Μια σύνθετη διπλωματική τοποθέτηση, με σαφείς προεκτάσεις για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, την ενεργειακή ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου και τις ισορροπίες μεταξύ Τουρκίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης, πραγματοποίησε ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, κατά την παρουσία του στις Βρυξέλλες.
Μιλώντας στις 20 Οκτωβρίου στο European Policy Centre και απαντώντας σε ερωτήσεις της ελληνικής εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ», ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας παρουσίασε τις θέσεις της Άγκυρας για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, το καθεστώς των θαλάσσιων ζωνών, την απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης του 1995 και τη λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα».
Το σημαντικότερο στοιχείο των δηλώσεών του βρίσκεται στη διατύπωση μιας συγκεκριμένης τουρκικής απαίτησης: πριν από τις θαλάσσιες έρευνες για το καλώδιο, η Τουρκία ζητά γραπτή ενημέρωση με τις συντεταγμένες των δραστηριοτήτων.
Η Άγκυρα παρουσιάζει την απαίτηση ως τεχνική διαδικασία που αποσκοπεί στην αποφυγή εντάσεων. Ωστόσο, η σύνδεσή της με τη διατήρηση του status quo δημιουργεί ένα ουσιαστικό διπλωματικό ερώτημα: πρόκειται για απλή ενημέρωση ναυσιπλοΐας ή για προσπάθεια καθιέρωσης διαδικασίας στην οποία η Τουρκία θα αποκτήσει λόγο επί δραστηριοτήτων σε θαλάσσιες περιοχές που διεκδικεί;
Η διάκριση έχει καθοριστική σημασία, καθώς άλλο είναι η ανταλλαγή πληροφοριών για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και άλλο η αναγνώριση αρμοδιότητας έγκρισης ή παρεμπόδισης ερευνών.
Η απαίτηση για το καλώδιο: Γραπτές συντεταγμένες και διατήρηση του status quo
Ο Χακάν Φιντάν υποστήριξε ότι η Τουρκία δεν αντιτίθεται κατ’ αρχήν στο έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας και Κύπρου.
Ωστόσο, διευκρίνισε ότι η στάση αυτή συνοδεύεται από συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Σύμφωνα με τις δηλώσεις του, η Άγκυρα επιθυμεί γραπτή ενημέρωση για τις θαλάσσιες έρευνες, στην οποία θα προσδιορίζονται οι σχετικές γεωγραφικές συντεταγμένες.
Η τοποθέτηση αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή ο Τούρκος υπουργός συνέδεσε την απαίτηση με την αποφυγή δημιουργίας νέου προηγουμένου στις θαλάσσιες διαφορές.
Αυτό είναι το κεντρικό γεωπολιτικό στοιχείο της παρέμβασής του.
Η Τουρκία δεν περιορίζεται στην εξέταση των τεχνικών χαρακτηριστικών ενός ενεργειακού έργου. Εντάσσει τις δραστηριότητες που απαιτούνται για την υλοποίησή του στο ευρύτερο πλαίσιο των αμφισβητήσεων για τις θαλάσσιες ζώνες.
Από ελληνικής πλευράς, το ζήτημα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο, καθώς η αποδοχή μιας διαδικασίας ενημέρωσης δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί ως αποδοχή τουρκικής δικαιοδοσίας σε περιοχές όπου η Αθήνα θεωρεί ότι διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα.
Η τεχνική φύση των ερευνών δεν καταργεί τη νομική διάκριση ανάμεσα στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, στην επιστημονική έρευνα και στις εργασίες εγκατάστασης υποθαλάσσιων καλωδίων.
Το ενεργειακό δίλημμα που θέτει ο Ερντογάν: Καλώδιο από την Ελλάδα ή ηλεκτρισμός από την Τουρκία;
Μια δεύτερη σημαντική διάσταση των δηλώσεων Φιντάν αφορά την οικονομική και ενεργειακή σκοπιμότητα της διασύνδεσης.
Ο Τούρκος υπουργός ανέφερε ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει θέσει το ζήτημα σε συνομιλίες με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ενώ έκανε αναφορά και στον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν.
Σύμφωνα με την παρουσίασή του, η τουρκική πλευρά θεωρεί ότι η ηλεκτροδότηση της Κύπρου από την ηπειρωτική Τουρκία θα μπορούσε να αποτελέσει εναλλακτική λύση σε ένα μεγάλης κλίμακας υποθαλάσσιο έργο.
Ο Φιντάν επικαλέστηκε τη μικρότερη γεωγραφική απόσταση της Τουρκίας από την Κύπρο και το υψηλό κόστος του σχεδιαζόμενου καλωδίου.
Η επιχειρηματολογία αυτή δεν είναι μόνο οικονομική.
Αντανακλά δύο διαφορετικές προσεγγίσεις για την ενεργειακή αρχιτεκτονική της περιοχής.
Η πρώτη αφορά την ευρωπαϊκή στρατηγική ηλεκτρικής διασύνδεσης, μέσω της οποίας επιδιώκεται η σύνδεση της Κύπρου με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα.
Η δεύτερη, την οποία προβάλλει η Άγκυρα, αφορά την ενίσχυση των ενεργειακών συνδέσεων μέσω τουρκικών υποδομών.
Στην πρώτη περίπτωση, η Κύπρος ενισχύει τη διασύνδεσή της με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη δεύτερη, θα δημιουργούνταν μια διαφορετική σχέση ενεργειακής εξάρτησης και αλληλεξάρτησης με την Τουρκία.
Η οικονομική σύγκριση, επομένως, δεν μπορεί να περιοριστεί στο μήκος του καλωδίου ή στο αρχικό κόστος κατασκευής. Περιλαμβάνει την ασφάλεια εφοδιασμού, τη δυνατότητα διαφοροποίησης πηγών, τις ρυθμιστικές απαιτήσεις και τις γεωπολιτικές συνέπειες κάθε επιλογής.
Το διεθνές δίκαιο και η κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην ενημέρωση και την άδεια
Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση των θαλάσσιων δραστηριοτήτων.
Το άρθρο 58 αναγνωρίζει ελευθερίες που αφορούν, μεταξύ άλλων, την τοποθέτηση υποθαλάσσιων καλωδίων στην αποκλειστική οικονομική ζώνη.
Το άρθρο 79 προβλέπει αντίστοιχες ρυθμίσεις για την υφαλοκρηπίδα, με τις ειδικές προϋποθέσεις που προβλέπει η Σύμβαση.
Ωστόσο, η νομική αξιολόγηση των ερευνών εξαρτάται από τη φύση τους, την ακριβή θαλάσσια περιοχή και το εφαρμοστέο καθεστώς.
Δεν ταυτίζονται όλες οι εργασίες ενός ερευνητικού πλοίου με την ίδια νομική δραστηριότητα.
Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, η πρόκληση είναι να προχωρήσει η υλοποίηση του έργου χωρίς διαδικασίες που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως αναγνώριση πρόσθετων τουρκικών δικαιωμάτων.
Αντίστοιχα, η τουρκική πλευρά επιδιώκει να αποτρέψει ενέργειες τις οποίες θεωρεί ότι μεταβάλλουν την υφιστάμενη κατάσταση.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της αντιπαράθεσης: η Ελλάδα και η Τουρκία δεν διαφωνούν μόνο για την εκτέλεση των εργασιών, αλλά και για το ποια κρατική αρμοδιότητα μπορεί να ασκηθεί στις επίμαχες θαλάσσιες περιοχές.
Casus belli: Η Άγκυρα επιχειρεί να αλλάξει την ερμηνεία, όχι την απόφαση του 1995
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι αναφορές του Χακάν Φιντάν στην απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης του 1995.
Ο Τούρκος υπουργός αμφισβήτησε τον χαρακτηρισμό της ως απειλής πολέμου, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για κοινοβουλευτική δήλωση και όχι για νόμο.
Η επιχειρηματολογία του στηρίζεται στη διάκριση ανάμεσα στη νομική μορφή της απόφασης και στην πολιτική της σημασία.
Ωστόσο, η ουσία της τουρκικής θέσης παραμένει ότι η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο θα προκαλούσε τουρκική αντίδραση με όλα τα αναγκαία μέτρα, όπως προβλέπει η συγκεκριμένη απόφαση.
Η Ελλάδα θεωρεί την απειλή αυτή ασύμβατη με τις αρχές του διεθνούς δικαίου και της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών.
Το άρθρο 3 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει στα κράτη δικαίωμα καθορισμού χωρικής θάλασσας έως 12 ναυτικά μίλια.
Παράλληλα, η Σύμβαση περιλαμβάνει κανόνες οριοθέτησης μεταξύ κρατών με απέναντι ή παρακείμενες ακτές.
Η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση, ενώ αμφισβητεί την εφαρμογή συγκεκριμένων ρυθμίσεων στο Αιγαίο με βάση τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητές του.
Η ελληνική θέση είναι ότι το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων απορρέει από το διεθνές δίκαιο και δεν μπορεί να τελεί υπό την απειλή στρατιωτικής αντίδρασης.
Συνεπώς, η προσπάθεια του Φιντάν να παρουσιάσει την απόφαση του 1995 ως μέτρο διατήρησης της ειρήνης δεν αναιρεί την ύπαρξη της βαθιάς νομικής και πολιτικής διαφωνίας.
Γιατί ο Φιντάν μιλά για το casus belli στις Βρυξέλλες
Η χρονική στιγμή της παρέμβασης δεν είναι αδιάφορη.
Η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει τη συμμετοχή της στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας, προβάλλοντας τη στρατιωτική της ισχύ, τη γεωγραφική της θέση και τη σημασία της για το ΝΑΤΟ.
Στο πλαίσιο αυτό, το ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό εργαλείο SAFE και η δυνατότητα συμμετοχής τρίτων χωρών στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία αποτελούν σημαντικά ζητήματα.
Για την Αθήνα, η διατήρηση της τουρκικής απειλής έναντι της επέκτασης των χωρικών υδάτων δημιουργεί ουσιαστικό πολιτικό πρόβλημα ως προς την εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η προσπάθεια του Φιντάν να αποσυνδέσει την απόφαση του 1995 από τον όρο casus belli μπορεί επομένως να ερμηνευθεί και ως προσπάθεια περιορισμού αυτού του επιχειρήματος.
Δεν συνιστά όμως από μόνη της μεταβολή της τουρκικής πολιτικής.
Μια ουσιαστική αλλαγή θα απαιτούσε σαφή διαφοροποίηση από το περιεχόμενο της κοινοβουλευτικής απόφασης ή ανάκλησή της.
«Γαλάζια Πατρίδα»: Η διάψευση για το νομοσχέδιο και όσα παραμένουν ανοιχτά
Ο Χακάν Φιντάν αναφέρθηκε και στο ενδεχόμενο νομοθετικής πρωτοβουλίας για τη λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα».
Διευκρίνισε ότι δεν υπάρχει σχετικό νομοσχέδιο, ενώ ανέφερε πως το ζήτημα του θαλάσσιου πάρκου δεν έχει ακόμη συζητηθεί.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση περιορίζει, τουλάχιστον στο επίπεδο της παρούσας κυβερνητικής ατζέντας, τις προσδοκίες για άμεση νομοθετική εξέλιξη.
Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η Τουρκία εγκαταλείπει τις ευρύτερες θαλάσσιες διεκδικήσεις της.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» έχει χρησιμοποιηθεί ως στρατηγικό πλαίσιο για την προβολή των τουρκικών θέσεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η απουσία ενός συγκεκριμένου νομοσχεδίου δεν ισοδυναμεί με εγκατάλειψη αυτών των θέσεων.
Ελληνοτουρκικά: Η ηρεμία στο Αιγαίο και οι αιχμές κατά της ελληνικής πολιτικής σκηνής
Ο Φιντάν αναγνώρισε ότι μετά τον Μάιο του 2023 οι δύο κυβερνήσεις επέλεξαν να περιορίσουν τις εντάσεις και να δώσουν προτεραιότητα στα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Υποστήριξε επίσης ότι το Αιγαίο έχει γίνει πιο ήρεμο τα τελευταία τρία χρόνια.
Η διαπίστωση αυτή αντανακλά τη σημασία που αποδίδουν Αθήνα και Άγκυρα στη διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας.
Ωστόσο, ο Τούρκος υπουργός συνόδευσε την αναφορά στην αποκλιμάκωση με επικρίσεις για την ελληνική εσωτερική πολιτική.
Υποστήριξε ότι η ρητορική κατά της Τουρκίας χρησιμοποιείται για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους και εμποδίζει τη λήψη αποφάσεων για την επίλυση των διαφορών.
Πρόκειται για πολιτική ερμηνεία της τουρκικής πλευράς, όχι για αντικειμενική διαπίστωση ως προς τα αίτια των ελληνοτουρκικών διαφωνιών.
Από ελληνικής πλευράς, οι διαφορές για την υφαλοκρηπίδα, την ΑΟΖ και την έκταση των χωρικών υδάτων έχουν συγκεκριμένο νομικό και διπλωματικό περιεχόμενο που δεν εξαντλείται στις εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Ο παράγοντας Ερντογάν και η πρόσκληση για πολιτική συμφωνία
Ένα ακόμη στοιχείο των δηλώσεων αφορά την προσωπική αναφορά του Φιντάν στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Ο υπουργός Εξωτερικών παρουσίασε τον Τούρκο πρόεδρο ως πολιτικό ηγέτη που διαθέτει τη νομιμοποίηση και τη βούληση να επιδιώξει λύσεις στα εκκρεμή ζητήματα.
Η αναφορά αυτή λειτουργεί ως μήνυμα προς την Αθήνα ότι η Άγκυρα θεωρεί πως υπάρχει πολιτικό περιθώριο διαπραγμάτευσης.
Παράλληλα, όμως, δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα: σε ποιο ακριβώς πλαίσιο θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μια τέτοια διαπραγμάτευση;
Η ελληνική θέση περιορίζει την προς οριοθέτηση διαφορά στην υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ, ενώ η τουρκική ατζέντα περιλαμβάνει ευρύτερα ζητήματα.
Αυτή η απόκλιση ως προς το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εμπόδιο.
Η γεωπολιτική σημασία του καλωδίου: Η Ανατολική Μεσόγειος ως πεδίο ενεργειακής ισχύος
Το έργο Great Sea Interconnector δεν αποτελεί απλώς μια υποδομή μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Η σύνδεση της Κύπρου με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο συνδέεται με την ενεργειακή ασφάλεια, την περιφερειακή συνεργασία και τη στρατηγική ανθεκτικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η υλοποίησή του θα μπορούσε να περιορίσει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και να διευκολύνει την ενσωμάτωση περισσότερων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Ταυτόχρονα, η γεωγραφική του διαδρομή διασταυρώνεται με τις διαφορετικές ερμηνείες Αθήνας και Άγκυρας για τη θαλάσσια δικαιοδοσία.
Αυτό εξηγεί γιατί ακόμη και οι προπαρασκευαστικές έρευνες αποκτούν ευρύτερη διπλωματική σημασία.
Η Τουρκία επιδιώκει να διατηρήσει ενεργό ρόλο στις εξελίξεις της Ανατολικής Μεσογείου.
Η Ελλάδα και η Κύπρος επιδιώκουν να υλοποιήσουν ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό έργο χωρίς να τεθούν υπό αμφισβήτηση οι νομικές τους θέσεις.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, από την πλευρά της, καλείται να συνδυάσει την ενεργειακή ολοκλήρωση με τη διαχείριση μιας διαχρονικής διαφοράς μεταξύ κράτους-μέλους και υποψήφιας προς ένταξη χώρας.
Τα τρία κρίσιμα ερωτήματα για την Αθήνα
Η επόμενη φάση των εξελίξεων θα κριθεί σε τρία επίπεδα.
Πρώτον, εάν η τουρκική απαίτηση για γραπτή ενημέρωση θα παραμείνει αίτημα τεχνικής επικοινωνίας ή θα συνδεθεί με αξίωση προηγούμενης συναίνεσης.
Δεύτερον, εάν οι αναφορές του Φιντάν στο casus belli θα συνοδευτούν από ουσιαστικές πρωτοβουλίες αποκλιμάκωσης ή θα παραμείνουν μια διαφορετική παρουσίαση της υφιστάμενης τουρκικής θέσης.
Τρίτον, εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αντιμετωπίσει την ηλεκτρική διασύνδεση ως ζήτημα στρατηγικής ενεργειακής ασφάλειας, πέρα από τις διμερείς ελληνοτουρκικές διαφορές.
Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα θα επηρεάσει όχι μόνο την πορεία του καλωδίου αλλά και το ευρύτερο περιβάλλον συνεργασίας και ανταγωνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο.
Διάλογος χωρίς εγκατάλειψη των διαφωνιών
Οι δηλώσεις του Χακάν Φιντάν αποτυπώνουν τη διπλή κατεύθυνση της τουρκικής διπλωματίας.
Από τη μία πλευρά, η Άγκυρα δηλώνει πρόθυμη να διατηρήσει την ηρεμία στο Αιγαίο, να συνεχίσει τον διάλογο και να μην αντιταχθεί κατ’ αρχήν στην ηλεκτρική διασύνδεση.
Από την άλλη, συνδέει τη στάση της με τη διατήρηση του status quo και εξακολουθεί να προβάλλει τις γνωστές της θέσεις για τα 12 ναυτικά μίλια και τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες.
Η ελληνική διπλωματία βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια σύνθετη εξίσωση: να διατηρήσει τους διαύλους επικοινωνίας, να αποφύγει περιττές εντάσεις και ταυτόχρονα να προστατεύσει το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου θεωρεί ότι μπορούν να πραγματοποιηθούν οι έρευνες και οι εργασίες του έργου.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο εάν θα προχωρήσει το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου. Είναι εάν η υλοποίησή του θα πραγματοποιηθεί με διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι η τεχνική συνεργασία δεν μετατρέπεται σε έμμεση αναγνώριση αμφισβητούμενων δικαιοδοσιών.
Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο η ενεργειακή πολιτική συναντά τον πυρήνα της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πηγή: pagenews.gr
