Σεισμός στη Μέση Ανατολή μετά τις εκλογές στις ΗΠΑ: Ο Τραμπ, το Ιράν και τα 3,8 δισ. του Ισραήλ
Πηγή Φωτογραφίας: Credits / πρωτότυπες πηγές: White House / Daniel Torok · Reuters / Jonathan Ernst.//Σεισμός στη Μέση Ανατολή μετά τις εκλογές στις ΗΠΑ: Ο Τραμπ, το Ιράν και τα 3,8 δισ. του Ισραήλ
Η πολιτική ανατροπή στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν περιορίζεται στην εσωτερική αμερικανική σκηνή. Τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου διαμορφώνουν ένα διαφορετικό περιβάλλον για την εξωτερική πολιτική της Ουάσιγκτον, με τη Μέση Ανατολή να βρίσκεται στο επίκεντρο των αλλαγών.
Η επικράτηση των Δημοκρατικών τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία δημιουργεί νέα δεδομένα για τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος από τον Ιανουάριο του 2027 θα βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα Κογκρέσο ελεγχόμενο από την αντιπολίτευση.
Σύμφωνα με ανάλυση των Financial Times, η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών αναδεικνύει τη δυσαρέσκεια για τον πόλεμο με το Ιράν, το οικονομικό κόστος της στρατιωτικής εμπλοκής και την αμερικανική υποστήριξη προς το Ισραήλ.
Το αποτέλεσμα ενδέχεται να επηρεάσει όχι μόνο τις αποφάσεις για την Τεχεράνη, αλλά και μία από τις σταθερότερες στρατηγικές σχέσεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής: τη συνεργασία Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ.
Ο Βανς δείχνει τον πόλεμο με το Ιράν: «Γι’ αυτό χάσαμε»
Η πρώτη σημαντική πολιτική διαφοροποίηση εκδηλώθηκε μέσα από την ίδια την κυβέρνηση Τραμπ.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, απέδωσε ευθέως την εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών στη στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν.
«Ο λόγος που χάσαμε είναι ο πόλεμος», έγραψε στην πλατφόρμα X, αναφερόμενος στην απόφαση του Αμερικανού προέδρου να επιτεθεί στην Ισλαμική Δημοκρατία νωρίτερα μέσα στο 2026.
Στην ίδια παρέμβαση αναγνώρισε τις αντιδράσεις όσων είχαν προειδοποιήσει για τις συνέπειες της σύγκρουσης.
«Σε όσους είναι εξοργισμένοι και θέλουν να πουν “σας τα λέγαμε”, έχετε δίκιο. Μας τα λέγατε», ανέφερε.
Η τοποθέτηση αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία καθώς ο Βανς θεωρείται πιθανός διεκδικητής της προεδρίας το 2028.
Η δημόσια αποστασιοποίησή του από μία από τις κεντρικές επιλογές του Τραμπ αναδεικνύει τις διαφορετικές προσεγγίσεις που συνυπάρχουν στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σχετικά με τον αμερικανικό παρεμβατισμό και τη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ.
Το Κογκρέσο αλλάζει χέρια – Στο μικροσκόπιο η στρατιωτική βοήθεια στο Ισραήλ
Η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία των Δημοκρατικών αποκτά τη δυνατότητα να ασκήσει ισχυρότερο έλεγχο στις αποφάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, τις αμυντικές δαπάνες και τις πωλήσεις οπλικών συστημάτων.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ, η οποία επί δεκαετίες απολάμβανε ευρεία διακομματική υποστήριξη.
Η πολιτική αυτή συναίνεση, ωστόσο, δοκιμάζεται.
Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής του Βερμόντ, Πίτερ Γουέλς, δήλωσε στους Financial Times ότι διαμορφώνεται πλέον στο Δημοκρατικό Κόμμα μια κοινή στάση αντίθεσης και δυσπιστίας απέναντι στον Μπενιαμίν Νετανιάχου και την κυβέρνησή του.
Κατά τον ίδιο, η ιστορική σχέση των ΗΠΑ με το Ισραήλ βασιζόταν τόσο στην αντίληψη ότι αποτελούσε δημοκρατικό σύμμαχο όσο και στον στρατηγικό του ρόλο στην ασφάλεια της Μέσης Ανατολής και των ενεργειακών ροών.
Ο Γουέλς υποστήριξε ότι οι παραδοσιακές αυτές παραδοχές έχουν πλέον κλονιστεί.
Οι προοδευτικοί Δημοκρατικοί επιδιώκουν να περιορίσουν τη στρατιωτική υποστήριξη χωρίς όρους, να αυξήσουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και να ασκήσουν πίεση για τον τερματισμό της σύγκρουσης με το Ιράν.
Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως διακοπή της αμερικανικής βοήθειας. Σημαίνει, όμως, ότι αποφάσεις οι οποίες στο παρελθόν εξασφάλιζαν ευρεία συναίνεση θα μπορούσαν πλέον να προκαλέσουν σοβαρές αντιπαραθέσεις στο Κογκρέσο.
Η έκπληξη Τραμπ: Αμφισβητεί τα 3,8 δισ. δολάρια προς το Ισραήλ
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές ενδείξεις της μεταβολής προήλθε από τον ίδιο τον Αμερικανό πρόεδρο.
Την ημέρα των εκλογών, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στο Fox News ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα τερματίσουν την ετήσια στρατιωτική βοήθεια ύψους 3,8 δισ. δολαρίων προς το Ισραήλ.
Η δήλωση προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση, καθώς η συγκεκριμένη χρηματοδότηση αποτελεί βασικό στοιχείο της διμερούς αμυντικής συνεργασίας.
Ο Τραμπ υποστήριξε ότι η βοήθεια έχει εξελιχθεί σε πολιτικό πρόβλημα για τους Ρεπουμπλικανούς, ενώ αμφισβήτησε την ανάγκη συνέχισής της με τους σημερινούς όρους.
Παραμένει, ωστόσο, ασαφές εάν η δήλωση θα μετατραπεί σε συγκεκριμένη κυβερνητική πρωτοβουλία.
Η διάκριση είναι κρίσιμη: η προεδρική εξαγγελία δεν ισοδυναμεί με άμεση κατάργηση της χρηματοδότησης, η οποία συνδέεται με θεσμικές και δημοσιονομικές διαδικασίες.
Το Μίσιγκαν και ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ: Η νέα πολιτική πίεση για τη Γάζα
Το Μίσιγκαν αποτέλεσε ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα της αλλαγής του πολιτικού κλίματος.
Ο Δημοκρατικός Αμπντούλ Ελ Σαγέντ εξελέγη στη Γερουσία έχοντας αναδείξει στην προεκλογική του εκστρατεία το οικονομικό κόστος του πολέμου με το Ιράν και τη χρηματοδότηση της στρατιωτικής υποστήριξης προς το Ισραήλ.
Η υποψηφιότητά του συνάντησε έντονη αντίδραση από Ρεπουμπλικανούς, ενώ η εκλογική αντιπαράθεση επεκτάθηκε και στον ρόλο οργανώσεων που υποστηρίζουν τη στρατηγική συνεργασία ΗΠΑ και Ισραήλ.
Στην επινίκια ομιλία του στο Ντιτρόιτ, ο Ελ Σαγέντ επιτέθηκε στην AIPAC, υποστηρίζοντας ότι δαπάνησε 42 εκατ. δολάρια εναντίον του.
Η εκλογή του αντανακλά την αυξανόμενη επιρροή μιας πτέρυγας των Δημοκρατικών που ζητά αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην κυβέρνηση Νετανιάχου.
Η εξέλιξη δεν αφορά αποκλειστικά τους μουσουλμάνους ψηφοφόρους ή τις προοδευτικές οργανώσεις. Συνδέεται με ευρύτερες μεταβολές στις στάσεις της αμερικανικής κοινής γνώμης απέναντι στον πόλεμο στη Γάζα και στην εμπλοκή των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.
Η δημοσκόπηση που δείχνει τη μεταβολή στην αμερικανική κοινωνία
Σύμφωνα με έρευνα του Pew Research Center τον Ιούλιο του 2026, το 62% των Αμερικανών εξέφραζε αρνητική άποψη για την ισραηλινή κυβέρνηση.
Η αρνητική στάση ήταν ιδιαίτερα έντονη μεταξύ των Δημοκρατικών, αλλά καταγραφόταν επίσης σε σημαντικό τμήμα των νεότερων Ρεπουμπλικανών.
Η εξέλιξη αυτή έχει σημασία για την αμερικανική πολιτική, καθώς η υποστήριξη προς το Ισραήλ αποτελούσε επί δεκαετίες ένα από τα πεδία στα οποία τα δύο μεγάλα κόμματα διατηρούσαν σχετικά σταθερή συναίνεση.
Η πολιτική αντιπαράθεση αφορά πλέον όχι μόνο τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα και στο Ιράν, αλλά και το κατά πόσο η Ουάσιγκτον πρέπει να συνεχίσει να παρέχει στρατιωτική βοήθεια χωρίς πρόσθετους όρους.
Το Ιράν, το πετρέλαιο και η επόμενη απόφαση του Τραμπ
Η εκλογική ανατροπή συμπίπτει με μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για τη σύγκρουση με το Ιράν.
Ο πόλεμος έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις ενεργειακές αγορές, επηρεάζοντας την προσφορά πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου από τον Περσικό Κόλπο.
Σύμφωνα με το Reuters, κυβερνητικοί κύκλοι σε χώρες του Κόλπου εκτιμούν ότι το εκλογικό αποτέλεσμα ενισχύει τα πολιτικά κίνητρα του Τραμπ για την αναζήτηση διπλωματικής συμφωνίας.
Παράλληλα, όμως, υπάρχει και διαφορετική ανάγνωση: εάν η Τεχεράνη εκλάβει την ήττα των Ρεπουμπλικανών ως ένδειξη αδυναμίας της Ουάσιγκτον, θα μπορούσε να αυξηθεί ο κίνδυνος νέας κλιμάκωσης.
Οι αγορές πετρελαίου αντέδρασαν στις εξελίξεις με υποχώρηση των τιμών, καθώς οι επενδυτές επανεκτίμησαν τις πιθανότητες διπλωματικής αποκλιμάκωσης.
Ο Τραμπ, πάντως, εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικές εξουσίες στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής. Το Κογκρέσο μπορεί να επηρεάσει τη χρηματοδότηση και να ασκήσει θεσμική πίεση, αλλά δεν μπορεί από μόνο του να επιβάλει άμεσα τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Το δίλημμα για τον Νετανιάχου και οι νέες ισορροπίες στην Ουάσιγκτον
Για το Ισραήλ, οι εξελίξεις δημιουργούν ένα διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον στην Ουάσιγκτον.
Η κυβέρνηση Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπη με την προοπτική αυξημένου ελέγχου από το αμερικανικό Κογκρέσο, ενώ στο εσωτερικό του Ισραήλ οι πολιτικοί αντίπαλοι του πρωθυπουργού επικαλούνται την υποχώρηση της διακομματικής υποστήριξης στις ΗΠΑ.
Το βασικό ερώτημα αφορά το κατά πόσο η αμερικανική στρατηγική θα μετακινηθεί από την παραδοσιακή, σχεδόν άνευ όρων υποστήριξη προς μια σχέση με μεγαλύτερες πολιτικές και στρατιωτικές προϋποθέσεις.
Η συζήτηση αυτή αναμένεται να εξελιχθεί ταυτόχρονα σε τρία επίπεδα: ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και στο νέο Κογκρέσο, στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος και μεταξύ των διαφορετικών πτερύγων των Ρεπουμπλικανών.
Ο Πίτερ Γουέλς, περιγράφοντας στους Financial Times την αλλαγή που καταγράφεται στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα, εκτίμησε ότι η διαδικασία αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί.
«Η αλλαγή που βρίσκεται σε εξέλιξη θα ενταθεί», δήλωσε ο Δημοκρατικός γερουσιαστής.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο