Οικονομία

Γαλλική «βόμβα» στην Ευρωζώνη: Ομόλογα στο κόκκινο, τραπεζικό ξεπούλημα και βουτιά στο Χρηματιστήριο

Γαλλική «βόμβα» στην Ευρωζώνη: Ομόλογα στο κόκκινο, τραπεζικό ξεπούλημα και βουτιά στο Χρηματιστήριο
Η δημοσιονομική και πολιτική κρίση στο Παρίσι συμπίπτει με την άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και την ενεργειακή ακρίβεια. Το γαλλικό δεκαετές στο 4,85%, το γερμανικό στο 3,48% και το ελληνικό στο 4,46%, σύμφωνα με τα στοιχεία της αγοράς που παρατίθενται. Στην Αθήνα, ο Γενικός Δείκτης έχασε 2,06%, οι τράπεζες υποχώρησαν 3,61% και ο τζίρος εκτινάχθηκε στα 622 εκατ. ευρώ.

La situation est désespérante. Η κατάσταση προκαλεί βαθιά ανησυχία στην Ευρωζώνη, με τη Γαλλία να βρίσκεται στο επίκεντρο μιας νέας αναταραχής που συνδυάζει δημοσιονομικούς κινδύνους, πολιτική αβεβαιότητα, υψηλές τιμές ενέργειας και ισχυρές ρευστοποιήσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Η πίεση δεν περιορίζεται πλέον στα γαλλικά κρατικά ομόλογα.

Επεκτείνεται στις ευρωπαϊκές τράπεζες, στις χρηματιστηριακές αγορές και στο κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων, καθώς οι επενδυτές επανεξετάζουν τους κινδύνους που συνδέονται με το δημόσιο χρέος και τις προοπτικές ανάπτυξης.

Το ελληνικό χρηματιστήριο βρέθηκε για δεύτερη συνεχόμενη συνεδρίαση αντιμέτωπο με ισχυρές πωλήσεις, με τις τραπεζικές μετοχές να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος της πίεσης.

Η συγκυρία αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων συμπίπτει με την αύξηση των τιμών του πετρελαίου.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα σύνθετο δίλημμα: πώς θα αντιμετωπίσει πιθανή αποσταθεροποίηση στις αγορές χρέους χωρίς να υπονομεύσει τη μάχη κατά του πληθωρισμού.

Γαλλία: Το δεκαετές στο 4,85% και η κρίση εμπιστοσύνης

Η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου έφτασε, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται για τη συνεδρίαση της Πέμπτης 8 Οκτωβρίου, στο 4,85%.

Πρόκειται για επίπεδο που αποτυπώνει σημαντική αύξηση του κόστους χρηματοδότησης της γαλλικής κυβέρνησης.

Η εξέλιξη συνδέεται με τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, αλλά και με την πολιτική αβεβαιότητα γύρω από την έγκριση του προϋπολογισμού.

Η γαλλική κυβέρνηση καλείται να περιορίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα, την ώρα που οι σχεδιαζόμενες περικοπές δαπανών, ύψους περίπου 45 δισ. ευρώ, προκαλούν κοινωνικές αντιδράσεις.

Η δυσκολία επίτευξης πολιτικής συμφωνίας ενισχύει την επιφυλακτικότητα των επενδυτών.

Όσο μεγαλύτερη είναι η αβεβαιότητα για τη δημοσιονομική πορεία μιας χώρας, τόσο υψηλότερη απόδοση μπορεί να απαιτούν οι αγορές για να χρηματοδοτήσουν το χρέος της.

Στην περίπτωση της Γαλλίας, η σημασία είναι ιδιαίτερα μεγάλη λόγω του μεγέθους της οικονομίας της και του ρόλου των γαλλικών κρατικών τίτλων στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Το στοιχείο που ανησυχεί: 137 μονάδες βάσης πάνω από τη Γερμανία

Η απόδοση του γερμανικού δεκαετούς ομολόγου διαμορφωνόταν στο 3,48%.

Η διαφορά με το γαλλικό δεκαετές έφτανε επομένως τις 137 μονάδες βάσης.

Το συγκεκριμένο περιθώριο αποτελεί ένδειξη του πρόσθετου κόστους που απαιτούν οι επενδυτές για να διακρατούν γαλλικό αντί γερμανικού κρατικού χρέους.

Η Γερμανία εξακολουθεί να αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για την αγορά κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης.

Όταν το περιθώριο ενός μεγάλου κράτους έναντι της Γερμανίας διευρύνεται, οι αγορές εξετάζουν κατά πόσο πρόκειται για προσωρινή αναταραχή ή για βαθύτερη επιδείνωση της δημοσιονομικής εμπιστοσύνης.

Η διαφορά δεν συνεπάγεται αυτομάτως κρίση εξυπηρέτησης χρέους.

Αποτελεί όμως σημαντικό δείκτη του τρόπου με τον οποίο αποτιμάται ο κίνδυνος.

Οι αποδόσεις των δεκαετών: Η εικόνα της πίεσης

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται για την αγορά ομολόγων:

  • Γαλλία: 4,85% – Στο επίκεντρο της δημοσιονομικής και πολιτικής αβεβαιότητας.
  • Γερμανία: 3,48% – Άνοδος των αποδόσεων ακόμη και στην αγορά αναφοράς της Ευρωζώνης.
  • Ηνωμένες Πολιτείες: 5,28% – Ισχυρές πιέσεις και στην αμερικανική αγορά κρατικού χρέους.
  • Ελλάδα: 4,46% – Έκθεση στη διεθνή άνοδο του κόστους δανεισμού.

Η σύγκριση δείχνει ότι η αναταραχή δεν αφορά αποκλειστικά τη Γαλλία.

Η άνοδος των αποδόσεων σε διαφορετικές αγορές συνδέεται με ευρύτερες ανησυχίες για τον πληθωρισμό, τη νομισματική πολιτική και τις δημοσιονομικές ανάγκες.

Ωστόσο, οι αιτίες δεν είναι ίδιες σε κάθε χώρα.

Στη Γαλλία, η πολιτική και δημοσιονομική αβεβαιότητα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αγορά επηρεάζεται και από τις προσδοκίες για τα επιτόκια και την προσφορά νέου κρατικού χρέους.

Για την Ελλάδα, η διεθνής αύξηση των αποδόσεων μπορεί να ανεβάσει το κόστος νέου δανεισμού, ακόμη και χωρίς αντίστοιχη μεταβολή στους εγχώριους δημοσιονομικούς δείκτες.

Η σκιά του 2010: Γιατί η σύγκριση χρειάζεται προσοχή

Η αναταραχή στη γαλλική αγορά ομολόγων έχει προκαλέσει συγκρίσεις με την ευρωπαϊκή κρίση χρέους που ξεκίνησε το 2010.

Η ιστορική αναφορά αποτυπώνει τον φόβο μετάδοσης της κρίσης από μία χώρα σε άλλες.

Ωστόσο, η σημερινή κατάσταση δεν ταυτίζεται με εκείνη την περίοδο.

Η Ευρωζώνη διαθέτει πλέον διαφορετικούς μηχανισμούς εποπτείας και εργαλεία αντιμετώπισης χρηματοπιστωτικών αναταράξεων.

Παράλληλα, η δημοσιονομική θέση, η δομή του χρέους και οι συνθήκες χρηματοδότησης της Γαλλίας διαφέρουν από την ελληνική περίπτωση της προηγούμενης δεκαετίας.

Η σύγκριση έχει επομένως περισσότερο χαρακτήρα προειδοποίησης για τις πιθανές συνέπειες μιας παρατεταμένης απώλειας εμπιστοσύνης.

Δεν αποτελεί απόδειξη ότι η Γαλλία βρίσκεται μπροστά σε κρίση αντίστοιχη της ελληνικής.

Η ΕΚΤ μπροστά στο δύσκολο δίλημμα

Η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων δημιουργεί πιέσεις στη νομισματική πολιτική.

Από τη μία πλευρά, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει αποστολή να διατηρεί τη σταθερότητα των τιμών.

Από την άλλη, μια απότομη και ανεξέλεγκτη αναταραχή στις αγορές ομολόγων μπορεί να επηρεάσει τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Στις αγορές κυκλοφορούν εκτιμήσεις για πιθανή παρέμβαση της ΕΚΤ, ακόμη και μέσα στον Οκτώβριο.

Ωστόσο, δεν έχει ανακοινωθεί επίσημη απόφαση για νέο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων.

Η ύπαρξη σχετικών συζητήσεων δεν σημαίνει ότι έχει ενεργοποιηθεί κάποιος μηχανισμός.

Η ΕΚΤ διαθέτει εργαλεία που μπορούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να χρησιμοποιηθούν για την αντιμετώπιση αδικαιολόγητων διαταραχών στη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής.

Η χρήση τους, όμως, εξαρτάται από θεσμικά κριτήρια και από την αξιολόγηση των συνθηκών.

Το πετρέλαιο προς τα 105 δολάρια περιπλέκει την εξίσωση

Στις ανησυχίες για το δημόσιο χρέος προστίθεται η νέα ενεργειακή πίεση.

Οι τιμές του πετρελαίου κινήθηκαν, σύμφωνα με τα στοιχεία της αγοράς που παρατίθενται, από τα 101 δολάρια το βαρέλι το βράδυ της Τετάρτης προς τα 105 δολάρια την Πέμπτη.

Η άνοδος του πετρελαίου επηρεάζει άμεσα το κόστος μεταφορών, παραγωγής και λειτουργίας των επιχειρήσεων.

Παράλληλα, μπορεί να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις, εφόσον διατηρηθεί και μεταφερθεί στις τελικές τιμές.

Για την Ευρωζώνη, η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα σημαντική λόγω της εξάρτησης πολλών παραγωγικών δραστηριοτήτων από εισαγόμενα ενεργειακά προϊόντα.

Η αύξηση του ενεργειακού κόστους μπορεί να περιορίσει τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Αυτό δυσκολεύει τη νομισματική πολιτική.

Μια οικονομία που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα υψηλότερο πληθωρισμό και επιβράδυνση της δραστηριότητας δημιουργεί ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες για τις κεντρικές τράπεζες.

Οι τράπεζες στην πρώτη γραμμή των πωλήσεων

Οι τραπεζικές μετοχές δέχονται ιδιαίτερες πιέσεις όταν οι αγορές κρατικού χρέους παρουσιάζουν έντονες διακυμάνσεις.

Οι τράπεζες διαθέτουν χαρτοφυλάκια ομολόγων και εξαρτώνται από την ομαλή λειτουργία των αγορών χρηματοδότησης.

Όταν οι αποδόσεις των ομολόγων αυξάνονται, οι τιμές των ήδη εκδομένων τίτλων υποχωρούν.

Αυτό μπορεί να δημιουργήσει αποτιμητικές απώλειες σε χαρτοφυλάκια, ανάλογα με τη λογιστική τους ταξινόμηση και τον τρόπο διαχείρισης των κινδύνων.

Παράλληλα, η άνοδος των επιτοκίων μπορεί να αυξήσει το κόστος άντλησης κεφαλαίων.

Η επίδραση στην κερδοφορία δεν είναι μονοσήμαντη.

Υψηλότερα επιτόκια μπορούν να ενισχύσουν ορισμένα επιτοκιακά έσοδα.

Ωστόσο, η επιβάρυνση των δανειοληπτών μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους για την ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων.

Αυτή η σύνθετη σχέση εξηγεί γιατί οι τράπεζες βρίσκονται συχνά στο επίκεντρο των χρηματιστηριακών πιέσεων σε περιόδους έντονης μεταβλητότητας των ομολόγων.

Ευρωπαϊκά χρηματιστήρια: Πωλήσεις με επίκεντρο τον χρηματοπιστωτικό κλάδο

Οι ευρωπαϊκές αγορές κατέγραψαν νέες απώλειες στη συνεδρίαση της Πέμπτης.

Λίγο μετά τις 17.00, ώρα Ελλάδας, ο γερμανικός DAX υποχωρούσε κατά 0,7%.

Ο γαλλικός CAC κατέγραφε πτώση 0,15%, ενώ ο ιταλικός FTSE MIB έχανε 0,6%.

Ο Euro Stoxx 50 υποχωρούσε κατά 0,4%.

Οι απώλειες συνδέονται με τη γενικότερη αναπροσαρμογή των επενδυτικών θέσεων απέναντι στους αυξημένους κινδύνους.

Στο Παρίσι, η αγορά εμφάνισε προσπάθειες απορρόφησης των αρχικών πιέσεων.

Ωστόσο, η μικρότερη ημερήσια υποχώρηση του γαλλικού χρηματιστηριακού δείκτη δεν σημαίνει ότι έχει αποκλιμακωθεί η δημοσιονομική αβεβαιότητα.

Οι αγορές μετοχών και ομολόγων αντιδρούν σε διαφορετικούς παράγοντες και δεν ακολουθούν πάντοτε την ίδια πορεία.

Η Wall Street δεν μένει ανεπηρέαστη

Η πίεση στις αποδόσεις των ομολόγων έχει και διεθνή διάσταση.

Στην έναρξη της αμερικανικής συνεδρίασης, ο Dow Jones κατέγραφε οριακές απώλειες.

Ο S&P 500 υποχωρούσε κατά 0,28% και ο Nasdaq κατά 0,6%.

Η απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς ομολόγου διαμορφωνόταν στο 5,28%.

Η άνοδος των αποδόσεων επηρεάζει τις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις επειδή αυξάνει το κόστος κεφαλαίου και μεταβάλλει την παρούσα αξία των αναμενόμενων μελλοντικών κερδών.

Η επίδραση είναι συχνά εντονότερη σε επιχειρήσεις των οποίων η αποτίμηση βασίζεται σε υψηλές προσδοκίες μελλοντικής ανάπτυξης.

Παράλληλα, οι επενδυτές συγκρίνουν τις αποδόσεις που προσφέρουν οι μετοχές με εκείνες των κρατικών τίτλων.

Όταν οι αποδόσεις των ομολόγων αυξάνονται σημαντικά, οι επιλογές τοποθέτησης κεφαλαίων επανεξετάζονται.

Ευρώ στα 1,12 δολάρια – Η αγορά συναλλάγματος παρακολουθεί

Η ισοτιμία ευρώ/δολαρίου διαμορφωνόταν κοντά στο 1,12.

Η εξέλιξη δείχνει ότι η ένταση στην αγορά κρατικών ομολόγων δεν συνοδεύτηκε, στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο, από αντίστοιχη απότομη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας.

Ωστόσο, η πορεία του ευρώ επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες.

Οι προσδοκίες για τα επιτόκια της ΕΚΤ και της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, η διαφορά των αποδόσεων και οι οικονομικές προοπτικές των δύο περιοχών έχουν καθοριστικό ρόλο.

Η διεύρυνση των επιτοκιακών διαφορών μπορεί να επηρεάσει τις διεθνείς ροές κεφαλαίων.

Παράλληλα, η αυξημένη μεταβλητότητα δημιουργεί μεγαλύτερες ανάγκες αντιστάθμισης συναλλαγματικού κινδύνου για επιχειρήσεις και επενδυτές.

Χρηματιστήριο Αθηνών: Δεύτερη ημέρα ισχυρών απωλειών

Η ελληνική αγορά βρέθηκε στο επίκεντρο έντονων ρευστοποιήσεων.

Ο Γενικός Δείκτης ολοκλήρωσε τη συνεδρίαση της Πέμπτης στις 2.568,05 μονάδες, καταγράφοντας πτώση 2,06%.

Πρόκειται για δεύτερη διαδοχική συνεδρίαση ισχυρών απωλειών.

Ενδοσυνεδριακά, ο δείκτης υποχώρησε μέχρι τις 2.540 μονάδες.

Στο τελευταίο μέρος της συνεδρίασης εμφανίστηκαν αγοραστές, με αποτέλεσμα να περιοριστεί μέρος της πτώσης.

Η αντίδραση αυτή δεν ανέτρεψε τη συνολική αρνητική εικόνα.

Οι πωλήσεις παρέμειναν ισχυρές, ενώ η αξία συναλλαγών έφτασε τα 622 εκατ. ευρώ.

Ο ιδιαίτερα υψηλός τζίρος αποτυπώνει τη μεγάλη κινητικότητα των επενδυτικών χαρτοφυλακίων.

Δεν αποδεικνύει, από μόνος του, ότι όλες οι συναλλαγές αποτελούσαν έξοδο ξένων κεφαλαίων από την ελληνική αγορά.

Τράπεζες: Πτώση 3,61% και συναλλαγές 300 εκατ. ευρώ

Οι τραπεζικές μετοχές βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της πτώσης.

Ο τραπεζικός δείκτης υποχώρησε κατά 3,61%.

Στις τέσσερις συστημικές τράπεζες πραγματοποιήθηκαν συναλλαγές περίπου 300 εκατ. ευρώ.

Το ποσό αντιστοιχεί σε σχεδόν 48% του συνολικού τζίρου της αγοράς.

Η συγκέντρωση αυτή δείχνει τη βαρύτητα του τραπεζικού κλάδου στη συγκεκριμένη συνεδρίαση.

Οι ελληνικές τράπεζες επηρεάζονται από τις ευρωπαϊκές προσδοκίες για τα επιτόκια, τις διεθνείς συνθήκες χρηματοδότησης και τη διάθεση ανάληψης κινδύνου των επενδυτών.

Η υποχώρηση των μετοχών τους δεν συνεπάγεται αυτομάτως επιδείνωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας.

Ωστόσο, η ένταση των πωλήσεων δείχνει ότι ο κλάδος αντιμετωπίζεται ως ιδιαίτερα ευαίσθητος στις μεταβολές του χρηματοπιστωτικού περιβάλλοντος.

Μόλις 17 μετοχές ανέβηκαν – 102 έκλεισαν με απώλειες

Η έκταση της πτώσης αποτυπώνεται στην αναλογία ανοδικών και πτωτικών μετοχών.

Μόλις 17 τίτλοι ολοκλήρωσαν τη συνεδρίαση με κέρδη.

Αντίθετα, 102 μετοχές έκλεισαν με απώλειες.

Η αναλογία πλησίασε τις έξι πτωτικές μετοχές για κάθε μία ανοδική.

Αυτό δείχνει ότι η πίεση δεν περιορίστηκε στις τράπεζες.

Επεκτάθηκε σε μεγάλο μέρος της χρηματιστηριακής αγοράς.

Ο δείκτης υψηλής κεφαλαιοποίησης FTSE 25 υποχώρησε κατά 2,16%.

Ο δείκτης μεσαίας κεφαλαιοποίησης κατέγραψε απώλειες 2,43%.

Η ταυτόχρονη υποχώρηση διαφορετικών κατηγοριών μετοχών αποτελεί ένδειξη γενικευμένης αποστροφής κινδύνου κατά τη συγκεκριμένη συνεδρίαση.

Οι μετοχές που εμφάνισαν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα

Παρά το αρνητικό κλίμα, ορισμένοι τίτλοι παρουσίασαν καλύτερη συμπεριφορά.

Στη μεγάλη κεφαλαιοποίηση, η ΔΕΗ, η Allwyn, η Motor Oil, τα Ελληνικά Πετρέλαια και η Coca-Cola HBC εμφάνισαν σχετική ανθεκτικότητα.

Καλύτερη εικόνα καταγράφηκε επίσης στις ναυτιλιακές Safe Bulkers και Star Bulk.

Στη μικρή και μεσαία κεφαλαιοποίηση, ξεχώρισαν η Sarantis, η Trastor και η Austriacard.

Η καλύτερη συμπεριφορά αυτών των μετοχών δεν σημαίνει ότι έμειναν ανεπηρέαστες από το διεθνές περιβάλλον.

Αποτυπώνει όμως τη διαφοροποίηση των επενδυτικών επιλογών σε μια συνεδρίαση γενικευμένων πιέσεων.

Τι σημαίνει για την Ελλάδα η άνοδος του δεκαετούς στο 4,46%

Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου διαμορφωνόταν στο 4,46%.

Το επίπεδο αυτό αντανακλά την ευρύτερη άνοδο του κόστους δανεισμού στις διεθνείς αγορές.

Για το Ελληνικό Δημόσιο, οι υψηλότερες αποδόσεις μπορούν να αυξήσουν το κόστος νέων εκδόσεων ομολόγων.

Ωστόσο, η επίπτωση δεν μεταφέρεται άμεσα στο σύνολο του υφιστάμενου δημόσιου χρέους.

Η διάρθρωση των λήξεων και το ποσοστό των υποχρεώσεων με σταθερό επιτόκιο παίζουν σημαντικό ρόλο.

Η ελληνική οικονομία επηρεάζεται επίσης μέσω των τραπεζών και των επιχειρήσεων.

Όταν αυξάνεται το κόστος χρηματοδότησης στις διεθνείς αγορές, μπορεί να επιβαρυνθεί σταδιακά και η πρόσβαση των επιχειρήσεων σε νέα κεφάλαια.

Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία για επενδυτικά σχέδια που απαιτούν σημαντική δανειακή χρηματοδότηση.

Η μεγάλη απειλή: Από τη Γαλλία στην υπόλοιπη Ευρωζώνη

Η βασική ανησυχία των αγορών αφορά το ενδεχόμενο μετάδοσης των πιέσεων.

Η Γαλλία είναι μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα κρατικά της ομόλογα διακρατούνται από τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, επενδυτικά κεφάλαια και άλλους θεσμικούς επενδυτές.

Μια παρατεταμένη άνοδος των αποδόσεων μπορεί να επηρεάσει τις αποτιμήσεις αυτών των χαρτοφυλακίων.

Παράλληλα, εάν η αναταραχή αυξήσει την επιφυλακτικότητα απέναντι στα κρατικά ομόλογα γενικότερα, μπορεί να επιβαρύνει το κόστος χρηματοδότησης και άλλων χωρών.

Η μετάδοση, ωστόσο, δεν είναι αναπόφευκτη.

Εξαρτάται από την πορεία των δημοσιονομικών εξελίξεων, την εμπιστοσύνη των επενδυτών και την αντίδραση των ευρωπαϊκών θεσμών.

Το τρίπτυχο που θα καθορίσει τις επόμενες συνεδριάσεις

Οι αγορές παρακολουθούν πλέον τρεις βασικούς παράγοντες.

Πρώτον, την πολιτική διαχείριση της δημοσιονομικής κρίσης στη Γαλλία.

Η δυνατότητα επίτευξης συμφωνίας για τον προϋπολογισμό θα επηρεάσει τις προσδοκίες των επενδυτών.

Δεύτερον, την πορεία των τιμών του πετρελαίου.

Η διατήρηση υψηλών ενεργειακών τιμών μπορεί να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις και να περιορίσει τα περιθώρια χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής.

Τρίτον, την αντίδραση της ΕΚΤ.

Οι αγορές θα εξετάσουν εάν η Φρανκφούρτη θεωρεί ότι οι διακυμάνσεις αποτελούν φυσιολογική αναπροσαρμογή του κινδύνου ή ότι απειλούν την ομαλή λειτουργία της νομισματικής πολιτικής.

Η Ευρωζώνη μπροστά σε μια δύσκολη ισορροπία

Η αναταραχή στις αγορές αναδεικνύει τη στενή σύνδεση δημοσιονομικής πολιτικής, τραπεζικού συστήματος και ενεργειακού κόστους.

Η Γαλλία βρίσκεται στο επίκεντρο λόγω του πολιτικού αδιεξόδου και της αύξησης των αποδόσεων των κρατικών τίτλων.

Η άνοδος του πετρελαίου επιβαρύνει τις προοπτικές πληθωρισμού.

Οι ευρωπαϊκές τράπεζες αντιμετωπίζουν αυξημένη χρηματιστηριακή μεταβλητότητα.

Και το ελληνικό χρηματιστήριο δέχεται τις συνέπειες της διεθνούς αποστροφής κινδύνου.

Η μεγάλη πρόκληση για την Ευρωζώνη είναι να αποτρέψει τη μετατροπή μιας δημοσιονομικής και πολιτικής αναταραχής σε ευρύτερη κρίση χρηματοδότησης.

Η εξέλιξη δεν έχει προδιαγεγραμμένη κατάληξη.

Ωστόσο, οι αποδόσεις των ομολόγων, οι τραπεζικές μετοχές και η πορεία των ενεργειακών τιμών δείχνουν ότι οι επενδυτές επανεκτιμούν πλέον πιο αυστηρά τους κινδύνους.

Για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι ότι η εγχώρια χρηματιστηριακή αγορά παραμένει στενά συνδεδεμένη με το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό περιβάλλον.

Η αποκλιμάκωση της αναταραχής θα εξαρτηθεί από τις πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία, τη σταθεροποίηση των αγορών χρέους και τη διαμόρφωση των διεθνών ενεργειακών τιμών.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο