ΗΠΑ: Η ώρα της κρίσης για τον Τραμπ – Οι κάλπες που μπορούν να ανατρέψουν τις ισορροπίες στην Ουάσιγκτον
Πηγή Φωτογραφίας: Voters fill out their ballots to vote in the midterm elections on the last day of early voting in Detroit, Michigan, on Monday. Photograph: Sarah Yenesel/EPA
Στις κάλπες προσέρχονται σήμερα, Τρίτη 3 Νοεμβρίου, εκατομμύρια Αμερικανοί, σε μια εκλογική αναμέτρηση που υπερβαίνει τα όρια των συνηθισμένων ενδιάμεσων εκλογών και εξελίσσεται σε πολιτική δοκιμασία για τη δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ.
Με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα να ελέγχει σήμερα και τα δύο σώματα του Κογκρέσου, το αποτέλεσμα θα καθορίσει εάν ο Αμερικανός πρόεδρος θα συνεχίσει να διαθέτει ευνοϊκούς κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς ή εάν θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια αντιπολίτευση που θα μπορεί να εμποδίζει νομοθετικές πρωτοβουλίες και να ενισχύει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Η αναμέτρηση διεξάγεται σε ένα εξαιρετικά πολωμένο πολιτικό περιβάλλον, με την οικονομική πίεση στα αμερικανικά νοικοκυριά, τον πόλεμο με το Ιράν, τη μεταναστευτική πολιτική και τις καταγγελίες για σύγκρουση συμφερόντων να βρίσκονται στο επίκεντρο.
Σύμφωνα με τον βρετανικό Guardian, ο ίδιος ο Τραμπ μετέτρεψε την προεκλογική εκστρατεία σε προσωπική πολιτική μάχη, πραγματοποιώντας δεκάδες συγκεντρώσεις και καλώντας τους υποστηρικτές του κινήματος MAGA να ψηφίσουν σαν να βρίσκεται το δικό του όνομα στο ψηφοδέλτιο.
Η μάχη για το Κογκρέσο – Το διακύβευμα της επόμενης διετίας
Οι ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν παραδοσιακά μια ευκαιρία των Αμερικανών ψηφοφόρων να αξιολογήσουν την κυβέρνηση στο μέσον της προεδρικής θητείας.
Ιστορικά, το κόμμα που ελέγχει τον Λευκό Οίκο συχνά χάνει έδρες στο Κογκρέσο, χωρίς αυτό να προδικάζει το αποτέλεσμα της σημερινής αναμέτρησης.
Για τους Δημοκρατικούς, η ανάκτηση της Βουλής των Αντιπροσώπων θα σήμαινε δυνατότητα ελέγχου της νομοθετικής ατζέντας, διεξαγωγής κοινοβουλευτικών ερευνών και άσκησης μεγαλύτερης πίεσης στον Λευκό Οίκο.
Ο έλεγχος της Γερουσίας έχει διαφορετική, αλλά εξίσου κρίσιμη σημασία, καθώς το σώμα διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην έγκριση κυβερνητικών διορισμών και δικαστικών υποψηφιοτήτων.
Οι Ρεπουμπλικανοί, από την πλευρά τους, ζητούν ανανέωση της εμπιστοσύνης των ψηφοφόρων, προκειμένου να συνεχίσουν την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής.
Οι δημοσκοπήσεις και οι πολιτείες που συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις που επικαλείται ο Guardian καταγράφουν ευνοϊκές ενδείξεις για τους Δημοκρατικούς στη μάχη της Βουλής των Αντιπροσώπων, ενώ η αναμέτρηση για τη Γερουσία παρουσιάζει διαφορετικές δυσκολίες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πολιτείες του Τέξας, του Οχάιο και του Μέιν, όπου οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να διεκδικήσουν έδρες που σήμερα κατέχουν Ρεπουμπλικανοί.
Σύμφωνα με τις τελευταίες μετρήσεις των New York Times και του Πανεπιστημίου Siena, που δημοσιεύθηκαν την Κυριακή 1 Νοεμβρίου, Δημοκρατικοί υποψήφιοι προηγούνταν σε πέντε από επτά κρίσιμες αναμετρήσεις για τη Γερουσία.
Στις πολιτείες αυτές περιλαμβάνονται το Τέξας και το Κάνσας, όπου οι Δημοκρατικοί δεν έχουν εκλέξει γερουσιαστή από το 1988 και το 1932 αντίστοιχα.
Πρόκειται για δημοσκοπικά ευρήματα και όχι για εκλογικά αποτελέσματα, με την τελική σύνθεση του Κογκρέσου να εξαρτάται από την πραγματική συμμετοχή και την κατανομή των ψήφων σε κάθε πολιτεία.
Πολιτική ρήξη στο Μίσιγκαν – Δημοκρατική βουλευτής στηρίζει Ρεπουμπλικανό
Σημαντική αναστάτωση προκάλεσε στο Δημοκρατικό Κόμμα η απόφαση της βουλευτού Χέιλι Στίβενς να υποστηρίξει τον Ρεπουμπλικανό Μάικ Ρότζερς στην αναμέτρηση για τη Γερουσία του Μίσιγκαν.
Η Στίβενς είχε προηγουμένως ηττηθεί στις εσωκομματικές εκλογές από τον Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ, ο οποίος διεκδικεί την έδρα με τη στήριξη των Δημοκρατικών.
Η απόφασή της ακολούθησε έντονη αντιπαράθεση με την εκστρατεία του Ελ Σαγιέντ για διαφήμιση ανεξάρτητης πολιτικής οργάνωσης, η οποία συνέδεε το υψηλό κόστος ζωής με την αμερικανική υποστήριξη προς το Ισραήλ.
Ο επικεφαλής της μειοψηφίας των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, χαρακτήρισε τη στήριξη της Στίβενς στον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο «απεχθή προδοσία».
Ο Ελ Σαγιέντ, μιλώντας σε εκατοντάδες υποστηρικτές του στο Ρόγιαλ Όουκ του Μίσιγκαν, επιχείρησε να επαναφέρει τη συζήτηση στην οικονομία.
«Ό,τι κι αν χρησιμοποιούν για να σας αποσπάσουν την προσοχή, το κάνουν επειδή βάζουν το χέρι στην τσέπη σας», δήλωσε.
Η εσωκομματική σύγκρουση αποτυπώνει τις διαφορετικές προσεγγίσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν στο Δημοκρατικό Κόμμα για την εξωτερική πολιτική, το Ισραήλ και την οικονομική ατζέντα.
Αλάσκα: Δύο υποψήφιοι με το ίδιο όνομα και δικαστική παρέμβαση
Ένα ακόμη επεισόδιο της προεκλογικής περιόδου σημειώθηκε στην Αλάσκα, όπου η παρουσία δύο υποψηφίων με το όνομα Νταν Σάλιβαν δημιούργησε πολιτική και νομική αντιπαράθεση.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η εκστρατεία της Δημοκρατικής υποψήφιας Μέρι Πελτόλα φέρεται να συνδέθηκε με προσπάθεια ενθάρρυνσης υποψηφιότητας προσώπου που έχει σχεδόν το ίδιο όνομα με τον εν ενεργεία Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή.
Η Πελτόλα αρνήθηκε ότι γνώριζε οποιοδήποτε τέτοιο σχέδιο.
Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης είχε προσφύγει στη δικαιοσύνη επιδιώκοντας να εμποδίσει την επικύρωση του αποτελέσματος σε περίπτωση ήττας του Ρεπουμπλικανού, επικαλούμενο ενδεχόμενη σύγχυση των ψηφοφόρων.
Ωστόσο, δικαστής απέρριψε την προσφυγή.
Η υπόθεση έχει αποκτήσει ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς εντάσσεται στην ευρύτερη αντιπαράθεση για τους κανόνες διεξαγωγής των εκλογών και την εμπιστοσύνη στη διαδικασία καταμέτρησης.
Η ακρίβεια και ο πόλεμος με το Ιράν στο επίκεντρο
Παρά την έντονη πολιτική αντιπαράθεση, η οικονομία παραμένει βασικός παράγοντας που επηρεάζει τις επιλογές των Αμερικανών.
Ο Τραμπ είχε δεσμευθεί κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2024 ότι θα περιόριζε το κόστος ζωής. Ωστόσο, οι αυξήσεις στις τιμές βασικών αγαθών και ενέργειας εξακολουθούν να προκαλούν δυσαρέσκεια.
Ο πόλεμος με το Ιράν, που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο με αμερικανικές και ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις, έχει επιβαρύνει το οικονομικό περιβάλλον μέσω των διεθνών τιμών του πετρελαίου.
Η άνοδος της βενζίνης επηρεάζει άμεσα τους Αμερικανούς οδηγούς, ενώ το ακριβότερο ντίζελ αυξάνει το κόστος μεταφορών, παραγωγής και αγροτικών δραστηριοτήτων.
Οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να συνδέσουν αυτές τις οικονομικές πιέσεις με τις επιλογές της κυβέρνησης, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί υπερασπίζονται την πολιτική τους σε ζητήματα εμπορίου, μετανάστευσης και εθνικής ασφάλειας.
Οι καταγγελίες για διαφθορά και τα οικονομικά συμφέροντα
Στο επίκεντρο της αντιπολιτευτικής εκστρατείας βρίσκονται επίσης οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του Αμερικανού προέδρου και της οικογένειάς του.
Σύμφωνα με στοιχεία οικονομικών δηλώσεων που επικαλείται ο Guardian, τα έσοδα που συνδέονται με τις δραστηριότητες του Τραμπ από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο ανέρχονται σε περίπου 2,2 δισ. δολάρια, συμπεριλαμβανομένων εσόδων από κρυπτονομίσματα που φέρουν το όνομά του.
Οι Δημοκρατικοί θέτουν ζητήματα διαφάνειας και πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων, χωρίς οι σχετικές πολιτικές καταγγελίες να συνιστούν από μόνες τους απόδειξη παράνομης δραστηριότητας.
Το θέμα φαίνεται να απασχολεί ευρύτερα την αμερικανική κοινωνία.
Δημοσκόπηση της Harris για τον Guardian κατέγραψε ότι το 76% των ερωτηθέντων θεωρεί πως οι εκλεγμένοι αξιωματούχοι ενδιαφέρονται περισσότερο για τον προσωπικό τους πλουτισμό παρά για τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των απλών πολιτών.
Το εύρημα αφορά την αντίληψη των πολιτών για το πολιτικό σύστημα συνολικά και όχι αποκλειστικά τον σημερινό πρόεδρο.
Δημοσκοπική πίεση στον Τραμπ – Η προσωπική του παρουσία στην εκστρατεία
Ο Αμερικανός πρόεδρος πραγματοποίησε δεκάδες προεκλογικές συγκεντρώσεις, επιχειρώντας να κινητοποιήσει την εκλογική βάση του κινήματος MAGA.
Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις που παραθέτει ο Guardian, τα ποσοστά αποδοχής του κυμαίνονται μεταξύ 33% και 37%, καταγράφοντας σημαντική πολιτική πίεση για τον Λευκό Οίκο.
Η επιλογή του Τραμπ να τοποθετήσει τον εαυτό του στο επίκεντρο της αναμέτρησης ενισχύει τον χαρακτήρα των εκλογών ως πολιτικής αξιολόγησης της προεδρίας του.
Για τους Ρεπουμπλικανούς, η κινητοποίηση των ψηφοφόρων που τον στήριξαν το 2024 αποτελεί βασικό στοιχείο της στρατηγικής τους.
Για τους Δημοκρατικούς, η έμφαση δίνεται στη δυσαρέσκεια για την οικονομία, στη μεταναστευτική πολιτική και στην ανάγκη ισχυρότερου ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης στέλνει 1.000 παρατηρητές – Η αντιπαράθεση για την εκλογική διαδικασία
Πέρα από την πολιτική μάχη, έντονη συζήτηση προκαλεί και η διαχείριση της ίδιας της εκλογικής διαδικασίας.
Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης σχεδιάζει να αναπτύξει περίπου 1.000 εκλογικούς παρατηρητές σε εκλογικά τμήματα σε ολόκληρη τη χώρα, αριθμό που το δημοσίευμα χαρακτηρίζει πρωτοφανή.
Επικριτές της απόφασης υποστηρίζουν ότι η παρουσία τους ενδέχεται να λειτουργήσει αποτρεπτικά για ορισμένους ψηφοφόρους, ενώ η επίσημη αποστολή της εκλογικής παρακολούθησης αφορά την εποπτεία της συμμόρφωσης με την εκλογική νομοθεσία.
Παράλληλα, αντίπαλοι της κυβέρνησης εκφράζουν ανησυχίες για το κατά πόσον ο Τραμπ θα αποδεχθεί ένα αποτέλεσμα δυσμενές για τους Ρεπουμπλικανούς.
Οι ανησυχίες αυτές συνδέονται με δικαστικές πρωτοβουλίες του υπουργείου Δικαιοσύνης και ισχυρισμούς περί εκτεταμένης παράνομης συμμετοχής μη Αμερικανών πολιτών στις εκλογές, για τους οποίους δεν έχουν παρουσιαστεί επαρκή στοιχεία που να τεκμηριώνουν μαζικό φαινόμενο.
Η δικαστική απόρριψη της προσφυγής στην Αλάσκα αποτελεί ήδη ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο αυτής της αντιπαράθεσης.
Καθώς οι ψηφοφόροι προσέρχονται στις κάλπες, το ενδιαφέρον στρέφεται τόσο στη σύνθεση του επόμενου Κογκρέσου όσο και στον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικοί αντίπαλοι θα αντιμετωπίσουν το εκλογικό αποτέλεσμα.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο