Οι Ταλιμπάν «παίζουν» με Ρωσία,Κίνα,Ευρώπη–Το διπλωματικό ναυάγιο που αποκαλύπτει τη νέα τρομοκρατική απειλή
Πηγή Φωτογραφίας: Members of Afghanistan's delegation, led by the Chairman of the Olympic Committee and the country's Department of Physical Culture and Sports, Ahmadullah Wasiq, walk at the venue of the St. Petersburg International Economic Forum (SPIEF) in Saint Petersburg, Russia June 5, 2026. REUTERS/Anastasia Barashkova
Η Μόσχα επιχείρησε να εμφανιστεί ως ο βασικός διαμεσολαβητής για το μέλλον του Αφγανιστάν. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, ανέδειξε τα όρια της ρωσικής επιρροής απέναντι στους Ταλιμπάν και, ταυτόχρονα, τις βαθιές αντιφάσεις της διεθνούς πολιτικής απέναντι στο καθεστώς της Καμπούλ.
Στις 5 Οκτωβρίου, ο όγδοος γύρος διαβουλεύσεων του λεγόμενου Moscow Format, ενός διπλωματικού μηχανισμού που δημιουργήθηκε το 2017, ολοκληρώθηκε χωρίς κοινό ανακοινωθέν. Ήταν η πρώτη φορά που οι συμμετέχοντες δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν σε κοινό κείμενο.
Το αδιέξοδο δεν προκλήθηκε από τις κυρώσεις, τη διεθνή αναγνώριση ή την οικονομική βοήθεια. Προέκυψε από κάτι πολύ πιο αποκαλυπτικό: την άρνηση των Ταλιμπάν να αποδεχθούν επανειλημμένες αναφορές που συνέδεαν το Αφγανιστάν με την τρομοκρατική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με τον ειδικό απεσταλμένο της Ρωσίας, Ζαμίρ Καμπούλοφ, η αφγανική αντιπροσωπεία διαφώνησε με τη σχετική διατύπωση, παρότι ανάλογες αναφορές είχαν περιληφθεί σε προηγούμενες αποφάσεις του ίδιου φόρουμ.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία.
Ένας περιφερειακός μηχανισμός που δημιουργήθηκε, μεταξύ άλλων, για να αντιμετωπίσει τις απειλές ασφαλείας από το Αφγανιστάν δεν κατάφερε να συμφωνήσει ούτε στον τρόπο με τον οποίο θα τις περιγράψει.
Πέντε χρόνια μετά την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία, το καθεστώς φαίνεται να έχει αποκτήσει μεγαλύτερη διαπραγματευτική αυτοπεποίθηση, αξιοποιώντας τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών που επιδιώκουν συνεργασία μαζί του.
Η Ρωσία αναγνώρισε τους Ταλιμπάν, αλλά δεν εξασφάλισε τον έλεγχό τους
Η Μόσχα έχει προχωρήσει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μεγάλη δύναμη στην επίσημη προσέγγιση με τους Ταλιμπάν.
Το 2025 αφαίρεσε το κίνημα από τον κατάλογο των απαγορευμένων οργανώσεων και έγινε η πρώτη χώρα που αναγνώρισε επισήμως την κυβέρνησή τους.
Τον Μάιο του 2026, ο γραμματέας του ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας, Σεργκέι Σοϊγκού, παρουσίασε τη συνεργασία με την Καμπούλ ως μια «πραγματιστική» και «ολοκληρωμένη εταιρική σχέση».
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η προσέγγιση επεκτάθηκε και στον στρατιωτικοτεχνικό τομέα, με συμφωνία συνεργασίας ανάμεσα στον Σοϊγκού και τον υπουργό Άμυνας των Ταλιμπάν, Μουλά Μοχάμαντ Γιακούμπ.
Ωστόσο, οι ίδιες οι ρωσικές υπηρεσίες ασφαλείας περιγράφουν μια εξαιρετικά ανησυχητική πραγματικότητα.
Σε συνάντηση αξιωματούχων ασφαλείας του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης, στο Μπισκέκ, ο Σοϊγκού υποστήριξε ότι στο Αφγανιστάν δραστηριοποιούνται 18.000 έως 23.000 ένοπλοι μαχητές, συνδεδεμένοι με περισσότερες από 20 οργανώσεις.
Η αντίφαση είναι εμφανής.
Από τη μία πλευρά, η Μόσχα αντιμετωπίζει την κυβέρνηση των Ταλιμπάν ως πιθανό εταίρο για την περιφερειακή ασφάλεια. Από την άλλη, αναγνωρίζει ότι το αφγανικό έδαφος εξακολουθεί να φιλοξενεί ένα εκτεταμένο δίκτυο ένοπλων εξτρεμιστικών οργανώσεων.
Η ρωσική προσέγγιση επικεντρώνεται κυρίως στο Ισλαμικό Κράτος του Χορασάν, γνωστό ως ISIS-K ή ISKP, το οποίο αποτελεί απειλή και για τους Ταλιμπάν.
Με αυτόν τον τρόπο, η Μόσχα μπορεί να παρουσιάζει την Καμπούλ ως αντιτρομοκρατικό εταίρο, αποφεύγοντας τη σύγκρουση για άλλες οργανώσεις που, σύμφωνα με διεθνείς εκθέσεις, απολαμβάνουν ανοχή ή υποστήριξη από στοιχεία του καθεστώτος.
Πρόκειται για μια επιλεκτική αντίληψη της ασφάλειας, η οποία εξυπηρετεί βραχυπρόθεσμους διπλωματικούς στόχους, αλλά αφήνει ανοιχτά σοβαρά περιφερειακά μέτωπα.
Η Κίνα αναζητά ορυκτά και εμπορικούς διαδρόμους, αλλά η ασφάλεια παραμένει ανοιχτή πληγή
Το Πεκίνο προσεγγίζει το Αφγανιστάν μέσα από διαφορετικό στρατηγικό πρίσμα.
Οι κινεζικές προτεραιότητες περιλαμβάνουν την πρόσβαση σε ορυκτό πλούτο, τη δημιουργία εμπορικών και μεταφορικών διαδρόμων, τη σταθερότητα στην Κεντρική Ασία και την αποτροπή της δράσης ουιγουρικών εξτρεμιστικών οργανώσεων που θα μπορούσαν να απειλήσουν την επαρχία Σιντζιάνγκ.
Ωστόσο, η οικονομική διπλωματία δεν έχει εξαλείψει τους κινδύνους.
Εκθέσεις της ομάδας παρακολούθησης κυρώσεων του ΟΗΕ έχουν καταγράψει τη δραστηριότητα οργανώσεων όπως η Αλ Κάιντα, η Tehreek-e-Taliban Pakistan (TTP) και η ETIM στο Αφγανιστάν, επισημαίνοντας σχέσεις υποστήριξης ή ανοχής από τις de facto αρχές.
Τον Νοέμβριο του 2025, τρεις Κινέζοι εργαζόμενοι σκοτώθηκαν σε επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος και πυρά σε εγκατάσταση εξόρυξης χρυσού στο νότιο Τατζικιστάν.
Σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, η επίθεση προήλθε από αφγανικό έδαφος.
Το Πεκίνο αντέδρασε ζητώντας την απομάκρυνση Κινέζων πολιτών από επικίνδυνες παραμεθόριες περιοχές.
Δεν επέλεξε, όμως, να ανατρέψει συνολικά την πολιτική προσέγγισης με την Καμπούλ.
Αυτή είναι και η κεντρική αντίφαση της κινεζικής στρατηγικής: η επιδίωξη οικονομικής σταθερότητας μέσω συνεργασίας με ένα καθεστώς που δεν έχει αποδείξει ότι μπορεί ή επιθυμεί να εξουδετερώσει όλες τις ένοπλες οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στο έδαφός του.
Η Ευρώπη και το μεταναστευτικό: Η επιστροφή των Ταλιμπάν από την πίσω πόρτα
Η ευρωπαϊκή προσέγγιση είναι διαφορετική ως προς τα μέσα, αλλά παρουσιάζει παρόμοιες αντιφάσεις.
Η Γερμανία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των προσπαθειών για τη δημιουργία διαύλων επικοινωνίας με τους Ταλιμπάν, με βασικό στόχο την επιτάχυνση των επιστροφών Αφγανών υπηκόων.
Υπό την πίεση του μεταναστευτικού ζητήματος, το Βερολίνο έχει αποδεχθεί την παρουσία προξενικού προσωπικού που έχει οριστεί από τις αφγανικές de facto αρχές.
Τον Ιούνιο του 2026, αντιπροσωπεία των Ταλιμπάν συμμετείχε επίσης σε επαφές στις Βρυξέλλες για ζητήματα επιστροφών και επανεισδοχής.
Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς έχει υποστηρίξει ότι η συνεργασία περιορίζεται σε τεχνικά ζητήματα και δεν συνεπάγεται πολιτική εξομάλυνση των σχέσεων.
Ωστόσο, η διάκριση ανάμεσα στην τεχνική συνεργασία και την πολιτική νομιμοποίηση γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Κάθε επίσημη επαφή προσφέρει στους Ταλιμπάν μεγαλύτερη δυνατότητα να διεκδικούν ανταλλάγματα, ιδιαίτερα όταν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν εσωτερική πολιτική πίεση για αύξηση των απελάσεων.
Το πρόβλημα αποκτά και μια σαφή διάσταση ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η συστηματική καταστολή των γυναικών, οι περιορισμοί στην εκπαίδευση, οι διώξεις και η αυταρχική διακυβέρνηση εξακολουθούν να αποτελούν κεντρικά χαρακτηριστικά του καθεστώτος.
Ειδικοί του ΟΗΕ έχουν προειδοποιήσει ότι η συνεργασία χωρίς σαφείς προϋποθέσεις κινδυνεύει να οδηγήσει σε σταδιακή κανονικοποίηση αυτών των πρακτικών.
Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: Πώς μπορεί να συνεργάζεται με τους Ταλιμπάν για την επιστροφή μεταναστών χωρίς να αποδυναμώνει τις ίδιες τις αρχές που επικαλείται στην εξωτερική της πολιτική;
Η TTP και η Αλ Κάιντα: Η απειλή που κανείς δεν θέλει να αντιμετωπίσει συνολικά
Στο επίκεντρο της περιφερειακής αστάθειας βρίσκεται η Tehreek-e-Taliban Pakistan, γνωστή ως TTP ή Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Πρόκειται για ένοπλη οργάνωση που δρα κυρίως εναντίον του πακιστανικού κράτους και διατηρεί ιδεολογικούς και επιχειρησιακούς δεσμούς με το αφγανικό περιβάλλον των Ταλιμπάν, χωρίς να ταυτίζεται οργανωτικά με την κυβέρνησή τους.
Σύμφωνα με εκθέσεις της ομάδας παρακολούθησης κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, η TTP έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ελευθερία δράσης και υποστήριξη στο Αφγανιστάν.
Προγενέστερες εκτιμήσεις τοποθετούσαν τη δύναμή της περίπου στους 6.000 μαχητές.
Οι ίδιες εκθέσεις περιγράφουν συνεργασία με την Αλ Κάιντα, μεταξύ άλλων στην εκπαίδευση και την παροχή συμβουλευτικής υποστήριξης.
Οι Ταλιμπάν εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι δεν επιτρέπουν τη δραστηριότητα τρομοκρατικών οργανώσεων από το αφγανικό έδαφος.
Ωστόσο, σύμφωνα με την έκθεση που επικαλείται η ανάλυση, κανένα κράτος-μέλος του ΟΗΕ δεν υποστήριξε αυτή την εκτίμηση.
Το γεγονός αυτό δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα αξιοπιστίας για την Καμπούλ.
Δεν αρκεί μια κυβέρνηση να δηλώνει ότι καταπολεμά την τρομοκρατία. Απαιτείται να αποδεικνύει ότι περιορίζει τις επιχειρησιακές δυνατότητες οργανώσεων που απειλούν γειτονικά κράτη.
Πακιστάν–Αφγανιστάν: Η κρίση που μετατρέπεται σε ανοιχτό πόλεμο
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο Ισλαμαμπάντ και την Καμπούλ αποτελεί πλέον την πιο άμεση εκδήλωση αυτής της αποτυχίας.
Η κατάπαυση του πυρός που επιτεύχθηκε με διαμεσολάβηση του Κατάρ μετά τις συνοριακές συγκρούσεις του Οκτωβρίου 2025 δεν εξασφάλισε μόνιμη αποκλιμάκωση.
Ακολούθησαν νέες διαπραγματευτικές προσπάθειες με τη συμμετοχή της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας, χωρίς να επιτευχθεί βιώσιμη συμφωνία.
Τον Φεβρουάριο του 2026, το Πακιστάν πραγματοποίησε πλήγματα στην Καμπούλ και σε άλλες αφγανικές περιοχές, με τον Πακιστανό υπουργό Άμυνας να μιλά για «ανοιχτό πόλεμο».
Η ένταση συνεχίστηκε και το φθινόπωρο, με νέες αεροπορικές επιδρομές και συγκρούσεις κατά μήκος των συνόρων.
Το Ισλαμαμπάντ υποστηρίζει ότι οι Ταλιμπάν παρέχουν προφορικές διαβεβαιώσεις για την αντιμετώπιση της TTP, αλλά αποφεύγουν να αναλάβουν συγκεκριμένες, γραπτές και επαληθεύσιμες δεσμεύσεις.
Στις συνομιλίες της Μόσχας, ο ειδικός εκπρόσωπος του Πακιστάν, Μοχάμαντ Σαντίκ, υπογράμμισε ότι η τρομοκρατία εξακολουθεί να βρίσκεται στον πυρήνα των προβλημάτων του Αφγανιστάν.
Ασφαλώς, το Πακιστάν δεν αποτελεί ουδέτερο παρατηρητή.
Οι διασυνοριακές στρατιωτικές επιχειρήσεις του και οι μαζικές απελάσεις Αφγανών προσφύγων έχουν προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις και ερωτήματα για τη συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο.
Ωστόσο, οι ανησυχίες του για τη δράση της TTP υποστηρίζονται σε σημαντικό βαθμό από τις εκθέσεις των Ηνωμένων Εθνών.
Αυτό ακριβώς καθιστά τη σύγκρουση τόσο επικίνδυνη: η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται σε διμερείς διαφορές, αλλά συνδέεται με την ευρύτερη αδυναμία δημιουργίας ενός αξιόπιστου περιφερειακού συστήματος ασφαλείας.
Ενέργεια, ορυκτά και εμπορικοί διάδρομοι: Η γεωοικονομική παγίδα
Η αστάθεια του Αφγανιστάν δεν αποτελεί μόνο στρατιωτικό πρόβλημα.
Απειλεί άμεσα μεγάλα έργα υποδομών που θα μπορούσαν να μετατρέψουν τη χώρα σε κόμβο σύνδεσης της Κεντρικής με τη Νότια Ασία.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το ενεργειακό έργο CASA-1000, ο σχεδιαζόμενος αγωγός φυσικού αερίου TAPI και ο προτεινόμενος σιδηροδρομικός διάδρομος Ουζμπεκιστάν–Αφγανιστάν–Πακιστάν.
Για τη Ρωσία, την Κίνα και τα κράτη της Κεντρικής Ασίας, τέτοια έργα μπορούν να δημιουργήσουν νέες εμπορικές και ενεργειακές διαδρομές.
Όμως οι επενδύσεις αυτές προϋποθέτουν ένα ελάχιστο επίπεδο προβλέψιμης ασφάλειας.
Η παρουσία ένοπλων οργανώσεων, οι συνοριακές συγκρούσεις και η αδυναμία ελέγχου απομακρυσμένων περιοχών αυξάνουν το κόστος και τον κίνδυνο για κάθε μακροπρόθεσμη επένδυση.
Επομένως, η συνεργασία με την Καμπούλ δεν μπορεί να διαχωριστεί πλήρως από το ζήτημα της τρομοκρατίας.
Μια δύναμη που επιδιώκει πρόσβαση σε ορυκτά ή εμπορικούς διαδρόμους, αλλά αποφεύγει να θέσει ουσιαστικούς όρους ασφαλείας, ενδέχεται τελικά να υπονομεύει τους ίδιους τους οικονομικούς της στόχους.
Γιατί οι Ταλιμπάν έχουν αποκτήσει το διπλωματικό πλεονέκτημα
Η ανάλυση του Modern Diplomacy αναδεικνύει ένα κεντρικό πρόβλημα στη διεθνή προσέγγιση του Αφγανιστάν: τον κατακερματισμό των στρατηγικών.
Η Ρωσία επιδιώκει γεωπολιτική επιρροή και αντιτρομοκρατική συνεργασία.
Η Κίνα επιδιώκει οικονομική πρόσβαση, ασφάλεια των συνόρων και προστασία των επενδύσεών της.
Η Ευρώπη επιδιώκει αποτελεσματικότερους μηχανισμούς επιστροφής Αφγανών υπηκόων.
Τα κράτη του Κόλπου αναζητούν ρόλο στη διπλωματική διαμεσολάβηση και την περιφερειακή σταθερότητα.
Καθένας από αυτούς τους παράγοντες διαπραγματεύεται με την Καμπούλ βάσει διαφορετικών προτεραιοτήτων.
Οι Ταλιμπάν, αντιθέτως, έχουν τη δυνατότητα να αξιοποιούν τις διαφορετικές ανάγκες των συνομιλητών τους.
Αποκτούν αναγνώριση, πρόσβαση σε θεσμούς, οικονομικές δυνατότητες και διεθνείς επαφές χωρίς να υποχρεώνονται σε ενιαίο πλαίσιο δεσμεύσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η διεθνής απομόνωση θα αποτελούσε αποτελεσματικότερη λύση.
Η ιστορική εμπειρία της δεκαετίας του 1990 έδειξε ότι η απομόνωση δεν οδήγησε στον μετριασμό των Ταλιμπάν.
Η διατήρηση διαύλων επικοινωνίας μπορεί να εξυπηρετεί σημαντικούς ανθρωπιστικούς και διπλωματικούς στόχους.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η συνεργασία συνοδεύεται από μετρήσιμες υποχρεώσεις.
Το επόμενο βήμα: Διεθνής συνεργασία με όρους και πραγματικό έλεγχο
Μια αποτελεσματικότερη πολιτική θα μπορούσε να βασιστεί σε κοινές απαιτήσεις από τη Ρωσία, την Κίνα, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους περιφερειακούς διαμεσολαβητές.
Οι επόμενες διπλωματικές ή οικονομικές παραχωρήσεις θα μπορούσαν να συνδεθούν με συγκεκριμένες ενέργειες των Ταλιμπάν για τον περιορισμό ένοπλων οργανώσεων.
Ανάμεσα σε αυτές θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται ο αφοπλισμός συγκεκριμένων ομάδων, η διακοπή της επιχειρησιακής υποστήριξής τους και η δυνατότητα ανεξάρτητης επαλήθευσης των δεσμεύσεων.
Ο μηχανισμός παρακολούθησης κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών θα μπορούσε να αποτελέσει ένα από τα εργαλεία αξιολόγησης.
Η εφαρμογή μιας τέτοιας στρατηγικής θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη.
Οι ανταγωνισμοί μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, οι διαφορετικές προτεραιότητες ασφαλείας και η απροθυμία ανάληψης νέων υποχρεώσεων περιορίζουν τις προοπτικές συντονισμένης δράσης.
Ωστόσο, η αποτυχία των συνομιλιών της Μόσχας δείχνει το κόστος της σημερινής προσέγγισης.
Η Καμπούλ μπορεί να απορρίπτει ακόμη και μια διατύπωση για την τρομοκρατία, χωρίς αυτό να σημαίνει αυτομάτως απώλεια των διπλωματικών και οικονομικών διαύλων που έχει αποκτήσει.
Το πραγματικό μήνυμα του Moscow Format δεν είναι ότι η διπλωματία με τους Ταλιμπάν πρέπει να σταματήσει. Είναι ότι η διπλωματία χωρίς συντονισμό και χωρίς επαληθεύσιμους όρους κινδυνεύει να μετατραπεί σε διαδικασία μονομερών παραχωρήσεων.
Προς το παρόν, οι Ταλιμπάν εμφανίζονται να έχουν κατανοήσει καλύτερα από τους συνομιλητές τους τη διαπραγματευτική αξία των διαφορετικών διεθνών συμφερόντων.
Και όσο η Ρωσία, η Κίνα και η Ευρώπη συνεχίζουν να διαπραγματεύονται χωριστά, η Καμπούλ θα έχει περισσότερα περιθώρια να αποφεύγει τις δεσμεύσεις που θα μπορούσαν να περιορίσουν τις απειλές για την περιφερειακή ασφάλεια.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο