Το ΝΑΤΟ στην εποχή του 5%: Η νέα αμερικανική αρχιτεκτονική ισχύος και ο λογαριασμός της Ευρώπης
Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Το ΝΑΤΟ στην εποχή του 5%: Η νέα αμερικανική αρχιτεκτονική ισχύος και ο λογαριασμός της Ευρώπης
Η συζήτηση γύρω από το 5% του ΑΕΠ για αμυντικές δαπάνες δεν είναι μια ακόμη διαπραγμάτευση μεταξύ συμμάχων. Είναι η πιο σαφής ένδειξη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να επανασχεδιάσουν το οικονομικό μοντέλο λειτουργίας του ΝΑΤΟ.
Οι δηλώσεις του Αμερικανού πρεσβευτή στο ΝΑΤΟ, Μάθιου Γουίτακερ, ότι αρκετοί σύμμαχοι «υστερούν» και ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αναμένει άμεση πορεία προς το 5%, δεν αποτελούν διαπραγματευτική πίεση της τελευταίας στιγμής. Αντανακλούν μια στρατηγική που ωριμάζει εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία: η Ευρώπη οφείλει να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος της δικής της άμυνας, ώστε η Ουάσιγκτον να επικεντρωθεί στον πραγματικό στρατηγικό της αντίπαλο, την Κίνα.
Από το burden sharing στο burden shifting
Για δεκαετίες, η αμερικανική ρητορική περιστρεφόταν γύρω από την «ισότιμη κατανομή βαρών» (burden sharing). Σήμερα, η συζήτηση έχει μετατοπιστεί σε κάτι βαθύτερο: τη μεταφορά του ίδιου του στρατηγικού βάρους (burden shifting).
Η διαφορά είναι ουσιώδης.
Η Ουάσιγκτον δεν ζητά απλώς από τους Ευρωπαίους να πληρώσουν περισσότερα. Ζητά να αναλάβουν μεγαλύτερη επιχειρησιακή ευθύνη για τη συμβατική άμυνα της ηπείρου, διατηρώντας τις ΗΠΑ ως τον πυρηνικό και στρατηγικό εγγυητή της Συμμαχίας.
Με άλλα λόγια, η Αμερική επιδιώκει να παραμείνει ο αναντικατάστατος ηγέτης του δυτικού συστήματος ασφαλείας, μειώνοντας όμως το οικονομικό και επιχειρησιακό κόστος της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Η οικονομία πίσω από την άμυνα
Η απαίτηση για το 5% δεν είναι μόνο στρατιωτική.
Είναι βαθιά γεωοικονομική.
Η αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών συνεπάγεται εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ νέων επενδύσεων σε οπλικά συστήματα, κυβερνοασφάλεια, τεχνητή νοημοσύνη, δορυφορικές υποδομές, ναυπηγική βιομηχανία και προηγμένες τεχνολογίες.
Πρόκειται για μια τεράστια ανακατανομή δημόσιου χρήματος, που θα επηρεάσει τη βιομηχανική πολιτική της Ευρώπης για τα επόμενα χρόνια.
Το ερώτημα είναι ποιος θα καρπωθεί αυτό το νέο κύμα εξοπλισμών.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιθυμούν να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία της αμυντικής τους βιομηχανίας. Την ίδια στιγμή, όμως, οι Βρυξέλλες επιδιώκουν η αυξημένη χρηματοδότηση να ενισχύσει την ευρωπαϊκή παραγωγική βάση, περιορίζοντας τη στρατηγική εξάρτηση από αμερικανικά συστήματα.
Η μάχη για την ασφάλεια είναι ταυτόχρονα μάχη για τις αγορές.
Η Ευρώπη απέναντι στον νέο λογαριασμό
Για πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η μετάβαση στο 5% αποτελεί πολιτική και δημοσιονομική πρόκληση χωρίς προηγούμενο.
Υψηλό δημόσιο χρέος, χαμηλή ανάπτυξη, δημογραφικές πιέσεις και αυξανόμενες κοινωνικές δαπάνες περιορίζουν τα περιθώρια δημοσιονομικής ευελιξίας.
Κάθε επιπλέον δισεκατομμύριο για την άμυνα σημαίνει λιγότερο δημοσιονομικό χώρο για την υγεία, την παιδεία ή τις κοινωνικές πολιτικές.
Η εξίσωση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει παράλληλα την πράσινη μετάβαση, την ψηφιακή αναβάθμιση και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας απέναντι στις ΗΠΑ και την Κίνα.
Η Ευρώπη καλείται πλέον να χρηματοδοτήσει ταυτόχρονα τρεις μεγάλες μεταβάσεις: ενεργειακή, τεχνολογική και αμυντική.
Η Ουκρανία ως καταλύτης
Ο πόλεμος στην Ουκρανία επιτάχυνε μια διαδικασία που είχε ήδη ξεκινήσει.
Η Ουάσιγκτον επιθυμεί οι Ευρωπαίοι να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής και στρατιωτικής υποστήριξης προς το Κίεβο, χωρίς να διαρραγεί η συνοχή της Συμμαχίας.
Η στρατηγική είναι σαφής: η Ευρώπη χρηματοδοτεί περισσότερο την ασφάλεια της γειτονιάς της, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν την ικανότητα να κατανέμουν πόρους και στρατιωτική ισχύ σε πολλαπλά μέτωπα, με επίκεντρο τον Ινδο-Ειρηνικό.
Το νέο ΝΑΤΟ δεν θα μετριέται μόνο σε στρατιώτες
Το ΝΑΤΟ του 21ου αιώνα δεν θα αξιολογείται αποκλειστικά από τον αριθμό των στρατευμάτων ή των αρμάτων μάχης.
Η πραγματική ισχύς θα εξαρτάται από την αμυντική βιομηχανία, την τεχνολογική καινοτομία, την παραγωγική ικανότητα, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και την οικονομική ανθεκτικότητα.
Η ασφάλεια μετατρέπεται σταδιακά σε βιομηχανική πολιτική.
Και η βιομηχανική πολιτική εξελίσσεται σε βασικό εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής.
Η ελληνική διάσταση
Για την Ελλάδα, η νέα στρατηγική δημιουργεί ταυτόχρονα ευκαιρίες και υποχρεώσεις.
Η χώρα βρίσκεται διαχρονικά μεταξύ των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ με υψηλές αμυντικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ, γεγονός που ενισχύει τη διαπραγματευτική της θέση εντός της Συμμαχίας.
Το επόμενο βήμα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο το ύψος των δαπανών αλλά και την ποιότητά τους: συμμετοχή στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, ανάπτυξη τεχνολογικών δυνατοτήτων, συμπαραγωγές και ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής βάσης.
Σε ένα περιβάλλον όπου η γεωπολιτική μεταφράζεται ολοένα περισσότερο σε βιομηχανική ισχύ, οι χώρες που θα παράγουν τεχνολογία και όχι μόνο θα αγοράζουν εξοπλισμούς θα αποκτήσουν συγκριτικό στρατηγικό πλεονέκτημα.
Η νέα Δύση
Η πίεση για αμυντικές δαπάνες στο 5% δεν είναι μια προσωρινή απαίτηση της κυβέρνησης Τραμπ.
Αντανακλά μια βαθύτερη μετατόπιση της αμερικανικής στρατηγικής σκέψης, σύμφωνα με την οποία η Ευρώπη πρέπει να εξελιχθεί σε ισχυρότερο πυλώνα της δυτικής ασφάλειας, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες επικεντρώνονται στον παγκόσμιο ανταγωνισμό με την Κίνα.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες θα αυξήσουν τους αμυντικούς προϋπολογισμούς τους.
Είναι αν η Ευρώπη θα καταφέρει να μετατρέψει αυτή την αναγκαστική αύξηση των δαπανών σε στρατηγική αυτονομία, βιομηχανική αναγέννηση και μεγαλύτερη γεωπολιτική επιρροή.
Γιατί στη νέα διεθνή τάξη, η ισχύς δεν θα μετριέται μόνο με στρατούς. Θα μετριέται με την ικανότητα μιας οικονομίας να παράγει ασφάλεια.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο