Η στροφή του Αλέξη Τσίπρα στην οικονομία δεν αποτελεί απλώς την αυτονόητη επιλογή ενός αρχηγού της αντιπολίτευσης που θέλει να πιέσει την κυβέρνηση στο ισχυρότερο μέτωπο δυσαρέσκειας.
Είναι ταυτόχρονα εκλογική στρατηγική.
Ο πρόεδρος της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης επιχειρεί να δημιουργήσει μια νέα κοινωνική συμμαχία, η οποία δεν περιορίζεται στους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της Αριστεράς.
Το κοινό στο οποίο απευθύνεται περιλαμβάνει εργαζόμενους της μεσαίας τάξης που αισθάνονται ότι η αύξηση των εισοδημάτων εξανεμίζεται από την ακρίβεια, νέους που δυσκολεύονται να αποκτήσουν κατοικία, οικογένειες που πιέζονται από τρόφιμα και ενέργεια, πρώην ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ που μετακινήθηκαν προς το ΠΑΣΟΚ ή την αποχή, αλλά και ένα δυσκολότερο εκλογικό ακροατήριο:
κεντρώους ψηφοφόρους που στήριξαν τον Κυριάκο Μητσοτάκη αλλά δεν αισθάνονται σήμερα ότι η οικονομική ανάπτυξη έχει βελτιώσει αναλόγως τη δική τους καθημερινότητα.
Οι αριθμοί εξηγούν την επιλογή
Η ακρίβεια κυριαρχεί με εντυπωσιακή συνέπεια στις δημοσκοπήσεις.
Σε μέτρηση της Pulse τον Ιούλιο, το 89% χαρακτήριζε την κρίση κόστους ζωής σημαντικό ή ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η ανάλυση της Prorata για τα θέματα που μπορούν να επηρεάσουν την εκλογική συμπεριφορά.
Ακρίβεια και κόστος ζωής: 83%.
Διαφθορά: 46%.
Υγεία: 29%.
Μισθοί και εργασιακές σχέσεις: 28%.
Η πολιτική σημασία είναι προφανής: ο Τσίπρας έχει επιλέξει να τοποθετήσει την αντιπολιτευτική στρατηγική του ακριβώς πάνω στα πεδία όπου καταγράφεται η μεγαλύτερη κοινωνική πίεση.
Από το 15% στο 20% είναι η πραγματική μάχη
Η ΕΛ.ΑΣ. έχει ήδη κατακτήσει δημοσκοπικά τη δεύτερη θέση σε σειρά μετρήσεων.
Στη Metron Analysis του Ιουνίου καταγραφόταν στο 15,2%, πίσω από τη ΝΔ στο 28,5% και μπροστά από το ΠΑΣΟΚ στο 11,2%.
Σε μέτρηση της Interview βρισκόταν στο 16%, έναντι 31,2% της ΝΔ και 14,7% του ΠΑΣΟΚ.
Η Pulse του Ιουλίου ανέβαζε ακόμη περισσότερο τον Τσίπρα, στο 17%, με τη ΝΔ στο 30% και το ΠΑΣΟΚ στο 11,5%.
Οι διαφορετικές εταιρείες δίνουν διαφορετικές αποστάσεις. Η γενική εικόνα, όμως, είναι αρκετά καθαρή:
η ΕΛ.ΑΣ. έχει δημιουργήσει έναν πρώτο εκλογικό πυρήνα περίπου 15%-17%, αλλά απέχει ακόμη πολύ από το σημείο στο οποίο θα μπορούσε πραγματικά να απειλήσει τη Νέα Δημοκρατία.
Και εδώ αρχίζει η δυσκολότερη φάση.
Το πρώτο 15% μπορεί να συγκροτηθεί κυρίως από επαναπατρισμό ψηφοφόρων του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ, μετακινήσεις από μικρότερα κόμματα της Κεντροαριστεράς και συσπείρωση γύρω από την προσωπικότητα Τσίπρα.
Το επόμενο 5% είναι πολύ δυσκολότερο.
Για να φτάσει προς το 20%, ο Τσίπρας χρειάζεται ψηφοφόρους που δεν θεωρούν ήδη τον εαυτό τους πολιτικά δικό του.
Πρώτη δεξαμενή: η παλιά εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ
Η ευκολότερη δεξαμενή είναι τα εκατομμύρια ψηφοφόρων που πέρασαν από τον ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο της εκλογικής του κυριαρχίας.
Το γεγονός ότι ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ καταγράφεται πλέον ακόμη και γύρω από το 2% σε ορισμένες μετρήσεις δείχνει ότι η παλιά εκλογική του βάση έχει ουσιαστικά διασκορπιστεί.
Ένα τμήμα πήγε στο ΠΑΣΟΚ.
Άλλο μετακινήθηκε σε μικρότερα κόμματα.
Και ένα σημαντικό κομμάτι εγκαταστάθηκε στην αποχή ή στην αδιευκρίνιστη ψήφο.
Ο Τσίπρας επιχειρεί να τους ξαναδώσει κοινή πολιτική στέγη.
Αλλά υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά από το παρελθόν.
Δεν μπορεί να αρκεστεί σε μια αναβίωση του ΣΥΡΙΖΑ.
Δεύτερη δεξαμενή: το ΠΑΣΟΚ
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο σκληρή μάχη.
Το ΠΑΣΟΚ και η ΕΛ.ΑΣ. διεκδικούν σε σημαντικό βαθμό επικαλυπτόμενα ακροατήρια: κεντροαριστερούς, προοδευτικούς ψηφοφόρους, δημοσίους υπαλλήλους, εργαζόμενους, τμήματα της μεσαίας τάξης και πολίτες που θέλουν κυβερνητική εναλλακτική απέναντι στη ΝΔ χωρίς να κινηθούν προς αντισυστημικές επιλογές.
Για τον Νίκο Ανδρουλάκη, επομένως, η οικονομική στροφή Τσίπρα είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη.
Διότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν προσπαθεί απλώς να πάρει ψηφοφόρους.
Προσπαθεί να πάρει από το ΠΑΣΟΚ τον τίτλο της βασικής κυβερνητικής αντιπολίτευσης.
Και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι έχει ήδη αποκτήσει προβάδισμα σε αυτή τη μάχη, χωρίς όμως το αποτέλεσμα να έχει κριθεί.
Τρίτη δεξαμενή: οι απογοητευμένοι της ΝΔ
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό «χρυσάφι» για την ΕΛ.ΑΣ.
Και ταυτόχρονα η μεγαλύτερη δυσκολία.
Υπάρχει τμήμα ψηφοφόρων που ψήφισε Νέα Δημοκρατία όχι λόγω ισχυρής ιδεολογικής ταύτισης, αλλά επειδή αξιολόγησε θετικά τη σταθερότητα, την οικονομική κανονικότητα και την κυβερνητική αποτελεσματικότητα.
Αυτούς τους ψηφοφόρους ο Τσίπρας δεν μπορεί να προσεγγίσει με επιστροφή στη ρητορική του 2015.
Χρειάζεται ακριβώς το αντίθετο.
Γι’ αυτό αποκτά τόσο μεγάλη σημασία η φράση:
«Το 2015 ήξερα τι ήθελα. Τώρα ξέρω και πώς».
Είναι ένα μήνυμα που απευθύνεται πολύ περισσότερο στον δύσπιστο κεντρώο ψηφοφόρο παρά στον ήδη πεπεισμένο αριστερό.
Το πρόβλημα του Τσίπρα: η προσωπική αρνητική ψήφος
Υπάρχει όμως ένα σοβαρό προειδοποιητικό στοιχείο.
Σε δημοσκόπηση της MARC στα τέλη Ιουνίου, σχεδόν έξι στους δέκα ερωτηθέντες εξέφραζαν αρνητική ή μάλλον αρνητική γνώμη για τη νέα ΕΛ.ΑΣ., ενώ περίπου ένας στους τέσσερις είχε θετική εικόνα.
Αυτό δημιουργεί ένα πιθανό «ταβάνι».
Η αναγνωρισιμότητα του Τσίπρα είναι τεράστιο πλεονέκτημα επειδή δεν χρειάζεται να συστηθεί στο εκλογικό σώμα.
Είναι όμως ταυτόχρονα μειονέκτημα επειδή μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος έχει ήδη σχηματισμένη άποψη για εκείνον.
Επομένως η μάχη του δεν είναι αναγνωρισιμότητας.
Είναι επαναξιολόγησης.
Γι’ αυτό μιλά για ακρίβεια και όχι για Αριστερά
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της νέας στρατηγικής.
Ο Τσίπρας αποφεύγει να εγκλωβίσει το οικονομικό του αφήγημα σε μια παραδοσιακή ιδεολογική συζήτηση.
Δεν λέει απλώς «περισσότερο κράτος».
Λέει:
φθηνότερο ρεύμα,
χαμηλότερο κόστος τροφίμων,
περισσότερα διαθέσιμα σπίτια,
καλύτερους πραγματικούς μισθούς,
έλεγχο των καρτέλ.
Αυτή είναι γλώσσα καθημερινότητας και όχι κομματικής ταυτότητας.
Και είναι απαραίτητη εάν θέλει να διεκδικήσει ψηφοφόρους πέρα από τα όρια της παραδοσιακής Αριστεράς.
Το εκλογικό τρίγωνο Μητσοτάκη – Τσίπρα – Ανδρουλάκη
Η νέα κατάσταση δημιουργεί ένα ενδιαφέρον πολιτικό τρίγωνο.
Ο Μητσοτάκης πρέπει να πείσει ότι η μακροοικονομική πρόοδος περνά πλέον με μεγαλύτερη ταχύτητα στα πραγματικά εισοδήματα.
Ο Τσίπρας πρέπει να πείσει ότι έχει κυβερνητική εναλλακτική και όχι απλώς αποτελεσματική αντιπολιτευτική ρητορική.
Ο Ανδρουλάκης πρέπει να αποδείξει ότι το ΠΑΣΟΚ μπορεί να παραμείνει ο βασικός πόλος της Κεντροαριστεράς απέναντι στην επιστροφή ενός πρώην πρωθυπουργού με πολύ υψηλότερη προσωπική αναγνωρισιμότητα.
Και οι τρεις, όμως, θα αναμετρηθούν τελικά στο ίδιο πεδίο:
την τσέπη της μεσαίας τάξης.
Ο πραγματικός στόχος δεν είναι η δεύτερη θέση
Η δεύτερη θέση είναι χρήσιμη επικοινωνιακά για τον Τσίπρα.
Δεν είναι όμως στρατηγικός στόχος.
Εάν η ΕΛ.ΑΣ. παραμείνει στο 15%-17% και η Νέα Δημοκρατία γύρω στο 30%, το πολιτικό σύστημα θα έχει αποκτήσει ισχυρότερο δεύτερο κόμμα αλλά όχι πραγματικό αντίπαλο εξουσίας.
Η κρίσιμη ζώνη αρχίζει ψηλότερα.
Ο Τσίπρας πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να περάσει το 20% και στη συνέχεια να περιορίσει αισθητά τη διαφορά από τη ΝΔ.
Για να συμβεί αυτό χρειάζονται ταυτόχρονα τρία πράγματα:
επαναπατρισμός της παλιάς κεντροαριστερής βάσης, διεμβολισμός του ΠΑΣΟΚ και μικρή αλλά πολιτικά πολύτιμη μετακίνηση κεντρώων ψηφοφόρων από τη ΝΔ.
Γι’ αυτό η ακρίβεια αποτελεί το ιδανικό πεδίο.
Δεν είναι «αριστερό» ή «δεξιό» πρόβλημα.
Είναι οριζόντιο.
Αγγίζει τον ιδιωτικό υπάλληλο, τον ελεύθερο επαγγελματία, τον συνταξιούχο, το νέο ζευγάρι και τη μεσαία οικογένεια.
Και εξηγεί γιατί ο Τσίπρας επιμένει ότι η απάντηση δεν βρίσκεται στα pass αλλά στη σύγκρουση με τα μεγάλα συμφέροντα.
Η συγκεκριμένη φράση δεν είναι μόνο οικονομική θέση.
Είναι το σύνθημα με το οποίο επιχειρεί να ξαναχτίσει κοινωνική πλειοψηφία.
Η ΔΕΘ θα δείξει εάν υπάρχει πραγματικά «Τσίπρας 2.0»
Μέχρι σήμερα ο Τσίπρας έχει πετύχει το πρώτο βήμα: επέστρεψε στο κέντρο του πολιτικού παιχνιδιού και η ΕΛ.ΑΣ. καταγράφεται σε σειρά μετρήσεων ως δεύτερη δύναμη.
Το δυσκολότερο ξεκινά τώρα.
Στη Θεσσαλονίκη θα πρέπει να μετατρέψει τη γενική υπόσχεση περί «σύγκρουσης με τα ολιγοπώλια» σε κυβερνητικό πρόγραμμα.
Πόσο θα κοστίσουν οι παρεμβάσεις;
Ποιος θα τις χρηματοδοτήσει;
Πώς θα μειωθεί κατά 30% το ενεργειακό κόστος;
Πόσες κατοικίες μπορούν πραγματικά να μπουν στην αγορά;
Πώς θα αυξηθούν οι πραγματικοί μισθοί χωρίς να πληγεί η ανταγωνιστικότητα;
Και πού τελειώνει η ρύθμιση της αγοράς και αρχίζει ο κρατικός παρεμβατισμός;
Αυτές είναι οι ερωτήσεις που θα κρίνουν εάν το σημερινό 15%-17% αποτελεί αφετηρία ή οροφή.
Γιατί ο πραγματικός αντίπαλος του Αλέξη Τσίπρα σε αυτή τη φάση δεν είναι μόνο ο Κυριάκος Μητσοτάκης ή ο Νίκος Ανδρουλάκης.
Είναι η μνήμη του 2015.
Και ολόκληρη η στρατηγική του «Τσίπρα 2.0» φαίνεται να στηρίζεται σε μία υπόσχεση:
«Τότε ήξερα τι ήθελα. Τώρα ξέρω και πώς».
Πηγή: pagenews.gr
