Μπερνάρ Αρνό: Η τέχνη, η ισχύς της LVMH και οι φοροαπαλλαγές εκατομμυρίων
Πηγή Φωτογραφίας: Reuters/Μπερνάρ Αρνό: Η τέχνη, η ισχύς της LVMH και οι φοροαπαλλαγές εκατομμυρίων
Ο Μπερνάρ Αρνό, επικεφαλής της LVMH και μία από τις ισχυρότερες προσωπικότητες του παγκόσμιου επιχειρείν, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ιδιαίτερα αιχμηρής συζήτησης γύρω από τη σχέση ανάμεσα στην τέχνη, τη φιλανθρωπία, την εταιρική προβολή και τις φορολογικές ελαφρύνσεις. Η κριτική επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο ο γαλλικός κολοσσός πολυτελών ειδών αξιοποίησε τη νομοθεσία για τις πολιτιστικές χορηγίες, χρηματοδοτώντας μουσεία, αγορές σπουδαίων έργων τέχνης και εντυπωσιακές εκθέσεις. Οι ενέργειες αυτές ενίσχυσαν την πολιτιστική παρουσία του ομίλου, αλλά παράλληλα του επέτρεψαν να επωφεληθεί από γενναιόδωρα φορολογικά κίνητρα.
Η τέχνη ως επίδειξη ισχύος
Ο Μπερνάρ Αρνό δεν αποτελεί απλώς έναν συλλέκτη έργων τέχνης. Μέσα από την LVMH έχει δημιουργήσει ένα ολόκληρο σύστημα πολιτιστικής επιρροής, το οποίο συνδέει την υψηλή τέχνη με τα μεγαλύτερα εμπορικά σήματα πολυτελείας.
Κεντρικό σημείο αυτής της στρατηγικής αποτελεί το Fondation Louis Vuitton στο Παρίσι, ένα εντυπωσιακό ιδιωτικό μουσείο σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Φρανκ Γκέρι. Το ίδρυμα φιλοξενεί σημαντικές εκθέσεις και έργα από τη συλλογή του Αρνό, προσελκύοντας εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες.
Ωστόσο, η λειτουργία του δεν περιορίζεται στην πολιτιστική προσφορά. Το μουσείο ενισχύει το κύρος του ομίλου, προσφέρει τεράστια διεθνή προβολή και συνδέει τα εμπορικά σήματα της LVMH με την αισθητική, την ιστορία και την πολιτιστική υπεροχή.
Η τέχνη μετατρέπεται έτσι όχι μόνο σε προσωπικό πάθος, αλλά και σε ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό εργαλείο εταιρικής ισχύος.
Οι γενναιόδωρες φορολογικές ελαφρύνσεις
Η γαλλική νομοθεσία επιτρέπει στις επιχειρήσεις να μειώνουν σημαντικά τη φορολογική τους επιβάρυνση όταν χρηματοδοτούν πολιτιστικές δράσεις που θεωρούνται ωφέλιμες για το κοινό. Σε ορισμένες μορφές χορηγίας, η φορολογική έκπτωση μπορεί να φτάσει το 60% της δωρεάς. Ακόμη μεγαλύτερο είναι το όφελος όταν μια επιχείρηση συμβάλλει στην αγορά έργων τέχνης που χαρακτηρίζονται «εθνικοί θησαυροί», καθώς η έκπτωση μπορεί να αγγίξει το 90%. Αυτό σημαίνει ότι μια φαινομενικά τεράστια οικονομική προσφορά μπορεί τελικά να κοστίσει στον χορηγό μόνο ένα μικρό μέρος της ονομαστικής της αξίας. Η νομοθεσία δημιουργήθηκε με στόχο να ενθαρρύνει τον ιδιωτικό τομέα να στηρίζει τον πολιτισμό. Στην πράξη, όμως, προκαλεί ερωτήματα για το αν οι μεγαλύτερες εταιρείες αποκτούν δυσανάλογα οφέλη, χρηματοδοτώντας δράσεις που ενισχύουν ταυτόχρονα τη δημόσια εικόνα τους.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Entrepreneurs On IG (@entrepreneursonig)
Η αγορά του πίνακα του Καγιεμπότ
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμβολή της LVMH στην απόκτηση του πίνακα «Ο βαρκάρης με το καπέλο» του Γκουστάβ Καγιεμπότ για το Musée d’Orsay.
Η εταιρεία προσέφερε περίπου 43 εκατομμύρια ευρώ για την αγορά του έργου. Εφόσον εφαρμόστηκε η προβλεπόμενη φορολογική έκπτωση 90%, το πραγματικό κόστος για τον όμιλο υπολογίζεται σε περίπου 4,3 εκατομμύρια ευρώ.
Η διαφορά είναι τεράστια και αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο ένα εντυπωσιακό πολιτιστικό δώρο μπορεί να συνοδεύεται από σημαντικό οικονομικό πλεονέκτημα.
Παρόμοια ήταν η συμμετοχή της LVMH στην αγορά του έργου «Καλάθι με άγριες φράουλες» του Ζαν Σιμεόν Σαρντέν για το Μουσείο του Λούβρου.
Τα ανταλλάγματα από τα δημόσια μουσεία
Η κριτική δεν περιορίζεται στις φοροαπαλλαγές. Ερωτήματα προκαλεί και η σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ της LVMH και μεγάλων κρατικών μουσείων της Γαλλίας. Μετά τη χρηματοδότηση σημαντικών αγορών, εμπορικά σήματα του ομίλου απέκτησαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν εμβληματικούς χώρους για επιδείξεις μόδας, πολυτελή δείπνα και εταιρικές εκδηλώσεις. Οι χώροι φέρεται να παραχωρήθηκαν σε ιδιαίτερα ευνοϊκές τιμές, δημιουργώντας την εικόνα ενός συστήματος αμοιβαίων εξυπηρετήσεων. Τα μουσεία αποκτούν πολύτιμα έργα τέχνης, ενώ η LVMH εξασφαλίζει πρόσβαση σε κτίρια παγκόσμιου κύρους για την προβολή των brands της. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν πρόκειται για θεμιτή συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα ή για μια σχέση στην οποία ο οικονομικά ισχυρότερος αποκτά προνομιακή πρόσβαση.
Η απάντηση του Αρνό
Ο Μπερνάρ Αρνό απέρριψε την εικόνα ότι έκανε κάτι παράτυπο ή κρυφό, επισημαίνοντας ότι αξιοποίησε ένα φορολογικό πλαίσιο το οποίο θεσπίστηκε από τη γαλλική Βουλή. Η θέση του είναι ξεκάθαρη: το κράτος δημιούργησε τα κίνητρα για να ενθαρρύνει τις ιδιωτικές δωρεές και η LVMH χρησιμοποίησε νόμιμα αυτό το σύστημα. Ο Αρνό υποστήριξε ότι κανείς δεν τον υποχρέωσε να χρηματοδοτήσει έργα τέχνης ή πολιτιστικές υποδομές και ότι, εφόσον η κοινωνία θεωρεί προβληματικό τον συγκεκριμένο μηχανισμό, η λύση είναι να αλλάξει ο νόμος. Η απάντησή του στηρίζεται στη νομιμότητα, δεν εξαφανίζει όμως τη συζήτηση για το αν η φορολογική πολιτική εξυπηρετεί τελικά περισσότερο τον δημόσιο πολιτισμό ή τις στρατηγικές των πανίσχυρων ομίλων.
Η LVMH ως πολιτιστική υπερδύναμη
Ο όμιλος του Αρνό ελέγχει μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της παγκόσμιας πολυτέλειας, όπως Louis Vuitton, Dior, Fendi, Givenchy και Moët & Chandon.
Η σύνδεση αυτών των εταιρειών με την τέχνη δεν αποτελεί τυχαία επιλογή. Οι εκθέσεις, τα μουσεία και οι συνεργασίες με καλλιτέχνες ενισχύουν το αφήγημα της υψηλής αισθητικής και δικαιολογούν την αποκλειστικότητα και τις υψηλές τιμές των προϊόντων.
Η πολιτιστική δραστηριότητα λειτουργεί επομένως ως μέρος ενός ευρύτερου επιχειρηματικού μοντέλου. Δημιουργεί κύρος, πρόσβαση σε ισχυρούς θεσμούς και μια δημόσια εικόνα προστάτη του πολιτισμού.
Φιλανθρωπία ή στρατηγική επένδυση;
Η υπόθεση του Μπερνάρ Αρνό δεν αφορά απλώς έναν δισεκατομμυριούχο που αγαπά την τέχνη. Αναδεικνύει μια ευρύτερη σύγκρουση γύρω από τη σύγχρονη φιλανθρωπία των πολυεθνικών και των υπερπλούσιων. Οι μεγάλες δωρεές μπορούν πράγματι να σώσουν έργα τέχνης, να χρηματοδοτήσουν μουσεία και να προσφέρουν στο κοινό πρόσβαση σε σπουδαίες συλλογές. Την ίδια στιγμή, όμως, προσφέρουν φορολογικές μειώσεις, τεράστια διαφημιστική αξία και πρόσβαση σε θεσμούς που δύσκολα θα αποκτούσε μια συνηθισμένη επιχείρηση. Η πραγματικότητα είναι λιγότερο ρομαντική από την εικόνα του ανιδιοτελούς συλλέκτη: η πολιτιστική προσφορά και το επιχειρηματικό συμφέρον μπορούν να συνυπάρχουν και να ενισχύουν το ένα το άλλο.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο