Γεωπολιτική Οικονομία

Ο Τραμπ βάζει την Κίνα στο τραπέζι των εμπορικών συμφωνιών – Το δίλημμα για Μαλαισία και Ταϊβάν

Ο Τραμπ βάζει την Κίνα στο τραπέζι των εμπορικών συμφωνιών – Το δίλημμα για Μαλαισία και Ταϊβάν

Πηγή Φωτογραφίας: Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ, πραγματικές φωτογραφίες, δίπλα-δίπλα χωρίς κενό, φυσικό σκούρο φόντο, χωρίς γράμματα ή AI credit Reuters, AP

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Η Ουάσιγκτον μετατρέπει την πρόσβαση στην αμερικανική αγορά σε εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής, ζητώντας ελέγχους στις εξαγωγές, περιορισμούς στις επενδύσεις και συνεργασία στις κυρώσεις. Η Huawei, οι προηγμένοι ημιαγωγοί και οι διαφορετικές επιλογές της Μαλαισίας και της Ταϊβάν αποκαλύπτουν τα όρια της στρατηγικής Τραμπ απέναντι στο Πεκίνο.

Η εμπορική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών αποκτά ολοένα περισσότερο χαρακτηριστικά γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Για τη δεύτερη κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, οι δασμοί και οι εμπορικές συμφωνίες δεν αποτελούν μόνο εργαλεία προστασίας της αμερικανικής παραγωγής, αλλά και μέσα άσκησης επιρροής στις στρατηγικές αποφάσεις άλλων κρατών.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η Κίνα και, ειδικότερα, η δυνατότητά της να αποκτά προηγμένες τεχνολογίες, να αναπτύσσει εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και να ενισχύει τη θέση της στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.

Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να συνδέσει την πρόσβαση στην αμερικανική αγορά με δεσμεύσεις που υπερβαίνουν το παραδοσιακό εμπόριο. Ζητά από τους εταίρους της να υιοθετούν αυστηρότερους ελέγχους στις εξαγωγές τεχνολογίας, να εξετάζουν προσεκτικότερα τις ξένες επενδύσεις και να συνεργάζονται στην εφαρμογή οικονομικών κυρώσεων.

Ωστόσο, η πραγματική δοκιμασία αρχίζει μετά την υπογραφή των συμφωνιών.

Η Μαλαισία και η Ταϊβάν προσφέρουν δύο διαφορετικά παραδείγματα για το πόσο δύσκολο είναι να μετατραπούν οι εμπορικές δεσμεύσεις σε σταθερή γεωπολιτική ευθυγράμμιση.

Οι εμπορικές συμφωνίες γίνονται εργαλείο οικονομικής ασφάλειας

Σύμφωνα με την ανάλυση του Geoffrey Gertz, ερευνητή του Center for a New American Security και πρώην στελέχους του Λευκού Οίκου επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν, που δημοσιεύθηκε στο FDI Intelligence, η κυβέρνηση Τραμπ αναφέρει ότι έχει συνάψει περίπου 20 εμπορικές συμφωνίες από το προηγούμενο έτος.

Ωστόσο, μόλις έξι έχουν λάβει την πιο επίσημη μορφή των Συμφωνιών Αμοιβαίου Εμπορίου, οι οποίες περιλαμβάνουν ειδικές δεσμεύσεις για την οικονομική ασφάλεια.

Η διαφοροποίηση έχει ουσιαστική σημασία.

Οι παραδοσιακές εμπορικές συμφωνίες επικεντρώνονται στους δασμούς, στους κανόνες πρόσβασης στις αγορές και στην προστασία των επενδύσεων.

Οι νέες αμερικανικές απαιτήσεις επεκτείνονται στον έλεγχο τεχνολογικών εξαγωγών, στην επιτήρηση επενδυτικών ροών και στην εφαρμογή περιορισμών που συνδέονται με την εθνική ασφάλεια.

Στην πράξη, η Ουάσιγκτον επιδιώκει να περιορίσει τις δυνατότητες του Πεκίνου να χρησιμοποιεί τρίτες χώρες για την απόκτηση τεχνολογιών που υπόκεινται σε αμερικανικούς ελέγχους.

Η στρατηγική αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στον τομέα των ημιαγωγών, όπου η πρόσβαση σε προηγμένα μικροκυκλώματα καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις δυνατότητες ανάπτυξης συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης.

Μαλαισία: Η συμφωνία με τις ΗΠΑ και η επιστροφή της Huawei

Η Μαλαισία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της απόστασης που μπορεί να χωρίζει τις διπλωματικές δεσμεύσεις από τις οικονομικές προτεραιότητες μιας χώρας.

Η Κουάλα Λουμπούρ υπέγραψε εμπορική συμφωνία με την κυβέρνηση Τραμπ, αναλαμβάνοντας δεσμεύσεις συνεργασίας σε ζητήματα οικονομικής ασφάλειας.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ευθυγράμμιση με συγκεκριμένους αμερικανικούς ελέγχους εξαγωγών και η συνεργασία στην εφαρμογή περιοριστικών μέτρων.

Ωστόσο, η ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας τεχνητής νοημοσύνης δημιουργεί διαφορετικές οικονομικές ανάγκες.

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα που επικαλείται η ανάλυση του FDI Intelligence, η Μαλαισία εξετάζει την προμήθεια ημιαγωγών από την κινεζική Huawei, συνολικής αξίας περίπου 2 δισ. ρινγκίτ, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 494 εκατ. δολάρια.

Η πληροφορία αφορά σχεδιαζόμενη προμήθεια και δεν ισοδυναμεί από μόνη της με επιβεβαιωμένη ολοκλήρωση της συναλλαγής ή αποδεδειγμένη παραβίαση των αμερικανικών περιορισμών.

Αναδεικνύει, όμως, το βασικό πρόβλημα της αμερικανικής στρατηγικής.

Η Μαλαισία επιδιώκει να αναπτύξει τις δικές της τεχνολογικές δυνατότητες χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από έναν προμηθευτή ή μία γεωπολιτική δύναμη.

Η Huawei, παρά τους αμερικανικούς περιορισμούς, εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό παράγοντα στην κινεζική τεχνολογική βιομηχανία.

Για την Κουάλα Λουμπούρ, η απόρριψη κινεζικών λύσεων μπορεί να συνεπάγεται πρόσθετο οικονομικό κόστος, καθυστερήσεις και περιορισμό διαθέσιμων επιλογών.

Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η αντίφαση: η εμπορική συνεργασία με την Ουάσιγκτον δεν σημαίνει αυτομάτως εγκατάλειψη των οικονομικών σχέσεων με το Πεκίνο.

Ταϊβάν: Οι ημιαγωγοί στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης ΗΠΑ – Κίνας

Η περίπτωση της Ταϊβάν είναι διαφορετική, επειδή οι εμπορικές και τεχνολογικές επιλογές της συνδέονται άμεσα με τις ανησυχίες ασφαλείας απέναντι στην Κίνα.

Η Ταϊβάν διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην παγκόσμια παραγωγή προηγμένων ημιαγωγών, γεγονός που καθιστά την προστασία των σχετικών τεχνολογιών στρατηγική προτεραιότητα τόσο για την ίδια όσο και για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στο πλαίσιο της συμφωνίας που περιγράφεται στην ανάλυση, η Ταϊπέι ανέλαβε δεσμεύσεις για την ενίσχυση των ελέγχων εξαγωγών και την αντιμετώπιση της παράνομης μεταφοράς προηγμένων μικροκυκλωμάτων προς την Κίνα.

Μετά τη συμφωνία του Φεβρουαρίου, οι ταϊβανέζικες αρχές προχώρησαν, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, σε έρευνες για πιθανές παρατυπίες στη διακίνηση ημιαγωγών.

Ο υπουργός Οικονομικών και Εμπορίου Kung Ming-hsin συνέδεσε ορισμένα από τα μέτρα ελέγχου με τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Ταϊβάν έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών.

Σε αυτή την περίπτωση, υπάρχουν ενδείξεις ότι η εμπορική συμφωνία συνοδεύεται από συγκεκριμένες διοικητικές ενέργειες.

Ωστόσο, η συνεργασία ΗΠΑ και Ταϊβάν στον έλεγχο της τεχνολογίας προϋπήρχε της συμφωνίας.

Επομένως, η νέα εμπορική διευθέτηση φαίνεται να ενισχύει μια ήδη διαμορφωμένη στρατηγική συνεργασία, παρά να επιβάλλει μια εντελώς διαφορετική πολιτική.

Γιατί η Κίνα παραμένει απαραίτητος οικονομικός εταίρος

Η αμερικανική προσπάθεια περιορισμού της κινεζικής τεχνολογικής επιρροής συναντά ένα σημαντικό εμπόδιο: την έκταση της οικονομικής διασύνδεσης της Κίνας με τις υπόλοιπες ασιατικές οικονομίες.

Το Πεκίνο αποτελεί βασικό εμπορικό εταίρο, επενδυτή και προμηθευτή τεχνολογικού εξοπλισμού για πολλές χώρες της περιοχής.

Ακόμη και κυβερνήσεις που επιδιώκουν στενότερη συνεργασία με την Ουάσιγκτον δεν είναι απαραίτητα πρόθυμες να περιορίσουν δραστικά τις σχέσεις τους με την κινεζική αγορά.

Η επιλογή αυτή δεν συνιστά αναγκαστικά πολιτική ταύτιση με το Πεκίνο.

Συχνά αντανακλά την ανάγκη διαφοροποίησης προμηθευτών, προστασίας των εγχώριων επιχειρήσεων και διατήρησης πρόσβασης σε μεγάλες αγορές.

Αυτό καθιστά την αμερικανική στρατηγική ιδιαίτερα σύνθετη.

Η Ουάσιγκτον μπορεί να προσφέρει πρόσβαση στη μεγαλύτερη καταναλωτική αγορά του κόσμου, αλλά δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι οι εταίροι της θα εγκαταλείψουν οικονομικές σχέσεις από τις οποίες εξαρτώνται σημαντικά τμήματα της παραγωγής τους.

Το ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας

Η διεύρυνση των εμπορικών συμφωνιών σε ζητήματα οικονομικής ασφάλειας εγείρει και ένα θεμελιώδες πολιτικό ερώτημα.

Μέχρι ποιο σημείο μπορεί μια κυβέρνηση να δεσμευτεί ότι θα ευθυγραμμίσει τις εσωτερικές οικονομικές αποφάσεις της με τις στρατηγικές προτεραιότητες μιας άλλης χώρας;

Οι έλεγχοι εξαγωγών επηρεάζουν τις επιχειρήσεις και τις δυνατότητες τεχνολογικής ανάπτυξης.

Οι περιορισμοί στις ξένες επενδύσεις μπορούν να μεταβάλουν τη χρηματοδότηση σημαντικών βιομηχανικών έργων.

Η εφαρμογή κυρώσεων μπορεί να επηρεάσει εμπορικές σχέσεις και υφιστάμενα συμβόλαια.

Επομένως, οι δεσμεύσεις αυτές δεν είναι απλές τεχνικές λεπτομέρειες μιας εμπορικής συμφωνίας.

Αγγίζουν την άσκηση εθνικής οικονομικής πολιτικής.

Όπως προκύπτει από την ανάλυση του Gertz, η αποτελεσματικότητα τέτοιων συμφωνιών εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το εάν οι συμμετέχουσες χώρες έχουν δικά τους κίνητρα να εφαρμόσουν τις δεσμεύσεις.

Η Ταϊβάν διαθέτει ισχυρότερη σύγκλιση συμφερόντων με τις ΗΠΑ στον τομέα της τεχνολογικής ασφάλειας.

Η Μαλαισία, αντίθετα, επιχειρεί να διατηρήσει μεγαλύτερη ευελιξία ανάμεσα στις δύο οικονομικές υπερδυνάμεις.

Καναδάς και Μεξικό: Η επόμενη μεγάλη δοκιμασία για τον Τραμπ

Το ίδιο ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με τους δύο μεγαλύτερους γειτονικούς εμπορικούς εταίρους τους.

Η αναθεώρηση της συμφωνίας USMCA με τον Καναδά και το Μεξικό αποτελεί σημαντική ευκαιρία για την Ουάσιγκτον να ενσωματώσει περισσότερες προβλέψεις οικονομικής ασφάλειας στις εμπορικές της σχέσεις.

Οι ΗΠΑ επιδιώκουν στενότερο συντονισμό στους ελέγχους επενδύσεων, στην προέλευση προϊόντων και στην προστασία κρίσιμων εφοδιαστικών αλυσίδων.

Για τον Καναδά και το Μεξικό, ωστόσο, η πρόσβαση στην αμερικανική αγορά πρέπει να συνδυαστεί με τη διατήρηση της δυνατότητας άσκησης ανεξάρτητης οικονομικής πολιτικής.

Οι διαπραγματεύσεις θα δείξουν σε ποιον βαθμό η κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να μετατρέψει την εμπορική αλληλεξάρτηση της Βόρειας Αμερικής σε ευρύτερη στρατηγική συνεργασία.

Η πραγματική μάχη δεν είναι οι δασμοί, αλλά ο έλεγχος της τεχνολογίας

Η αντιπαράθεση ΗΠΑ και Κίνας μετατοπίζεται ολοένα περισσότερο από τους παραδοσιακούς δασμούς στον έλεγχο κρίσιμων τεχνολογιών.

Οι προηγμένοι ημιαγωγοί, οι υποδομές τεχνητής νοημοσύνης και οι επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας αποτελούν βασικά πεδία αυτού του ανταγωνισμού.

Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να χρησιμοποιήσει τις εμπορικές συμφωνίες για να περιορίσει την πρόσβαση της Κίνας σε τεχνολογίες που θεωρεί στρατηγικά ευαίσθητες.

Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτής της πολιτικής δεν θα κριθεί μόνο από τον αριθμό των συμφωνιών που θα ανακοινωθούν.

Θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή των ελέγχων, τη συνεργασία των εθνικών αρχών και τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να προσφέρουν στους εταίρους τους οικονομικά και τεχνολογικά κίνητρα που αντισταθμίζουν το κόστος των περιορισμών.

Η αντίθεση ανάμεσα στη Μαλαισία και την Ταϊβάν αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη διαφορά.

Στην πρώτη περίπτωση, οι ανάγκες τεχνολογικής ανάπτυξης διατηρούν ισχυρό το ενδιαφέρον για κινεζικές λύσεις. Στη δεύτερη, η σύγκλιση συμφερόντων ασφαλείας με την Ουάσιγκτον διευκολύνει την εφαρμογή αυστηρότερων ελέγχων.

Για τον Λευκό Οίκο, το πραγματικό τεστ δεν θα είναι η επόμενη εμπορική υπογραφή, αλλά το εάν οι κυβερνήσεις που δεσμεύονται να συνεργαστούν με τις ΗΠΑ θα εφαρμόσουν αυτές τις δεσμεύσεις όταν συγκρούονται με τις δικές τους οικονομικές προτεραιότητες.

Πηγή: pagenews.gr

Βασίλης Διαμαντάκος
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Βασίλης Διαμαντάκος Δημοσιογράφος Διεθνούς Πολιτικής & Γεωπολιτικής Ανάλυσης
Καλύπτει διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, διπλωματικές σχέσεις και ζητήματα διεθνούς ασφάλειας. Διαθέτει περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στο διεθνές πολιτικό και γεωπολιτικό ρεπορτάζ, έχοντας παρακολουθήσει σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό. Απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις και τη Γεωπολιτική.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο