«Μακάρι η Κοβέσι να κάνει λάθος»: Η φράση Μητσοτάκη που ανοίγει νέο κεφάλαιο στην υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ
Πηγή Φωτογραφίας: ΓτΠ--Παπαμήτσος//«Μακάρι η Κοβέσι να κάνει λάθος»: Η φράση Μητσοτάκη που ανοίγει νέο κεφάλαιο στην υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ
Η στιγμή που ξεχώρισε
Ανάμεσα στις αναφορές για την ακρίβεια, τα ελληνοτουρκικά και τις επόμενες εκλογές, μία φράση του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν εκείνη που κυριάρχησε πολιτικά στη συνέντευξή του στον ΑΝΤ1.
«Εύχομαι να έχει κάνει λάθος, αλλά θα το δούμε».
Η αναφορά αφορούσε την Ευρωπαία Εισαγγελέα Λάουρα Κοβέσι και την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η κυβέρνηση.
Η φράση μπορεί να ειπώθηκε στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συζήτησης για τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης, ωστόσο πολιτικά μετατρέπει την αντιπαράθεση σε κάτι πολύ μεγαλύτερο: σε μια έμμεση σύγκρουση ανάμεσα στην κυβερνητική αφήγηση και τα ευρήματα ενός ευρωπαϊκού θεσμού που έχει ήδη στρέψει τα φώτα του πάνω στη διαχείριση αγροτικών επιδοτήσεων στην Ελλάδα.
Από την άρνηση στη μερική παραδοχή
Ο πρωθυπουργός δεν επιχείρησε να υποβαθμίσει το πρόβλημα.
Αντιθέτως, παραδέχθηκε ότι υπήρξε σημαντική καθυστέρηση στην αντιμετώπιση των παθογενειών του ΟΠΕΚΕΠΕ και ανέλαβε προσωπικά μέρος της ευθύνης.
«Αργήσαμε», είπε χαρακτηριστικά.
Η παραδοχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτελεί μία από τις ελάχιστες φορές που το Μέγαρο Μαξίμου αναγνωρίζει δημοσίως ότι η αντιμετώπιση ενός προβλήματος του κρατικού μηχανισμού δεν προχώρησε με την ταχύτητα που απαιτούσαν οι συνθήκες.
Ταυτόχρονα, όμως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έσπευσε να παρουσιάσει τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ ως τη μεγάλη θεσμική απάντηση σε ένα πρόβλημα δεκαετιών.
Το μήνυμα ήταν σαφές: το πρόβλημα υπήρχε, αναγνωρίστηκε και τώρα αντιμετωπίζεται με μια ριζική μεταρρύθμιση.
Το «βαθύ κράτος» ξανά στο προσκήνιο
Για ακόμη μία φορά, ο πρωθυπουργός επιστράτευσε την έννοια του «βαθέος κράτους».
Περιέγραψε τον ΟΠΕΚΕΠΕ ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μηχανισμού όπου παγιωμένες πρακτικές, συμφέροντα και διοικητικές στρεβλώσεις αντιστάθηκαν στις μεταρρυθμίσεις.
Η επίκληση του «βαθέος κράτους» αποτελεί σταθερό στοιχείο της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας τα τελευταία χρόνια.
Ωστόσο, μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, το επιχείρημα αυτό δημιουργεί πλέον ένα νέο πολιτικό ερώτημα: πόσο «βαθύ» μπορεί να παραμένει ένα κράτος που βρίσκεται επί χρόνια υπό την ευθύνη της ίδιας κυβέρνησης;
Για τους επικριτές της κυβέρνησης, η αναφορά αυτή λειτουργεί ως μεταφορά ευθυνών σε έναν αόρατο μηχανισμό.
Για το Μέγαρο Μαξίμου, αποτελεί εξήγηση για το γιατί ορισμένες μεταρρυθμίσεις αποδεικνύονται πολύ πιο δύσκολες από όσο φαίνονται στα χαρτιά.
Η σκιά της Ευρωπαϊκής ΕισαγγελίαςΤο πιο ενδιαφέρον πολιτικά σημείο της συνέντευξης ήταν η αναφορά στη Λάουρα Κοβέσι.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να μην αμφισβητήσει ευθέως την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Ταυτόχρονα όμως απέφυγε να υιοθετήσει πλήρως τα συμπεράσματά της.
Αντίθετα, επέλεξε μια ενδιάμεση στάση: αναγνώρισε το δικαίωμα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να διερευνήσει την υπόθεση, αλλά άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο τα τελικά συμπεράσματα να είναι διαφορετικά από εκείνα που σήμερα προβάλλονται δημόσια.
Η φράση «μακάρι να έχει κάνει λάθος» δεν ήταν απλώς μια προσωπική ευχή.
Ήταν μια πολιτική τοποθέτηση που δείχνει ότι η κυβέρνηση θεωρεί πως η τελική κρίση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη γραφτεί.
Η δύσκολη ισορροπία
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ότι βρίσκεται ανάμεσα σε δύο αντίθετες ανάγκες.
Από τη μία πλευρά θέλει να εμφανιστεί συνεργάσιμη απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στη δικαστική διερεύνηση.
Από την άλλη, δεν μπορεί να επιτρέψει να παγιωθεί η εικόνα ενός σκανδάλου που αγγίζει τον πυρήνα της διαχείρισης ευρωπαϊκών κονδυλίων επί των ημερών της.
Γι’ αυτό και η κυβερνητική γραμμή κινείται σε δύο παράλληλους άξονες: αποδοχή της έρευνας, αλλά αμφισβήτηση της τελικής πολιτικής ερμηνείας της.
Από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στις υποκλοπές
Η ίδια λογική εμφανίστηκε και στο ζήτημα των υποκλοπών.
Ο πρωθυπουργός επανέλαβε ότι αναγνώρισε δυσλειτουργίες, προχώρησε σε αλλαγές προσώπων και θεσμών και ότι πλέον η υπόθεση βρίσκεται στη Δικαιοσύνη.
Η απάντηση αυτή παραπέμπει για ακόμη μία φορά το πολιτικό βάρος των αποφάσεων στα δικαστήρια.
Πρόκειται για μια στρατηγική που επιτρέπει στην κυβέρνηση να αποφεύγει την αναζωπύρωση μιας ιδιαίτερα δύσκολης υπόθεσης, αλλά ταυτόχρονα αφήνει ανοιχτά τα ερωτήματα όσων ζητούν μεγαλύτερη πολιτική λογοδοσία.
Εκλογές το 2027 και στόχος η αυτοδυναμία
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε παράλληλα να κλείσει κάθε συζήτηση περί πρόωρων εκλογών.
Ξεκαθάρισε ότι οι κάλπες θα στηθούν την άνοιξη του 2027 και επανέλαβε ότι η Νέα Δημοκρατία θα διεκδικήσει εκ νέου αυτοδυναμία.
Το πολιτικό δίλημμα που επιχειρεί να διαμορφώσει είναι ξεκάθαρο: σταθερή κυβέρνηση ή κατακερματισμός και αβεβαιότητα.
Στην ουσία, ο πρωθυπουργός ξεκίνησε ήδη την προεκλογική αφήγηση της επόμενης διετίας, συνδέοντας την πολιτική σταθερότητα με τη δική του παραμονή στην εξουσία.
Η πραγματική πρόκληση
Η συνέντευξη στον ΑΝΤ1 αποκάλυψε κάτι βαθύτερο από τις επιμέρους πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Η κυβέρνηση βρίσκεται πλέον σε μια φάση όπου καλείται να υπερασπιστεί όχι μόνο τις επιλογές της, αλλά και την αποτελεσματικότητα του ίδιου του μεταρρυθμιστικού της αφηγήματος.
Στις πολεοδομίες παραδέχεται ότι γνώριζε προβλήματα διαφθοράς.
Στον ΟΠΕΚΕΠΕ παραδέχεται καθυστερήσεις.
Στις υποκλοπές παραπέμπει στη Δικαιοσύνη.
Και σε όλα τα μέτωπα επιστρέφει στο ίδιο βασικό επιχείρημα: ότι συγκρούεται με ένα κράτος που αντιστέκεται στην αλλαγή.
Το ερώτημα που θα συνοδεύει πλέον κάθε τέτοια υπόθεση είναι απλό αλλά πολιτικά κρίσιμο:
Αν το πρόβλημα είναι γνωστό, αν οι παθογένειες έχουν εντοπιστεί και αν οι μεταρρυθμίσεις έχουν ήδη εξαγγελθεί, γιατί συνεχίζουν να αποκαλύπτονται νέες κρίσεις που θυμίζουν στους πολίτες ότι το «βαθύ κράτος» παραμένει ακόμα εδώ;
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο