ΙΟΒΕ: Ανάπτυξη χωρίς ευημερία – Το 68% των νοικοκυριών ασφυκτιά οικονομικά
Πηγή Φωτογραφίας: eurokinissi//ΙΟΒΕ: Ανάπτυξη χωρίς ευημερία – Το 68% των νοικοκυριών ασφυκτιά οικονομικά
Η ελληνική οικονομία καταγράφει τα τελευταία χρόνια ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, αύξηση της απασχόλησης και βελτίωση βασικών μακροοικονομικών μεγεθών. Ωστόσο, πίσω από τη θετική εικόνα των αριθμών διαμορφώνεται μια διαφορετική κοινωνική πραγματικότητα: σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες διαβίωσης.
Η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ για τις ανισότητες στην Ελλάδα αποτυπώνει ένα παράδοξο που απασχολεί ολοένα και περισσότερο οικονομολόγους και θεσμικούς φορείς: η οικονομία αναπτύσσεται, αλλά τα οφέλη της ανάπτυξης δεν κατανέμονται ισόρροπα.
Το 68% των ελληνικών νοικοκυριών δηλώνει οικονομική δυσχέρεια, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μόλις στο 19%. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες με τις υψηλότερες εισοδηματικές ανισότητες, ενώ το πλουσιότερο 1% συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μερίδιο εισοδήματος των τελευταίων δύο δεκαετιών.
Η οικονομία των δύο ταχυτήτων
Τα στοιχεία αποκαλύπτουν ότι η βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών δεν μεταφράζεται αυτόματα σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Η ανεργία μειώθηκε σημαντικά σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, οι επενδύσεις αυξήθηκαν και η χώρα επέστρεψε σε αναπτυξιακή τροχιά. Ωστόσο, η αγοραστική δύναμη μεγάλου μέρους των πολιτών παραμένει πιεσμένη από τον πληθωρισμό, το υψηλό κόστος στέγασης και τη στασιμότητα των πραγματικών εισοδημάτων.
Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός διπλού οικονομικού τοπίου: από τη μία πλευρά οι δείκτες ανάπτυξης και από την άλλη η καθημερινή αίσθηση οικονομικής ανασφάλειας.
Η στεγαστική κρίση μετατρέπεται σε κοινωνική κρίση
Η στέγαση αναδεικνύεται στον ισχυρότερο μηχανισμό παραγωγής ανισοτήτων.
Τα νοικοκυριά που βρίσκονται κάτω από το 60% του διάμεσου εισοδήματος δαπανούν περίπου το 60% των διαθέσιμων πόρων τους για ενοίκιο, δόσεις δανείων και λογαριασμούς κατοικίας.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι σχεδόν τέσσερα στα πέντε νοικοκυριά που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας καθυστερούν συστηματικά πληρωμές που σχετίζονται με τη στέγη και τις βασικές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας.
Η εκτίναξη των ενοικίων μετά το 2018, η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και η περιορισμένη προσφορά προσιτής κατοικίας έχουν δημιουργήσει ένα νέο κοινωνικό ρήγμα, ιδιαίτερα για τους νέους εργαζόμενους και τις οικογένειες χαμηλού εισοδήματος.
Η υποχώρηση της ιδιοκατοίκησης, που επί δεκαετίες αποτελούσε βασικό πυλώνα οικονομικής ασφάλειας στην Ελλάδα, επιδεινώνει περαιτέρω την κατάσταση.
Η φτώχεια γίνεται ζήτημα δημόσιας υγείας
Οι οικονομικές ανισότητες αποτυπώνονται πλέον ξεκάθαρα και στους δείκτες υγείας.
Σύμφωνα με τη μελέτη, το 32% των πολιτών που ανήκουν στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα δηλώνουν ότι δεν μπορούν να καλύψουν βασικές ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης. Στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 10%.
Παράλληλα, τα χρόνια νοσήματα εμφανίζονται πολύ συχνότερα στα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά, γεγονός που αποκαλύπτει ότι η ανισότητα δεν αφορά μόνο το εισόδημα αλλά και το προσδόκιμο μιας ποιοτικής ζωής.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην Ευρώπη, στοιχείο που αυξάνει το βάρος για τα νοικοκυριά με περιορισμένους πόρους.
Η αγορά εργασίας παράγει ανάπτυξη, όχι πάντα κινητικότητα
Η βελτίωση της απασχόλησης υπήρξε η σημαντικότερη θετική εξέλιξη της τελευταίας δεκαετίας. Ωστόσο, οι δομικές αδυναμίες παραμένουν.
Η Ελλάδα καταγράφει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ περισσότεροι από τους μισούς ανέργους παραμένουν εγκλωβισμένοι στη μακροχρόνια ανεργία.
Ταυτόχρονα, η χαμηλή συμμετοχή γυναικών, ατόμων με αναπηρία και άλλων ευάλωτων ομάδων περιορίζει την κοινωνική κινητικότητα και διευρύνει τις εισοδηματικές αποκλίσεις.
Η ανάπτυξη δημιουργεί θέσεις εργασίας, όμως δεν διασφαλίζει από μόνη της ίσες ευκαιρίες πρόσβασης στην οικονομική πρόοδο.
Η εκπαίδευση δεν αρκεί πλέον για να «σπάσει» τον κύκλο της ανισότητας
Παραδοσιακά η εκπαίδευση αποτελούσε το ισχυρότερο εργαλείο κοινωνικής ανέλιξης. Τα στοιχεία όμως δείχνουν ότι η κοινωνική προέλευση εξακολουθεί να καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προοπτικές.
Παρά την αύξηση των αποφοίτων ανώτατης εκπαίδευσης, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη χαμηλότερη διαγενεακή εκπαιδευτική κινητικότητα στην Ευρώπη.
Μόλις το 12% περίπου των παιδιών που προέρχονται από χαμηλά εκπαιδευτικά στρώματα καταφέρνουν να φτάσουν στα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης.
Η εξάρτηση από την παραπαιδεία και το υψηλό ιδιωτικό κόστος προετοιμασίας για την τριτοβάθμια εκπαίδευση εξακολουθούν να λειτουργούν ως παράγοντες αναπαραγωγής των κοινωνικών ανισοτήτων.
Η μεγάλη πρόκληση της επόμενης δεκαετίας
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης του ΙΟΒΕ είναι ότι η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της τις ακραίες συνθήκες της οικονομικής κρίσης, χωρίς όμως να έχει γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στους θετικούς οικονομικούς δείκτες και στην καθημερινή εμπειρία των πολιτών.
Η ανισότητα του 2026 δεν μετριέται αποκλειστικά από το ύψος του μισθού ή του εισοδήματος. Μετριέται από το ποιος μπορεί να νοικιάσει σπίτι, να έχει πρόσβαση σε ποιοτική υγειονομική περίθαλψη, να ολοκληρώσει τις σπουδές του χωρίς πρόσθετα εμπόδια και να σχεδιάσει το μέλλον του με ασφάλεια.
Και όσο οι αριθμοί της ανάπτυξης δεν μετατρέπονται σε αίσθημα ευημερίας για την πλειονότητα των πολιτών, η μεγαλύτερη πρόκληση για την ελληνική οικονομία δεν θα είναι η αύξηση του ΑΕΠ, αλλά η αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο