Ο πόλεμος με το Ιράν έχει ήδη ανατρέψει έναν από τους βασικούς κανόνες της παγκόσμιας οικονομίας.
Μία μεγάλη σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο, με τα Στενά του Ορμούζ σχεδόν κλειστά, ζημιές σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και σοβαρή διαταραχή στις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, θεωρητικά θα έπρεπε να έχει προκαλέσει παγκόσμια οικονομική κρίση.
Δεν την προκάλεσε.
Τουλάχιστον όχι ακόμη.
Η παγκόσμια οικονομία έχει αποδειχθεί πολύ πιο ανθεκτική από ό,τι περίμεναν αναλυτές και κυβερνήσεις όταν ξέσπασε ο πόλεμος.
Το πετρέλαιο δεν πήγε στα 200 δολάρια.
Οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες δεν κατέρρευσαν.
Η οικονομική δραστηριότητα δεν βυθίστηκε.
Και ο κόσμος συνεχίζει να αναπτύσσεται.
Όμως πίσω από αυτή την ανθεκτικότητα κρύβεται ένα πολύ πιο ανησυχητικό ερώτημα:
πόσο ακόμη μπορεί να συνεχιστεί;
Ο πόλεμος μπήκε στον όγδοο μήνα
Η σύγκρουση, που ξεκίνησε με την προσδοκία ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σχετικά γρήγορα στην ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος, έχει πλέον εισέλθει στον όγδοο μήνα χωρίς καθαρή στρατηγική κατάληξη.
Και αυτό αλλάζει δραματικά την οικονομική εξίσωση.
Ένα ενεργειακό σοκ μερικών εβδομάδων μπορεί να αντιμετωπιστεί.
Ένα σοκ πολλών μηνών αρχίζει να εξαντλεί:
αποθέματα,
δημοσιονομικά περιθώρια,
αντοχές επιχειρήσεων,
διαθέσιμη παραγωγική δυναμικότητα
και την υπομονή των αγορών.
Η διάρκεια έχει πλέον μετατραπεί στον σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου.
Το μεγάλο παράδοξο: Το πετρέλαιο δεν πήγε στα 200 δολάρια
Όταν η σύγκρουση ξέσπασε και η διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ διαταράχθηκε δραματικά, οι πιο απαισιόδοξες προβλέψεις μιλούσαν ακόμη και για 200 δολάρια το βαρέλι.
Δεν συνέβη.
Το Brent έφθασε σε υψηλό περίπου 126 δολαρίων την άνοιξη, αλλά στη συνέχεια υποχώρησε.
Σήμερα κινείται λίγο πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Η παγκόσμια οικονομία απέφυγε έτσι το ακραίο ενεργειακό σοκ που θα μπορούσε να προκαλέσει νέο κύμα πληθωρισμού και βαθιά ύφεση.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα εξαφανίστηκε.
Σημαίνει ότι ο κόσμος κατάφερε μέχρι σήμερα να το απορροφήσει.
Πώς ο κόσμος κατάφερε να κρατήσει το πετρέλαιο κοντά στα 100 δολάρια
Η απάντηση βρίσκεται σε μια τεράστια παγκόσμια επιχείρηση προσαρμογής.
Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακατεύθυναν ποσότητες πετρελαίου ώστε να παρακάμψουν τα Στενά του Ορμούζ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Νορβηγία αύξησαν τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η Κίνα περιόρισε τις εισαγωγές πετρελαίου.
Χώρες όπως η Ινδία και η Νιγηρία βοήθησαν μέσω της διυλιστικής τους δυναμικότητας.
Τα κράτη-μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας χρησιμοποίησαν στρατηγικά αποθέματα.
Παράλληλα, όπου ήταν δυνατόν πραγματοποιήθηκε μετάβαση από φυσικό αέριο σε άνθρακα, μειώθηκε η κατανάλωση και ενεργοποιήθηκαν εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς.
Με άλλα λόγια, δεν υπήρξε ένα «θαύμα» της αγοράς.
Υπήρξε μία τεράστια παγκόσμια αναδιάταξη ενεργειακών ροών.
Το Ορμούζ όμως παραμένει το πρόβλημα
Παρά την προσαρμογή, τα Στενά του Ορμούζ εξακολουθούν να αποτελούν τον μεγαλύτερο κίνδυνο.
Η κίνηση μέσω του στενού βρίσκεται περίπου στο ένα δέκατο των επιπέδων πριν από τον πόλεμο.
Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό.
Το Ορμούζ δεν είναι απλώς μία ακόμη θαλάσσια οδός.
Είναι ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά σημεία συμφόρησης του πλανήτη.
Από εκεί περνούσε πριν από τον πόλεμο τεράστιο μέρος του πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου που κατευθυνόταν στις διεθνείς αγορές.
Η παγκόσμια οικονομία κατάφερε να λειτουργήσει με πολύ μικρότερη χρήση του στενού.
Το ερώτημα είναι εάν μπορεί να το κάνει επ’ αόριστον.
Η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ έσωσαν την αγορά από το χειρότερο
Ένας από τους λόγους που δεν πραγματοποιήθηκαν τα σενάρια καταστροφής ήταν οι υποδομές παράκαμψης του Ορμούζ.
Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αξιοποίησαν εναλλακτικούς αγωγούς και διαδρομές εξαγωγής, επιτρέποντας σε κρίσιμες ποσότητες να συνεχίσουν να φθάνουν στην παγκόσμια αγορά.
Το ίδιο το ΔΝΤ αναγνωρίζει ότι η ανακατεύθυνση ενεργειακών φορτίων από τις χώρες του Κόλπου απέτρεψε ένα πολύ μεγαλύτερο σοκ.
Όμως και αυτές οι δυνατότητες έχουν όρια.
Οι εναλλακτικές υποδομές δεν μπορούν να αντικαταστήσουν πλήρως τη χωρητικότητα που προσέφερε το Ορμούζ.
Τα στρατηγικά αποθέματα δεν είναι ανεξάντλητα
Το δεύτερο μεγάλο «μαξιλάρι» ήταν τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου.
Οι κυβερνήσεις απελευθέρωσαν ποσότητες για να περιορίσουν τις ελλείψεις και τις αυξήσεις τιμών.
Αυτό λειτουργεί.
Αλλά μόνο προσωρινά.
Κάθε βαρέλι που βγαίνει από ένα στρατηγικό απόθεμα σήμερα είναι ένα βαρέλι που δεν θα υπάρχει αύριο εάν η κρίση επιδεινωθεί.
Και κάποια στιγμή τα αποθέματα πρέπει να αναπληρωθούν.
Αυτό σημαίνει νέα ζήτηση στην αγορά.
Εάν η αναπλήρωση συμπέσει με περιορισμένη προσφορά, η ίδια πολιτική που βοήθησε να συγκρατηθούν οι τιμές μπορεί αργότερα να λειτουργήσει προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Το επόμενο πρόβλημα δεν είναι το αργό – Είναι τα καύσιμα
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στη σημερινή ενεργειακή κρίση αφορά τα διυλισμένα προϊόντα.
Η αγορά μπορεί να έχει αρκετό αργό πετρέλαιο.
Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι διαθέτει αρκετό:
ντίζελ,
βενζίνη,
καύσιμο αεροσκαφών,
πετρέλαιο θέρμανσης.
Οι ζημιές σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και οι περιορισμοί στη διυλιστική δυναμικότητα έχουν μεταφέρει την πίεση από την ποσότητα του αργού στην ικανότητα μετατροπής του σε προϊόντα που χρειάζεται η πραγματική οικονομία.
Και αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί γρήγορα.
Το ντίζελ είναι το πραγματικό καμπανάκι
Το ντίζελ βρίσκεται στην καρδιά της παγκόσμιας οικονομίας.
Φορτηγά.
Γεωργία.
Κατασκευές.
Βιομηχανία.
Ναυτιλία.
Εφοδιαστικές αλυσίδες.
Όταν το ντίζελ ακριβαίνει, η αύξηση μεταφέρεται πολύ γρήγορα στο κόστος σχεδόν κάθε προϊόντος.
Οι τιμές του πετρελαίου μπορεί επομένως να φαίνονται διαχειρίσιμες σε σχέση με τα καταστροφικά σενάρια των 200 δολαρίων.
Αλλά οι πιέσεις στα προϊόντα διύλισης μπορούν να προκαλέσουν νέο πληθωριστικό κύμα ακόμη και χωρίς νέα έκρηξη της τιμής του Brent.
Ο κόσμος καταναλώνει λιγότερο πετρέλαιο για κάθε δολάριο ΑΕΠ
Υπάρχει όμως ένας δομικός λόγος για τον οποίο η παγκόσμια οικονομία αποδείχθηκε ανθεκτικότερη σε σχέση με τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970.
Η οικονομία σήμερα είναι λιγότερο εξαρτημένη από το πετρέλαιο ανά μονάδα παραγωγής.
Οι υπηρεσίες έχουν μεγαλύτερο βάρος.
Η ενεργειακή αποδοτικότητα έχει βελτιωθεί.
Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχουν επεκταθεί.
Η ηλεκτροκίνηση έχει αρχίσει να μειώνει μέρος της ζήτησης.
Η παραγωγή πετρελαίου είναι επίσης πολύ περισσότερο γεωγραφικά διαφοροποιημένη.
Οι ΗΠΑ, για παράδειγμα, είναι πλέον ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς υδρογονανθράκων στον κόσμο.
Αυτό σημαίνει ότι ένα σοκ στη Μέση Ανατολή παραμένει εξαιρετικά σοβαρό — αλλά δεν έχει ακριβώς την ίδια δύναμη που είχε πριν από 50 χρόνια.
Η Κίνα έκανε κάτι που παλαιότερα φαινόταν αδύνατο
Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η κινεζική ζήτηση.
Το Πεκίνο περιόρισε τις εισαγωγές πετρελαίου, συμβάλλοντας στην εξισορρόπηση της παγκόσμιας αγοράς.
Η δυνατότητα της Κίνας να περιορίσει τη ζήτηση δείχνει πόσο έχει αλλάξει η παγκόσμια ενεργειακή εξίσωση.
Η χώρα παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους καταναλωτές και εισαγωγείς πετρελαίου.
Όταν μειώνει τις αγορές της, δημιουργείται χώρος για άλλες οικονομίες.
Αυτό βοήθησε να αποφευχθεί ένας ανεξέλεγκτος ανταγωνισμός για τα διαθέσιμα βαρέλια.
Το τίμημα όμως υπάρχει
Η ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι η κρίση ήταν δωρεάν.
Οι χώρες του Κόλπου έχουν υποστεί σημαντικό οικονομικό πλήγμα.
Το ΔΝΤ αναμένει συρρίκνωση της οικονομίας του GCC το 2026, καθώς η παραγωγή υδρογονανθράκων έχει μειωθεί και η μη πετρελαϊκή δραστηριότητα έχει επιβραδυνθεί.
Το εμπόριο έχει πληγεί.
Η επιχειρηματική εμπιστοσύνη έχει υποχωρήσει.
Οι τιμές βασικών αγαθών έχουν αυξηθεί.
Οι θαλάσσιες μεταφορές είναι ακριβότερες.
Και η ζημιά στις ενεργειακές εγκαταστάσεις έχει μειώσει την παραγωγική ικανότητα.
Η παγκόσμια οικονομία απορρόφησε το σοκ.
Δεν το εξαφάνισε.
Ο νέος εχθρός είναι ο χρόνος
Αυτό είναι ίσως το κεντρικό συμπέρασμα.
Η παγκόσμια οικονομία έχει εργαλεία για να αντιμετωπίσει μία ενεργειακή κρίση.
Έχει εναλλακτικές πηγές.
Έχει αποθέματα.
Έχει αγωγούς.
Έχει δυνατότητα μείωσης της ζήτησης.
Έχει δημοσιονομικές παρεμβάσεις.
Αλλά όλα αυτά λειτουργούν καλύτερα όταν η κρίση είναι προσωρινή.
Όσο περνούν οι μήνες, οι εναλλακτικές λύσεις γίνονται ακριβότερες και τα περιθώρια μικρότερα.
Και τώρα έρχεται ο χειμώνας
Η μεγαλύτερη δοκιμασία μπορεί να βρίσκεται μπροστά.
Ο χειμώνας αυξάνει τη ζήτηση για ενέργεια στο βόρειο ημισφαίριο.
Θέρμανση.
Ηλεκτρικό ρεύμα.
Φυσικό αέριο.
Πετρέλαιο θέρμανσης.
Εάν η σύγκρουση συνεχιστεί και οι ενεργειακές ροές δεν ομαλοποιηθούν, η αυξημένη εποχική ζήτηση θα συναντήσει μία αγορά που έχει ήδη χρησιμοποιήσει μεγάλο μέρος των εφεδρειών της.
Η επικεφαλής του ΔΝΤ Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα το περιέγραψε με μια χαρακτηριστική προειδοποίηση:
«Ο χειμώνας έρχεται».
Και υπάρχει πλέον και η Τεχνητή Νοημοσύνη
Σαν να μην έφτανε η παραδοσιακή ενεργειακή ζήτηση, υπάρχει ένας νέος τεράστιος καταναλωτής:
η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Τα κέντρα δεδομένων απαιτούν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι επενδύσεις στην ΤΝ είναι ένας από τους βασικούς λόγους που η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει δυναμισμό.
Ταυτόχρονα όμως αυξάνουν τη ζήτηση για ενέργεια ακριβώς τη στιγμή που η προσφορά αντιμετωπίζει γεωπολιτικούς περιορισμούς.
Δημιουργείται έτσι ένα παράδοξο.
Η ΤΝ βοηθά να στηριχθεί η ανάπτυξη που αντισταθμίζει το σοκ του πολέμου.
Αλλά η ίδια η επενδυτική έκρηξη της ΤΝ αυξάνει τις ενεργειακές ανάγκες και μπορεί να κάνει το σοκ δυσκολότερο να απορροφηθεί.
Το δεύτερο «μαξιλάρι»: Η έκρηξη επενδύσεων στην ΤΝ
Υπάρχει ακόμη ένας λόγος που ο κόσμος δεν έχει διολισθήσει σε ύφεση.
Η τεράστια επενδυτική έκρηξη γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Κέντρα δεδομένων.
Ημιαγωγοί.
Δίκτυα ηλεκτρισμού.
Υποδομές.
Cloud.
Η τεχνολογική επενδυτική έκρηξη λειτουργεί ως αντιστάθμισμα στο αρνητικό ενεργειακό σοκ.
Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν γνωρίζει πόσο θα διαρκέσει.
Εάν οι επενδυτές αρχίσουν να αμφισβητούν τις αποδόσεις των τεράστιων κεφαλαίων που έχουν επενδυθεί στην ΤΝ, ένα από τα βασικά στηρίγματα της παγκόσμιας ανάπτυξης θα μπορούσε να εξασθενήσει την ίδια στιγμή που το ενεργειακό σοκ συνεχίζεται.
Το ΔΝΤ βλέπει δύο αντίθετες δυνάμεις
Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται έτσι ανάμεσα σε δύο τεράστιες δυνάμεις.
Από τη μία:
αρνητικό σοκ ενεργειακής προσφοράς.
Από την άλλη:
θετικό επενδυτικό σοκ από την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Μέχρι σήμερα το δεύτερο έχει βοηθήσει να αντισταθμιστεί μέρος του πρώτου.
Αλλά αυτή η ισορροπία είναι εύθραυστη.
Και η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα προειδοποιεί πλέον ότι υψηλές τιμές ενέργειας, τεράστιο δημόσιο χρέος και πιθανοί κίνδυνοι από την επενδυτική έκρηξη της ΤΝ δημιουργούν ένα ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον για τις κυβερνήσεις και τις κεντρικές τράπεζες.
Το Ιράν δεν έχει καταρρεύσει
Υπάρχει όμως και η γεωπολιτική πλευρά.
Ο πόλεμος δεν έχει επιτύχει μέχρι σήμερα μία καθαρή στρατηγική κατάληξη.
Το ιρανικό καθεστώς δεν έχει ανατραπεί.
Η δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου δεν έχει εξαφανιστεί οριστικά.
Το πυραυλικό πρόγραμμα δεν έχει εξουδετερωθεί.
Και η ιρανική περιφερειακή επιρροή δεν έχει εξαλειφθεί.
Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ακόμη ένα σαφές πολιτικό σημείο στο οποίο ο πόλεμος μπορεί να θεωρηθεί «τελειωμένος».
Και όσο δεν υπάρχει στρατηγική έξοδος, η οικονομική αβεβαιότητα παραμένει.
Ο Τραμπ μπροστά στο μεγάλο δίλημμα
Το επόμενο πολιτικό σημείο καμπής μπορεί να είναι οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές.
Μετά από αυτές, ο Ντόναλντ Τραμπ θα βρεθεί μπροστά σε μία δύσκολη επιλογή.
Να κλιμακώσει την πίεση στο Ιράν, επιχειρώντας να πετύχει τους στόχους που δεν έχουν επιτευχθεί μέχρι σήμερα.
Ή να αναζητήσει τρόπο εξόδου από μία σύγκρουση που αποδεικνύεται πολύ μεγαλύτερη και ακριβότερη από τις αρχικές προσδοκίες.
Και στις δύο περιπτώσεις, η απόφαση θα έχει τεράστιες συνέπειες για:
το πετρέλαιο,
τα Στενά του Ορμούζ,
τις αγορές ομολόγων,
τον πληθωρισμό,
τη Fed,
την ΕΚΤ
και την παγκόσμια ανάπτυξη.
Ο κόσμος άντεξε – Μέχρι τώρα
Αυτό είναι το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της κρίσης.
Η παγκόσμια οικονομία αποδείχθηκε πολύ πιο ευέλικτη από όσο θεωρούσαν οι περισσότεροι.
Οι παραγωγοί άλλαξαν διαδρομές.
Οι κυβερνήσεις άνοιξαν αποθέματα.
Οι καταναλωτές μείωσαν τη ζήτηση.
Νέοι παραγωγοί αύξησαν την προσφορά.
Τα διυλιστήρια προσαρμόστηκαν.
Η ενεργειακή μετάβαση περιόρισε μέρος της εξάρτησης.
Και η επενδυτική έκρηξη στην ΤΝ κράτησε ζωντανή την παγκόσμια ανάπτυξη.
Όμως τα περισσότερα από αυτά τα εργαλεία έχουν όρια.
Τα στρατηγικά αποθέματα τελειώνουν.
Οι εναλλακτικοί αγωγοί έχουν συγκεκριμένη χωρητικότητα.
Η μείωση της ζήτησης δεν μπορεί να συνεχίζεται για πάντα χωρίς οικονομικό κόστος.
Οι ζημιές στα διυλιστήρια χρειάζονται χρόνο για να αποκατασταθούν.
Και ο χειμώνας πλησιάζει.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν άντεξε – Είναι για πόσο ακόμη
Ο πόλεμος με το Ιράν έχει μέχρι σήμερα διαψεύσει τις πιο καταστροφικές προβλέψεις.
Αυτό όμως μπορεί να δημιουργήσει μια επικίνδυνη αίσθηση ασφάλειας.
Το γεγονός ότι η παγκόσμια οικονομία άντεξε επτά μήνες δεν σημαίνει ότι μπορεί να αντέξει άλλους επτά με το ίδιο κόστος.
Το Brent κοντά στα 100 δολάρια μπορεί να φαίνεται σχεδόν «φυσιολογικό» μετά τους φόβους για 200.
Δεν είναι.
Τα Στενά του Ορμούζ στο ένα δέκατο της κανονικής τους κίνησης δεν είναι μία νέα βιώσιμη ισορροπία.
Τα στρατηγικά αποθέματα δεν είναι μόνιμη πηγή παραγωγής.
Και η έκρηξη της ΤΝ δεν μπορεί να θεωρείται εγγυημένος κινητήρας ανάπτυξης για πάντα.
Ο κόσμος κατάφερε μέχρι σήμερα να αγοράσει χρόνο.
Τώρα το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν αυτός ο χρόνος θα χρησιμοποιηθεί για να υπάρξει διέξοδος από την κρίση.
Γιατί όσο ο πόλεμος συνεχίζεται, η οικονομική ανθεκτικότητα παύει σταδιακά να είναι δεδομένη.
Και το επόμενο σοκ μπορεί να βρει τον κόσμο με λιγότερα αποθέματα, ακριβότερο χρήμα και πολύ μικρότερα περιθώρια αντίδρασης.
