών σε εξαιρετικά ανταγωνιστικές τιμές, ασκώντας ακόμη μεγαλύτερη πίεση στην ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Ο «διακόπτης» της ενιαίας αγοράς
Το πιο επιθετικό στοιχείο της πρότασης Μακρόν–Μερτς είναι ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να ενεργοποιείται η ευρωπαϊκή αντίδραση.
Παρίσι και Βερολίνο προτείνουν τη λογική της αντίστροφης ειδικής πλειοψηφίας.
Αυτό σημαίνει ουσιαστικά ότι ένα μέτρο που εισηγείται η Επιτροπή θα μπορούσε να προχωρά εκτός εάν σχηματιστεί η απαιτούμενη πλειοψηφία κρατών για να το σταματήσει.
Η διαφορά είναι τεράστια.
Σήμερα, η ανάγκη δημιουργίας πολιτικών πλειοψηφιών μεταξύ των 27 μπορεί να καθυστερεί την ευρωπαϊκή αντίδραση.
Με το νέο μοντέλο, το βάρος αντιστρέφεται.
Δεν θα πρέπει να συγκεντρωθούν αρκετές χώρες για να γίνει κάτι.
Θα πρέπει να συγκεντρωθούν αρκετές για να το εμποδίσουν.
Όχι μόνο δασμοί – Μείωση των εξαρτήσεων
Το δεύτερο σκέλος της γαλλογερμανικής πρότασης αφορά τη διαφοροποίηση των προμηθειών.
Η ΕΕ καλείται να περιορίσει τις υπερβολικές εξαρτήσεις από μία μόνο χώρα για κρίσιμες πρώτες ύλες και τεχνολογίες.
Αυτό σημαίνει νέες εμπορικές συμφωνίες, νέες αλυσίδες εφοδιασμού, ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγής και αναζήτηση εναλλακτικών προμηθευτών.
Διότι χωρίς εναλλακτικές πηγές, η απειλή αντιποίνων μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ.
Η οικονομική αποτροπή λειτουργεί μόνο όταν εκείνος που απειλεί με αντίποινα μπορεί να αντέξει και την απάντηση.
Η Κίνα δεν κατονομάζεται – Αλλά όλοι κοιτούν το Πεκίνο
Τυπικά, το νέο εργαλείο θα είναι ουδέτερο ως προς τη χώρα στην οποία θα εφαρμόζεται.
Θα μπορούσε επομένως να χρησιμοποιηθεί απέναντι σε οποιονδήποτε εμπορικό εταίρο επιχειρεί να ασκήσει οικονομικό εξαναγκασμό στην ΕΕ.
Όμως η χρονική συγκυρία δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας.
Η παρέμβαση έρχεται ενώ οι Βρυξέλλες βρίσκονται σε κρίσιμη φάση διαπραγματεύσεων με το Πεκίνο και ο επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς μεταβαίνει στην Κίνα για συνομιλίες.
Το ευρωπαϊκό μήνυμα προς το Πεκίνο γίνεται έτσι πολύ πιο βαρύ:
διαπραγμάτευση, αλλά με το ενδεχόμενο οικονομικών αντιποίνων πλέον πάνω στο τραπέζι.
Το πραγματικό τεστ έρχεται στις Βρυξέλλες
Η γαλλογερμανική πρωτοβουλία αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών συζητήσεων ενόψει του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Και εκεί θα φανεί εάν η υπόλοιπη Ευρώπη είναι διατεθειμένη να ακολουθήσει το Παρίσι και το Βερολίνο.
Διότι η ΕΕ διαθέτει ήδη ισχυρά εργαλεία εμπορικής άμυνας και μηχανισμό αντιμετώπισης του οικονομικού εξαναγκασμού.
Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι μόνο εάν χρειάζεται ένα ακόμη ισχυρότερο όπλο.
Είναι εάν οι 27 είναι πραγματικά έτοιμοι να το χρησιμοποιήσουν.
Από το «ελεύθερο εμπόριο» στην οικονομική αποτροπή
Αυτό είναι τελικά και το μεγαλύτερο μήνυμα της κίνησης Μακρόν–Μερτς.
Η Ευρώπη που επί δεκαετίες αντιμετώπιζε το εμπόριο πρωτίστως ως μηχανισμό αμοιβαίας οικονομικής ευημερίας αρχίζει να το αντιμετωπίζει και ως εργαλείο γεωπολιτικής ισχύος.
Η πρόσβαση στην ενιαία αγορά γίνεται όπλο.
Οι πρώτες ύλες γίνονται ζήτημα ασφάλειας.
Οι εφοδιαστικές αλυσίδες μετατρέπονται σε πεδίο στρατηγικού ανταγωνισμού.
Και η βιομηχανική πολιτική συνδέεται πλέον άμεσα με την ευρωπαϊκή κυριαρχία.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αυτή τη φορά Παρίσι και Βερολίνο βρίσκονται στην ίδια πλευρά.
Εάν η γαλλογερμανική πρόταση περάσει, η ΕΕ δεν θα αποκτήσει απλώς ένα ακόμη εμπορικό εργαλείο.
Θα αποκτήσει τη δυνατότητα να λέει σε μια μεγάλη οικονομική δύναμη: αν χρησιμοποιήσεις την εξάρτησή μας ως όπλο, μπορείς να χάσεις την πρόσβαση στην αγορά μας.
Και αυτό είναι ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο εμπορικού πολέμου.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο