Οι Ηνωμένες Πολιτείες έβαλαν ένα σαφές όριο στον ενεργειακό πόλεμο της Ουκρανίας εναντίον της Ρωσίας: το Κίεβο μπορεί να συνεχίσει να πλήττει ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, αλλά όχι όταν οι επιθέσεις απειλούν κρίσιμες διεθνείς ροές πετρελαίου και μεγάλα αμερικανικά επιχειρηματικά συμφέροντα.
Σύμφωνα με τους Financial Times, ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς ζήτησε από τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, σε τηλεφωνική επικοινωνία στις 31 Ιουλίου, να σταματήσουν τα πλήγματα σε δεξαμενόπλοια που εξυπηρετούν τον θαλάσσιο τερματικό σταθμό του Caspian Pipeline Consortium (CPC) κοντά στο Νοβοροσίσκ.
Το Κίεβο συμφώνησε να μην πλήττει τις εγκαταστάσεις του CPC και μη ρωσικά πλοία, εφόσον δεν περιλαμβάνονται στις ουκρανικές κυρώσεις και δεν μεταφέρουν ρωσικό πετρέλαιο ή άλλα ρωσικά φορτία.
Η απόφαση σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή.
Η Ουάσιγκτον εισάγει πλέον στην ουκρανική στρατηγική στόχευσης όχι μόνο στρατιωτικά, αλλά και γεωοικονομικά κριτήρια.
Γιατί το Νοβοροσίσκ έγινε κόκκινη γραμμή
Το πρόβλημα είναι ότι ο CPC αποτελεί μια ασυνήθιστη ενεργειακή υποδομή.
Ο αγωγός μήκους περίπου 1.500 χιλιομέτρων ξεκινά από τα πετρελαϊκά κοιτάσματα του δυτικού Καζακστάν, διασχίζει τη Ρωσία και καταλήγει στη Μαύρη Θάλασσα, κοντά στο Νοβοροσίσκ.
Η Chevron αναφέρει ότι περίπου το 90% του πετρελαίου που μεταφέρει ο CPC προέρχεται από το Καζακστάν.
Γεωγραφικά επομένως ο τερματικός βρίσκεται στη Ρωσία.
Οικονομικά όμως η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Μεγάλο μέρος του αργού είναι καζακικό, ενώ στο μετοχικό κεφάλαιο του αγωγού συμμετέχουν σημαντικές δυτικές ενεργειακές εταιρείες.
Η Chevron ελέγχει το 15% του CPC και η Mobil Caspian Pipeline Company, συμφερόντων ExxonMobil, το 7,5%.
Παράλληλα, οι δύο αμερικανικοί όμιλοι διαθέτουν τεράστια συμφέροντα στα ίδια τα κοιτάσματα που τροφοδοτούν τον αγωγό.
Η Chevron κατέχει το 50% του Tengiz και η ExxonMobil το 25%, σύμφωνα με τους Financial Times.
Ένα ουκρανικό χτύπημα λοιπόν στο συγκεκριμένο ενεργειακό σύστημα δεν πλήττει αποκλειστικά τη Ρωσία.
Μπορεί να πλήξει ταυτόχρονα το Καζακστάν, αμερικανικές εταιρείες και την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου.
Η αγορά έστειλε το μήνυμα
Οι επιθέσεις του Ιουλίου έδειξαν πόσο ευάλωτη είναι αυτή η αλυσίδα.
Μετά τα ουκρανικά πλήγματα σε δεξαμενόπλοια, οι μεταφορές διαταράχθηκαν και το Καζακστάν αναγκάστηκε προσωρινά να περιορίσει τη διοχέτευση πετρελαίου προς τον τερματικό.
Οι Financial Times υπολογίζουν ότι οι φορτώσεις του CPC μειώθηκαν τον Ιούλιο στα περίπου 1,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως, δηλαδή περισσότερο από 300.000 βαρέλια λιγότερα σε σχέση με τον Ιούνιο και περίπου 600.000 λιγότερα από τον Μάιο.
Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο οι φυσικές ζημιές.
Αρκεί τα δεξαμενόπλοια να θεωρήσουν μια περιοχή υπερβολικά επικίνδυνη.
Οι ναύλοι και τα ασφάλιστρα αυξάνονται, οι πλοιοκτήτες αποφεύγουν τον τερματικό και η ροή μπορεί να μειωθεί χωρίς να καταστραφεί ούτε ένα μέτρο αγωγού.
Τον Ιούλιο, μετά τις επιθέσεις, το Brent είχε σημειώσει άνοδο 2,5%, στα 91,44 δολάρια το βαρέλι.
Το αμερικανικό δίλημμα
Εδώ βρίσκεται η πραγματική αιτία της παρέμβασης Βανς.
Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει την προσπάθεια της Ουκρανίας να περιορίσει τα έσοδα που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική μηχανή.
Δεν θέλει όμως η στρατηγική αυτή να οδηγήσει σε απώλεια πετρελαίου που δεν είναι ρωσικό από την παγκόσμια αγορά.
Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε στους FT ότι η κυβέρνηση θεωρεί τον CPC «ζωτικής σημασίας» αγωγό καζακικής ενέργειας προς τις ευρωπαϊκές αγορές και εναλλακτική πηγή έναντι της ρωσικής ενέργειας.
Η διάκριση είναι κρίσιμη.
Η στρατηγική των ΗΠΑ δεν είναι:
«μην πλήττετε το ρωσικό πετρέλαιο».
Είναι περισσότερο:
«μην μετατρέπετε τον πόλεμο κατά των ρωσικών ενεργειακών εσόδων σε πόλεμο κατά της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου».
Το Ορμούζ αλλάζει ολόκληρη την εξίσωση
Η χρονική συγκυρία κάνει την υπόθεση ακόμη πιο σημαντική.
Οι διεθνείς αγορές βρίσκονται ήδη αντιμέτωπες με σοβαρή αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία υπό κανονικές συνθήκες διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου.
Οι εντάσεις στην περιοχή έχουν ήδη προκαλέσει σημαντικές διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές.
Για την Ουάσιγκτον, η ταυτόχρονη απειλή δύο κρίσιμων ενεργειακών διαδρόμων —του Περσικού Κόλπου και της Μαύρης Θάλασσας— δημιουργεί έναν επικίνδυνο συνδυασμό.
Η αλυσίδα είναι απλή:
λιγότερες φορτώσεις → μικρότερη προσφορά → υψηλότερο Brent → ακριβότερα καύσιμα → νέες πληθωριστικές πιέσεις.
Και αυτό μετατρέπει μια στρατιωτική απόφαση του Κιέβου σε ζήτημα αμερικανικής οικονομικής πολιτικής.
Ο Ζελένσκι χρειάζεται Patriot
Η υπόθεση αποκαλύπτει επίσης τον πραγματικό συσχετισμό ισχύος ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Κίεβο.
Την ίδια στιγμή που ο Βανς ζητούσε περιορισμό των επιθέσεων, η Ουκρανία επιδίωκε αμερικανική άδεια για παραγωγή αναχαιτιστικών πυραύλων Patriot και την αγορά εκατοντάδων επιπλέον πυραύλων πριν από τον χειμώνα.
Ο Ζελένσκι είχε χαρακτηρίσει την αεράμυνα και τα Patriot «κορυφαία προτεραιότητα» κατά την ίδια τηλεφωνική επικοινωνία.
Αυτό δίνει στην Ουάσιγκτον έναν εξαιρετικά ισχυρό μοχλό.
Η Ουκρανία χρειάζεται αμερικανική στρατιωτική τεχνολογία για να προστατεύσει τις πόλεις και τις ενεργειακές υποδομές της.
Οι ΗΠΑ μπορούν επομένως να χρησιμοποιούν αυτή την εξάρτηση για να επηρεάζουν το εύρος της ουκρανικής στρατηγικής.
Το Κίεβο δεν σταμάτησε τον ενεργειακό πόλεμο
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Ουκρανία εγκαταλείπει την εκστρατεία κατά της ρωσικής ενεργειακής οικονομίας.
Το αντίθετο.
Αποφεύγοντας πλέον τον CPC, έχει συνεχίσει και εντείνει χτυπήματα εναντίον άλλων ρωσικών ενεργειακών και στρατιωτικών στόχων.
Την ίδια ημέρα που αποκαλύφθηκε η συμφωνία, ουκρανικά drones και πύραυλοι έπληξαν τη ρωσική ναυτική βάση στο Νοβοροσίσκ, ενώ το Κίεβο έχει επιτεθεί και σε σειρά διυλιστηρίων βαθιά μέσα στη Ρωσία.
Δημιουργείται έτσι ένας νέος διαχωρισμός στόχων.
Ρωσικό διυλιστήριο: θεμιτός στρατηγικός στόχος για το Κίεβο.
Ρωσικό λιμάνι που εξάγει ρωσικό πετρέλαιο: δυνητικός στόχος.
Υποδομή μέσα στη Ρωσία που μεταφέρει κυρίως καζακικό αργό και περιλαμβάνει αμερικανικά συμφέροντα: κόκκινη γραμμή για την Ουάσιγκτον.
Ένας προστατευμένος ενεργειακός διάδρομος μέσα στη Ρωσία
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο γεωπολιτικό αποτέλεσμα.
Χωρίς να το ανακοινώσει επίσημα ως τέτοιο, η αμερικανική παρέμβαση δημιουργεί ουσιαστικά ένα προστατευμένο ενεργειακό περίγραμμα μέσα σε ρωσικό έδαφος.
Όχι για να προστατευθεί η Ρωσία.
Αλλά για να προστατευθούν:
το καζακικό πετρέλαιο,
οι ευρωπαϊκές εισαγωγές,
οι επενδύσεις Chevron και ExxonMobil,
και η σταθερότητα της διεθνούς αγοράς.
Η Μόσχα απολαμβάνει έτσι μια έμμεση επιχειρησιακή προστασία γύρω από συγκεκριμένες εγκαταστάσεις, επειδή η οικονομική τους λειτουργία είναι διεθνής.
Αυτό δείχνει πόσο δύσκολο έχει γίνει πλέον να ξεχωρίσει κανείς την πολεμική γεωγραφία από την παγκόσμια οικονομία.
Η νέα αμερικανική κόκκινη γραμμή
Η υπόθεση CPC δείχνει ότι η Ουάσιγκτον διαμορφώνει σταδιακά έναν νέο κανόνα για τον ενεργειακό πόλεμο.
Η πίεση στη ρωσική οικονομία μπορεί να συνεχίζεται.
Όχι όμως χωρίς όρια.
Όταν ένα χτύπημα αρχίζει να απειλεί σημαντικές τρίτες χώρες, αμερικανικά εταιρικά συμφέροντα ή την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου, η αμερικανική ανοχή μειώνεται δραστικά.
Και αυτό δημιουργεί ένα νέο πεδίο διαπραγμάτευσης μεταξύ Ουάσιγκτον και Κιέβου.
Για την Ουκρανία, κάθε στόχος δεν αξιολογείται πλέον μόνο με βάση τη στρατιωτική του αξία.
Πρέπει να εξετάζεται και το ποιος κατέχει την υποδομή, ποιας χώρας είναι το πετρέλαιο, ποιο πλοίο το μεταφέρει και τι μπορεί να συμβεί στην τιμή του Brent εάν η ροή σταματήσει.
Ο πόλεμος της ενέργειας αποκτά έτσι νέους κανόνες.
Και η παρέμβαση Βανς δείχνει ποιος έχει τη δυνατότητα να τους επιβάλει.
Πηγή: pagenews.gr
