Ιράκ

Ιράκ
Το Ιράκ είναι κράτος της νοτιοδυτικής Ασίας στην περιοχή της Μεσοποταμίας (μεταξύ των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη).

Η περιοχή του σημερινού Ιράκ κατά την αρχαιότητα ήταν γνωστή ως Μεσοποταμία, όπου βρίσκονταν οι εύφορες κοιλάδες των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη. Η Μεσοποταμία ονομάστηκε λίκνο του πολιτισμού καθώς εκεί αναπτύχθηκαν μεγάλοι πολιτισμοί ήδη από το 5.000 π.Χ. Διαδοχικά, στην περιοχή εμφανίζονται οι: Σουμέριοι, Ακκάδιοι, Βαβυλώνιοι και Ασσύριοι. Αυτοί οι πολιτισμοί ήταν οι πρώτοι που ανέπτυξαν σε βασικό στάδιο διάφορες επιστήμες, όπως τα μαθηματικά και τη φιλοσοφία και επίσης επινόησαν τη γραφή. Τον 6o αιώνα π.Χ., η περιοχή έγινε τμήμα της Περσικής Αυτοκρατορίας υπό τον Κύρο Β΄, ενώ αργότερα κατακτήθηκε από το Μέγα Αλέξανδρο, ο οποίος ήταν επικεφαλής των συνασπισμένων Ελλήνων.

Μετά από διάφορες περιόδους κυριαρχίας γειτονικών κρατών-Σελευκίδες, Πάρθοι και Σασσανίδες, το 634 μ.Χ. οι Άραβες εισέβαλαν στη Μεσοποταμία. Τον 7ο αιώνα μ.Χ., καθώς ο εξισλαμισμός προχωρούσε με γρήγορους ρυθμούς, η Βαγδάτη έγινε η πρωτεύουσα του Χαλιφάτου των Αββασιδών. Μετά το θάνατο του χαλίφη Αλί, προκλήθηκε βαθύ θρησκευτικό σχίσμα στον ισλαμικό κόσμο, από το οποίο προέκυψε ο σιιτισμός. Κατά τη διάρκεια του 12ου με 14ο αιώνα, η περιοχή γνώρισε τις εισβολές διάφορων λαών: δύο φορές των Μογγόλων, των Τουρκμένων, των Τατάρων και των Κούρδων. Από το 17ο αιώνα ώς το 1918, το Ιράκ αποτέλεσε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αν και διατηρούσε καθεστώς μερικής αυτονομίας.

Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Ηνωμένο Βασίλειο κατέλαβε την περιοχή (1918) και δύο χρόνια αργότερα το μετέτρεψε σε προτεκτοράτο. Τη δεκαετία του ’20 καθορίστηκαν τα ακριβή όρια της χώρας, βάσει των γεωστρατηγικών συμφερόντων της Αγγλίας, ενώ επιλέχθηκε ως μονάρχης της χώρας ο Φεϊζάλ Α΄. Τελικά, το 1930 τερματίστηκε η περίοδος της Βρετανικής Εντολής, ενώ το 1932 αναγνωρίστηκε επίσημα η ανεξαρτησία του Ιράκ.

Ωστόσο προβλήματα μεταξύ των διαφόρων εθνοφυλετικών ομάδων και εντάσεις με τους Κούρδους στις βόρειες περιοχές, ανάγκασαν την κρατική εξουσία να ενισχύσει το ρόλο των ενόπλων δυνάμεων. Στις 14 Ιουλίου 1958 πραγματοποιήθηκε πραξικόπημα υπό την ηγεσία του στρατηγού Αμπντ αλ-Καρίμ Κασίμ, που ανέτρεψε το βασιλιά Φεϊζάλ Β΄, οδηγώντας στην ανακήρυξη αβασίλευτης δημοκρατίας.

Στις 8 Φεβρουαρίου 1963, ο Κασίμ ανατράπηκε από τους συνωμότες του κόμματος Μπάαθ, δυνάμεις του Στρατού και άλλες παναραβικές ομάδες, υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Αμπντούλ Σαλάμ Αρίφ. Ο Αρίφ, πρώην σύντροφος του Κασίμ στην επανάσταση του ’58, εκλέχτηκε Πρόεδρος του Ιράκ, αλλά το μεγαλύτερο τμήμα της εξουσίας ασκείτο από το μπααθιστή πρωθυπουργό της χώρας, τον Αχμέντ Χασάν αλ-Μπακίρ.

Ο Αρίφ κατάφερε αργότερα ν’ ανακτήσει τον έλεγχο της εξουσίας, διώχνοντας τους μπααθιστές από την κυβέρνηση και κάνοντας πρωθυπουργό τον υποστράτηγο Ταχίρ Γιάχια ατ-Τικρίτι. Συνάμα διόρισε ως αρχηγό του γενικού επιτελείου στρατού τον αδελφό του, στρατηγό Αμπντούλ Ραχμάν Αρίφ. Το φθινόπωρο του ’64, το Μπάαθ επιχείρησε να ανατρέψει τον Σαλάμ Αρίφ, όμως η συνωμοσία αποκαλύφθηκε και οι συνωμότες, μεταξύ των οποίων και ο Σαντάμ Χουσεΐν, συνελήφθησαν.

Τον Απρίλιο του ’66 ο Σαλάμ Αρίφ σκοτώθηκε όταν συνετρίβη (πιθανόν από σαμποτάζ μπααθικών πυρήνων στον ιρακινό στρατό) το αεροπλάνο του στο Νότιο Ιράκ. Η προεδρία του κράτους πέρασε τότε στον αδελφό του, Ραχμάν Αρίφ. Το 1968, ο Αμπντούλ Ραχμάν Αρίφ ανατράπηκε από το κόμμα Μπάαθ. Ο Αχμέντ Χασάν αλ-Μπακρ έγινε ο πρώτος μπααθιστής πρόεδρος του Ιράκ αλλά το μπααθικό κίνημα βαθμιαία περιήλθε υπό τον έλεγχο του ισχυρού άντρα των μυστικών υπηρεσιών του κράτους, Σαντάμ Χουσεΐν, ο οποίος τον Ιούλιο του 1979 ανήλθε στην προεδρία του Επαναστατικού Συμβουλίου, του ανώτατου εκτελεστικού οργάνου του Ιράκ.

Από το 1979 ο Σαντάμ Χουσεΐν επέβαλε στυγνή δικτατορία εισβάλλοντας τον επόμενο χρόνο στο γειτονικό Ιράν, με την υποστήριξη των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ. Ο πόλεμος έληξε το 1988 με αποδοχή του ειρηνευτικού σχεδίου των Ηνωμένων Εθνών. Την ίδια περίοδο καταπνίγηκε ανηλεώς εξέγερση των Κούρδων στη Χαλάμπτζα με χρήση χημικών όπλων.

Ο Σαντάμ Χουσεΐν θέλοντας να υλοποιήσει τις ιμπεριαλιστικές του βλέψεις σε ένα παναραβικό όραμα αλλά και να αντιμετωπίσει τα οικονομικά του προβλήματα, εισέβαλε στις 2 Αυγούστου 1990 στο Κουβέιτ. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ επέβαλε ως απάντηση οικονομικές κυρώσεις στο Ιράκ και ταυτόχρονα οικονομικό αποκλεισμό. Καθώς ο Σαντάμ Χουσεΐν παρέμενε αμετανόητος, η Επιτροπή Αμυντικού Σχεδιασμού του ΝΑΤΟ αποφάσισε την ενεργό συμμετοχή της Συμμαχίας στην κρίση του Περσικού Κόλπου ενώ, λίγες μέρες μετά, το αμερικανικό Κογκρέσο εξουσιοδότησε τον πρόεδρο Μπους να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία. Παρά τη γαλλοαραβική ειρηνευτική πρωτοβουλία και τις αλλεπάλληλες εκκλήσεις του ΟΗΕ προς το Σαντάμ Χουσεΐν, ο πόλεμος δε μπόρεσε να αποφευχθεί λόγω της αδιάλλακτης στάσης του Ιρακινού ηγέτη.

Στις 17 Ιανουαρίου 1991 πραγματοποιήθηκε αιφνιδιαστική αεροπορική επίθεση των συμμαχικών δυνάμεων εναντίον του Ιράκ με τη Βαγδάτη να βομβαρδίζεται ανελέητα. Το Ιράκ προσπάθησε ανεπιτυχώς να αντεπιτεθεί με τους ξεπερασμένης τεχνολογία πυραύλους «Σκουντ», που τους εκτόξευε κυρίως ενάντια στη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ, προσπαθώντας ταυτόχρονα να προκαλέσει την αντίδραση του Ισραήλ και την είσοδο στον πόλεμο αραβικών κρατών από μίσος για το Ισραήλ, κλιμακώνοντας έτσι τη σύγκρουση. Η Τουρκία μπλέχτηκε στον πόλεμο έμμεσα παραχωρώντας στους συμμάχους την αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ, ενώ οι Ιρακινοί για λόγους τακτικής ανατίναζαν πετρελαιοπαραγωγικές εγκαταστάσεις στο Κουβέιτ. Λίγες μέρες αργότερα κατάφεραν να καταλάβουν την πόλη Χάφτζι στην Σαουδική Αραβία. Στη συνέχεια οι Ιρακινοί, αφού απέρριψαν το ιρανικό ειρηνευτικό σχέδιο, αποδέχθηκαν το σχέδιο ειρήνης που παρουσίασε η Μόσχα αλλά παράλληλα πυρπόλησαν πάνω από 500 πετρελαιοπηγές στο Κουβέιτ. Τις επόμενες ημέρες οι σύμμαχοι εισέβαλαν στο Νότιο Ιράκ και στο Κουβέιτ, ενώ ο Χουσεΐν αποδέχθηκε όλα τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και επιτεύχθηκε τελικά εκεχειρία. Παράλληλα το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ επέβαλε εμπάργκο στην πώληση όπλων στο Ιράκ για όσο ο Χουσεΐν θα βρισκόταν στην εξουσία του Ιράκ.

Ακολούθως, στο εσωτερικό της χώρας ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος, αλλά τελικά ο Χουσεΐν επανέκτησε τον έλεγχο του Νότιου Ιράκ από τους σιίτες και ανακατέλαβε το Κιρκούκ. Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ πρότεινε τη συγκρότηση και ανάπτυξη ειδικής ειρηνευτικής δύναμης 1.440 ανδρών κατά μήκος των συνόρων Ιράκ-Κουβέιτ και το Συμβούλιο Ασφαλείας ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση αυτή. Παράλληλα η Διεθνής Αμνηστία κατήγγειλε βασανιστήρια στη διάρκεια της κατοχής του Κουβέιτ.

Ο Σαντάμ Χουσεΐν διέταξε την πλήρη συνεργασία με τους ειδικούς πραγματογνώμονες για τον έλεγχο των πυρηνικών εγκαταστάσεων της χώρας. Όμως το Σεπτέμβριο του 1991 το Ιράκ συνέλαβε 44 επιθεωρητές του ΟΗΕ, γεγονός που καταγγέλθηκε από τον Αμερικανό Πρόεδρο στο Συμβούλιο Ασφαλείας και τελικά ανάγκασε το Ιράκ να τους απελευθερώσει. Με την προτροπή των ΗΠΑ και το ψήφισμα 687 του ΟΗΕ εφαρμόστηκαν οικονομικές κυρώσεις, ως μέτρο πίεσης για την εγκατάλειψη σχεδίων για κατασκευή όπλων μαζικής καταστροφής. Εξαιτίας αυτού ο πληθυσμός αντιμετώπισε τρομερή έλλειψη τροφίμων και φαρμάκων και γνώρισε εξαθλίωση, φτώχεια και πλήθος ασθενειών.

Το 2001, η αμερικανική κυβέρνηση του Τζωρτζ Μπους τζούνιορ, μετά και τα τρομοκρατικά χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, κατηγόρησε ευθέως το Ιράκ ότι διαθέτει όπλα μαζικής καταστροφής. Ύστερα από σχετικό τελεσίγραφο, το Ιράκ επέτρεψε την είσοδο επιτροπής ελέγχου και αφοπλισμού του ΟΗΕ (UNMOVIC). Παρόλο όμως που η επιτροπή σε αρχική της αναφορά δεν επιβεβαίωσε την ύπαρξη τέτοιων οπλικών συστημάτων, στις 20 Μαρτίου 2003, οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο κατά κύριο λόγο, εισέβαλαν στη χώρα (Επιχείρηση «Σοκ και δέος»). Το Ιράκ τελικώς κατελήφθη χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση την 1η Μαΐου της ίδιας χρονιάς και ο Σαντάμ Χουσεΐν αρχικώς διέφυγε, συνελήφθη όμως αργότερα, δικάστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε.

  • Οι ΗΠΑ με την ολοκλήρωση της εισβολής όρισαν προσωρινή Συμμαχική Αρχή υπό τον Πωλ Μπρέμερ για τη διακυβέρνηση της χώρας, ενώ από τον Ιούλιο του 2004 ανέλαβε κυβέρνηση αποτελούμενη από ιρακινούς εκπροσώπους, οι οποίοι ήταν φιλικά προσκείμενη προς τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών.
  • Σύντομα πάντως μετά τη νίκη κατά τη φάση της εισβολής, άρχισε στο Ιράκ σφοδρός ανταρτοπόλεμος. Το 2006, ο Νούρι αλ-Μαλίκι εκλέχτηκε πρωθυπουργός και διαδέχτηκε τον Ιμπραήμ αλ-Τζααφάρι.
  • Στις 15 Δεκεμβρίου 2011, ολοκληρώθηκε έπειτα από εννέα χρόνια, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Ιράκ αφήνοντας ολοκληρωτικά την ευθύνη της ασφάλειας στις Αρχές του Ιράκ.
  • Αποχώρησαν σχεδόν όλοι οι Αμερικανοί στρατιώτες, αφήνοντας πίσω μόνο 200 άτομα σε συμβουλευτικό ρόλο.
  • Ο ανηλεής ανταρτοπόλεμος κόστισε στις Η.Π.Α. 4.500 νεκρούς και 30.000 τραυματίες στρατιώτες.

Ιράκ σχετικές ειδήσεις: