Η μεγάλη γεωπολιτική ζώνη που η Ευρώπη άφησε στο περιθώριο
Τα τελευταία χρόνια, η ευρωπαϊκή στρατηγική προσοχή επικεντρώθηκε δικαιολογημένα στις κρίσεις του Νότου και της Ανατολής.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι επιθέσεις κατά της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα, η αβεβαιότητα στα Στενά του Ορμούζ και οι επαναλαμβανόμενες διαταραχές στη Διώρυγα του Σουέζ αναδιαμόρφωσαν τη συζήτηση για την ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων και των θαλάσσιων μεταφορών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Αρκτική πέρασε σταδιακά σε δεύτερο πλάνο.
Αυτή, όμως, είναι μια στρατηγική παρανόηση. Η Αρκτική δεν αποτελεί μακρινό γεωγραφικό περιθώριο ούτε υπόθεση ενός αβέβαιου μέλλοντος. Είναι ήδη ένας αναδυόμενος χώρος όπου συναντώνται:
- η κλιματική αλλαγή,
- το διεθνές εμπόριο,
- η ενεργειακή ασφάλεια,
- οι κρίσιμες πρώτες ύλες,
- η στρατιωτική αποτροπή,
- η κυριαρχία και το διεθνές δίκαιο.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν η περιοχή θα επηρεάσει την Ευρώπη. Το κάνει ήδη.
Οι κανόνες γράφονται πριν ανοίξουν οι δρόμοι
Οι σημαντικότερες αποφάσεις διακυβέρνησης δεν λαμβάνονται όταν μια νέα πραγματικότητα έχει πλέον παγιωθεί.
Λαμβάνονται χρόνια νωρίτερα, όταν ακόμη υπάρχουν επιλογές και όταν οι οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις δεν έχουν δημιουργήσει μη αναστρέψιμα τετελεσμένα.
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την Αρκτική.
Εάν η Ευρώπη περιμένει μέχρι να καταστούν εμπορικά βιώσιμες οι νέες θαλάσσιες διαδρομές, μέχρι να πολλαπλασιαστούν τα ενεργειακά και μεταλλευτικά έργα ή μέχρι να ενταθεί ο στρατιωτικός ανταγωνισμός, τότε θα είναι ήδη αργά για τη δημιουργία κοινών κανόνων.
Οι υποδομές μπορούν να κατασκευαστούν γρήγορα. Οι θεσμοί, όμως, απαιτούν χρόνο, εμπιστοσύνη και διακρατική συνεργασία.
Ο Βόρειος Θαλάσσιος Δρόμος και η σκιά της Ρωσίας
Η σταδιακή υποχώρηση των πάγων ενίσχυσε επί χρόνια τη συζήτηση για τον Βόρειο Θαλάσσιο Δρόμο, ο οποίος θα μπορούσε να λειτουργήσει ως συμπληρωματική σύνδεση ανάμεσα στην Ευρώπη και στην Ασία.
Η διαδρομή δεν θεωρήθηκε ποτέ πραγματική αντικατάσταση του Σουέζ. Θεωρήθηκε, όμως, πιθανή εναλλακτική λύση σε ένα πιο διαφοροποιημένο και ανθεκτικό παγκόσμιο εμπορικό σύστημα.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέτρεψε αυτή τη δυναμική.
Καθώς μεγάλο μέρος της συγκεκριμένης διαδρομής βρίσκεται υπό ρωσική δικαιοδοσία, η κατάρρευση της πολιτικής εμπιστοσύνης μεταξύ Μόσχας και Ευρώπης περιόρισε δραστικά τις δυνατότητες συνεργασίας.
Η μεταβολή αυτή, ωστόσο, δεν μειώνει τη στρατηγική αξία της Αρκτικής.
Αντίθετα, την καθιστά ακόμη πιο κρίσιμη, διότι μια περιοχή με τεράστιες οικονομικές δυνατότητες εξελίσσεται μέσα σε συνθήκες γεωπολιτικού αποκλεισμού και στρατιωτικής καχυποψίας.
Η κλιματική αλλαγή δεν περιμένει τη διπλωματία
Η γεωπολιτική μπορεί να παγώνει τη συνεργασία. Δεν μπορεί όμως να σταματήσει τις φυσικές και οικονομικές εξελίξεις.
Οι πάγοι συνεχίζουν να υποχωρούν.
Η τεχνολογία ναυσιπλοΐας βελτιώνεται.
Η ζήτηση για κρίσιμα μέταλλα αυξάνεται.
Η ανάγκη για νέες ενεργειακές πηγές και εναλλακτικές εφοδιαστικές διαδρομές εντείνεται.
Οι εξελίξεις αυτές ακολουθούν διαφορετικό χρονοδιάγραμμα από την πολιτική.
Είτε οι σχέσεις Ευρώπης–Ρωσίας βελτιωθούν σύντομα είτε παραμείνουν παγωμένες για μία δεκαετία, η Αρκτική θα συνεχίσει να αλλάζει.
Για αυτό και αποτελεί ένα από τα ελάχιστα γεωπολιτικά πεδία όπου οι μακροπρόθεσμες τάσεις προχωρούν σχεδόν ανεξάρτητα από τις βραχυπρόθεσμες πολιτικές κρίσεις.
Δεν είναι μόνο ένας νέος δρόμος για πλοία
Η συζήτηση για την Αρκτική συχνά περιορίζεται στις εμπορικές διαδρομές. Αυτό είναι ανεπαρκές.
Η περιοχή θέτει πολύ ευρύτερα ζητήματα:
- προστασίας του περιβάλλοντος,
- έρευνας και διάσωσης,
- ασφάλειας υποθαλάσσιων καλωδίων,
- ενεργειακών υποδομών,
- δορυφορικής και ψηφιακής επιτήρησης,
- επιστημονικής συνεργασίας,
- εκμετάλλευσης φυσικών πόρων,
- δικαιωμάτων των αυτόχθονων πληθυσμών,
- νομικής οριοθέτησης και διεθνούς δικαιοδοσίας.
Αυτές οι προκλήσεις δεν εμφανίζονται όταν ξεκινήσει η μαζική εμπορική δραστηριότητα. Προηγούνται αυτής.
Η διακυβέρνηση πρέπει επομένως να διαμορφωθεί πριν από την ευκαιρία και όχι μετά από αυτή.
Η Αρκτική ως μέρος του ενιαίου θαλάσσιου συστήματος της Ευρώπης
Η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζει την Αρκτική ως απομονωμένο γεωγραφικό χώρο.
Οι παγκόσμιες θαλάσσιες διαδρομές λειτουργούν ως ενιαίο σύστημα.
Όταν το Σουέζ διακόπτεται, αυξάνεται η σημασία εναλλακτικών οδών.
Όταν η Ερυθρά Θάλασσα γίνεται επισφαλής, επανέρχεται η συζήτηση για ανθεκτικότερες αλυσίδες εφοδιασμού.
Όταν τα Στενά του Ορμούζ απειλούνται από στρατιωτική κλιμάκωση, η ενεργειακή ασφάλεια συνδέεται αμέσως με τη γεωγραφική διαφοροποίηση.
Η Αρκτική πρέπει συνεπώς να ενταχθεί σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή θαλάσσια στρατηγική, η οποία δεν θα βασίζεται σε έναν μόνο διάδρομο, αλλά σε ένα δίκτυο εναλλακτικών διαδρομών, λιμένων και θεσμών.
Η ανθεκτικότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ύπαρξη περισσότερων δρόμων. Εξαρτάται από την ποιότητα των κανόνων που τους συνδέουν.
Η μάχη δεν είναι μόνο με τη Ρωσία
Η Ρωσία παραμένει ο σημαντικότερος στρατιωτικός και γεωγραφικός παράγοντας στην Αρκτική.
Ωστόσο, ο ανταγωνισμός είναι ευρύτερος.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς έχουν ήδη αρχίσει να ενισχύουν τις στρατηγικές και στρατιωτικές τους δυνατότητες στον Βορρά.
Η Κίνα επιδιώκει να παρουσιάζεται ως «σχεδόν αρκτική δύναμη», επενδύοντας σε επιστημονική έρευνα, πρώτες ύλες, λιμενικές υποδομές και μελλοντικές εμπορικές διαδρομές.
Οι σκανδιναβικές χώρες, ιδιαίτερα μετά τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, αποκτούν βαρύτερο ρόλο στην άμυνα και στην επιτήρηση της περιοχής.
Η Αρκτική μετατρέπεται επομένως σε χώρο όπου η περιβαλλοντική ατζέντα συνυπάρχει με τη λογική της αποτροπής, της στρατιωτικής παρουσίας και του ελέγχου των πόρων.
Ο κρίσιμος ρόλος των σκανδιναβικών και ατλαντικών χωρών
Για τη Δανία, τη Νορβηγία, τη Σουηδία, τη Φινλανδία και την Ισλανδία, η Αρκτική αποτελεί άμεσο ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Οι επιπτώσεις της, όμως, δεν σταματούν στον Βορρά.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι υπόλοιποι ατλαντικοί εταίροι έχουν κοινό συμφέρον να διασφαλίσουν ότι η μελλοντική διακυβέρνηση της περιοχής θα βασίζεται:
- στη συνεργασία,
- στην προβλεψιμότητα,
- στο διεθνές δίκαιο,
- στη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας,
- σε κοινά πρότυπα περιβαλλοντικής προστασίας,
- σε αξιόπιστους μηχανισμούς διαχείρισης κρίσεων.
Το αντίθετο σενάριο θα ήταν μια Αρκτική κατακερματισμένη σε ανταγωνιστικές ζώνες επιρροής, με ανεπαρκείς κανόνες και αυξημένο κίνδυνο στρατιωτικών ή εμπορικών συγκρούσεων.
Από το Γιβραλτάρ στην Αρκτική: Η ανάγκη μόνιμης θαλάσσιας διακυβέρνησης
Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η πρωτοβουλία για το Global Maritime Governance Forum, του οποίου η πρώτη συνάντηση σχεδιάζεται να πραγματοποιηθεί στο Γιβραλτάρ.
Η επιλογή του Γιβραλτάρ έχει ισχυρό συμβολισμό.
Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά σημεία της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας, εκεί όπου η Μεσόγειος συναντά τον Ατλαντικό.
Η σύνδεση του Γιβραλτάρ με την Αρκτική αναδεικνύει την ανάγκη για μια ενιαία οπτική: από τους νότιους θαλάσσιους διαδρόμους έως τον Άπω Βορρά, η παγκόσμια ασφάλεια των θαλασσών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά.
Στόχος μιας τέτοιας πλατφόρμας δεν πρέπει να είναι ακόμη μία γενική συζήτηση για λιμάνια ή μεταφορές, αλλά η δημιουργία μόνιμου χώρου συνεργασίας ανάμεσα σε:
- κυβερνήσεις,
- λιμενικές αρχές,
- ναυτιλιακές εταιρείες,
- ασφαλιστές,
- αμυντικούς φορείς,
- ακαδημαϊκά ιδρύματα,
- διεθνείς οργανισμούς.
Η αξία της πρωτοβουλίας βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι επιχειρεί να προετοιμάσει τους θεσμούς πριν αυτοί γίνουν απολύτως αναγκαίοι.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να περιμένει την εξομάλυνση με τη Μόσχα
Η ευρωπαϊκή πολιτική δεν πρέπει να εξαρτά την Αρκτική στρατηγική της από το πότε ή αν θα αποκατασταθούν οι σχέσεις με τη Ρωσία.
Η στρατηγική πρόβλεψη δεν μπορεί να περιμένει τη διπλωματική συγκυρία.
Η Ευρώπη οφείλει από τώρα να επενδύσει:
- στην έρευνα,
- στην επιτήρηση,
- στην ασφάλεια υποθαλάσσιων δικτύων,
- στη συνεργασία με τις αρκτικές και σκανδιναβικές χώρες,
- σε κοινά πρωτόκολλα διάσωσης,
- σε κανονισμούς για τη ναυσιπλοΐα,
- σε συστήματα προστασίας του περιβάλλοντος.
Η προετοιμασία αυτή δεν συνιστά εχθρική πράξη απέναντι σε οποιαδήποτε χώρα. Είναι προϋπόθεση ευρωπαϊκής κυριαρχίας και ασφάλειας.
Η Αρκτική είναι το επόμενο τεστ της ευρωπαϊκής αυτονομίας
Η Ευρωπαϊκή Ένωση συζητά εδώ και χρόνια για στρατηγική αυτονομία.
Η Αρκτική θα αποτελέσει ένα από τα πιο απαιτητικά τεστ αυτής της φιλοδοξίας.
Εάν η Ευρώπη περιοριστεί σε ρόλο παρατηρητή, τότε οι κανόνες θα καθοριστούν από άλλους: τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρωσία και την Κίνα.
Εάν, αντίθετα, αναπτύξει εγκαίρως θεσμούς, συνεργασίες και κοινή στρατηγική, μπορεί να διασφαλίσει ότι η Αρκτική δεν θα μετατραπεί σε ανεξέλεγκτο πεδίο ανταγωνισμού.
Το διακύβευμα είναι πολύ μεγαλύτερο από τις θαλάσσιες μεταφορές. Αφορά την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, την πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες, την προστασία στρατηγικών υποδομών και τη θέση της Ευρώπης στη νέα παγκόσμια γεωοικονομία.
Η Αρκτική δεν περιμένει
Το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό λάθος δεν θα ήταν να προβλέψει λανθασμένα πότε ακριβώς θα ανοίξουν νέες εμπορικές διαδρομές στον Αρκτικό Ωκεανό.
Θα ήταν να περιμένει μέχρι να ανοίξουν, πριν δημιουργήσει τους θεσμούς που θα τις διέπουν.
Οι κλιματικές, τεχνολογικές και γεωοικονομικές δυνάμεις που μεταμορφώνουν την περιοχή δεν εξαρτώνται από τις ευρωπαϊκές πολιτικές προτεραιότητες ούτε από το εκλογικό ημερολόγιο.
Η Αρκτική δεν περιμένει να τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Δεν περιμένει να σταθεροποιηθεί η Μέση Ανατολή.
Δεν περιμένει την αποκατάσταση των σχέσεων με τη Ρωσία.
Η Ευρώπη, επομένως, δεν μπορεί να περιμένει για να τη διακυβερνήσει.
Πηγή: pagenews.gr
