Έρευνα 2 ταχυτήτων στην Ευρώπη: Η Ελλάδα βάζει τα μισά από την Ε.Ε –Κενό στην επόμενη ημέρα της οικονομίας
Πηγή Φωτογραφίας: pixabay//Έρευνα δύο ταχυτήτων στην Ευρώπη: Η Ελλάδα βάζει τα μισά από την Ε.Ε –Το «κενό» που απειλεί την επόμενη ημέρα της οικονομίας
Η Ελλάδα μπορεί να μιλά όλο και περισσότερο για καινοτομία, τεχνητή νοημοσύνη, ψηφιακή μετάβαση και νέο παραγωγικό μοντέλο, όμως πίσω από τις εξαγγελίες υπάρχει ένας αριθμός που αποτυπώνει το πραγματικό πρόβλημα: η κρατική χρηματοδότηση της έρευνας εξακολουθεί να κινείται σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Τα στοιχεία για το 2025 δείχνουν ότι οι κρατικές πιστώσεις για Έρευνα και Ανάπτυξη στην Ελλάδα αντιστοιχούν σε περίπου 123 ευρώ ανά κάτοικο, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης φθάνει τα 288,9 ευρώ.
Με απλά λόγια, η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από το μισό της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης ανά κάτοικο.
Και αυτό παρά το γεγονός ότι μέσα σε μία δεκαετία έχει σημειωθεί σημαντική αύξηση: από περίπου 85 ευρώ ανά κάτοικο το 2015, στα 123 ευρώ το 2025, δηλαδή άνοδος περίπου 45%.
Το πρόβλημα είναι ότι την ίδια περίοδο κινήθηκε προς τα πάνω και η υπόλοιπη Ευρώπη. Έτσι, η απόσταση δεν έκλεισε όσο θα απαιτούσε μια οικονομία που θέλει να αλλάξει παραγωγικό μοντέλο.
Η εικόνα συνδέεται με ένα ευρύτερο διαρθρωτικό ζήτημα. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει στην τελευταία έκθεσή της για την Ελλάδα ότι οι χαμηλές ιδιωτικές επενδύσεις σε R&D περιορίζουν τη βελτίωση της παραγωγικότητας. Οι επιχειρηματικές επενδύσεις έχουν αυξηθεί, αλλά παραμένουν στο 0,9% του ΑΕΠ έναντι 1,5% στην Ε.Ε.
Τα 123 ευρώ απέναντι στα 289 ευρώ της Ευρώπης
Η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα εάν εξεταστεί η πορεία της τελευταίας δεκαετίας.
Στην Ε.Ε., οι κρατικές πιστώσεις για έρευνα αυξήθηκαν από περίπου 183,2 ευρώ ανά κάτοικο το 2015 σε 288,9 ευρώ το 2025, μια ενίσχυση της τάξης του 58%.
Στην Ελλάδα αυξήθηκαν από 85 σε 123 ευρώ, περίπου 45%.
Η χώρα, επομένως, βελτίωσε τις επιδόσεις της σε απόλυτους αριθμούς, αλλά η Ευρώπη έτρεξε γρηγορότερα.
Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη ανάγνωση των στοιχείων.
Δεν αρκεί μια χώρα να επενδύει περισσότερα από όσα επένδυε πριν από δέκα χρόνια. Σε έναν διεθνή ανταγωνισμό τεχνολογίας, κεφαλαίων και επιστημονικού δυναμικού, έχει σημασία πόσο γρήγορα κινείται σε σχέση με τους ανταγωνιστές της.
Ήδη από το 2023 η Eurostat κατέγραφε κρατικές πιστώσεις για R&D ύψους 275,6 ευρώ ανά κάτοικο στην Ε.Ε., αυξημένες κατά 53,3% σε μία δεκαετία.
Και ως ποσοστό του ΑΕΠ η Ελλάδα χάνει έδαφος
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η σύγκριση των κρατικών πιστώσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που αποτυπώνονται για το 2025, η Ελλάδα βρίσκεται περίπου στο 0,51% του ΑΕΠ, έναντι 0,69% στην Ε.Ε.
Μάλιστα, εδώ εμφανίζεται μια παράδοξη εικόνα.
Το 2015 η αντίστοιχη ελληνική επίδοση ήταν περίπου 0,53%. Δηλαδή, παρά την αύξηση των χρημάτων σε απόλυτους όρους, το σχετικό βάρος της κρατικής χρηματοδότησης της έρευνας στην οικονομία δεν έχει ενισχυθεί.
Αντίθετα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο η αναλογία έχει αυξηθεί.
Αυτό είναι το πραγματικό καμπανάκι: η έρευνα παίρνει περισσότερα ευρώ, όχι όμως μεγαλύτερο κομμάτι της οικονομικής πίτας.
Η βιομηχανική τεχνολογία είναι η μεγάλη εξαίρεση
Υπάρχει πάντως ένας τομέας στον οποίο η Ελλάδα παρουσιάζει εντυπωσιακή μεταβολή: η χρηματοδότηση για έρευνα που συνδέεται με τη βιομηχανική παραγωγή και την τεχνολογία.
Οι σχετικές κρατικές πιστώσεις αυξήθηκαν από περίπου 3 ευρώ ανά κάτοικο το 2015 σε 13,5 ευρώ το 2025, δηλαδή κατά περίπου 350%.
Στην Ε.Ε. η αύξηση την ίδια περίοδο ήταν σαφώς μικρότερη, περίπου 51%, από 18,2 σε 27,5 ευρώ.
Η ελληνική αφετηρία, βέβαια, ήταν εξαιρετικά χαμηλή.
Η απόσταση από την Ευρώπη επομένως παραμένει, αλλά η συγκεκριμένη κατηγορία δείχνει ότι όταν οι πόροι κατευθύνονται συστηματικά προς έναν στόχο, το χάσμα μπορεί να περιοριστεί.
Και αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αναζητεί μεγαλύτερη τεχνολογική και βιομηχανική αυτονομία, από τους ημιαγωγούς και την άμυνα μέχρι την ενέργεια και την τεχνητή νοημοσύνη.
Στην Υγεία η ψαλίδα είναι μικρότερη
Διαφορετική είναι η εικόνα στην έρευνα για την Υγεία.
Η Ελλάδα κινείται περίπου στα 13,9 ευρώ ανά κάτοικο, έναντι 19,3 ευρώ στην Ε.Ε.
Το 2015 βρισκόταν στα 10,4 ευρώ, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 12,9 ευρώ.
Άρα η ελληνική χρηματοδότηση αυξήθηκε περίπου 34% μέσα στη δεκαετία, έναντι περίπου 50% στην Ε.Ε.
Και εδώ υπάρχει πρόοδος, αλλά η απόσταση μεγαλώνει αντί να κλείνει.
Ποιος πληρώνει τελικά την ελληνική έρευνα
Η συνολική εικόνα των δαπανών R&D είναι περισσότερο σύνθετη από τις κρατικές πιστώσεις και μόνο.
Τα στοιχεία του 2024 δείχνουν συνολικές δαπάνες Έρευνας και Ανάπτυξης περίπου 3,62 δισ. ευρώ.
Το μεγαλύτερο μέρος προήλθε από τις επιχειρήσεις, με περίπου 1,68 δισ. ευρώ ή 46,5%.
Το κράτος χρηματοδότησε περίπου 1,21 δισ. ευρώ, δηλαδή το 33,5%.
Από το εξωτερικό προήλθαν περίπου 637 εκατ. ευρώ ή 17,6%, ενώ περίπου 79 εκατ. ευρώ προήλθαν από φορείς τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και 9,5 εκατ. από ιδιωτικούς μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η ελληνική έρευνα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον κρατικό προϋπολογισμό. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις αποτελούν πλέον τον μεγαλύτερο χρηματοδότη.
Όμως και εκεί η σύγκριση με την Ευρώπη αποκαλύπτει το επόμενο πρόβλημα.
Το δεύτερο κενό: Οι επιχειρήσεις
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι εταιρικές επενδύσεις στην έρευνα αυξάνονται γρήγορα στην Ελλάδα.
Ωστόσο, η απόσταση παραμένει σημαντική: 0,9% του ΑΕΠ στην Ελλάδα έναντι 1,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Επομένως, η χώρα αντιμετωπίζει ένα διπλό επενδυτικό κενό.
Από τη μία, οι κρατικές πιστώσεις παραμένουν χαμηλές.
Από την άλλη, ο ιδιωτικός τομέας δεν έχει ακόμη αποκτήσει την ερευνητική ένταση των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών οικονομιών.
Αυτό έχει άμεση σχέση με τη δομή της ελληνικής οικονομίας: πολλές μικρές επιχειρήσεις, περιορισμένος αριθμός μεγάλων βιομηχανικών ομίλων, μικρότερη σύνδεση πανεπιστημίων και παραγωγής και δυσκολότερη μεταφορά τεχνολογίας στις ΜμΕ.
Η Κομισιόν εντοπίζει ακριβώς αυτή την ανάγκη, υπογραμμίζοντας τη σημασία των δεσμών επιστήμης και τεχνολογίας και της μεταφοράς τεχνογνωσίας προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Το παράδοξο των ευρωπαϊκών δισεκατομμυρίων
Η υστέρηση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα επειδή η Ελλάδα βρίσκεται τα τελευταία χρόνια σε περίοδο εξαιρετικά υψηλής εισροής ευρωπαϊκών κεφαλαίων.
Το ελληνικό Ταμείο Ανάκαμψης διαθέτει συνολικό επενδυτικό φάκελο 35,95 δισ. ευρώ, ενώ μέχρι τον Ιούνιο του 2026 είχαν εκταμιευθεί 24,6 δισ. ευρώ. Παράλληλα, η πολιτική συνοχής της περιόδου 2021-2027 παρέχει στην Ελλάδα 20,5 δισ. ευρώ κοινοτικών πόρων —25,7 δισ. μαζί με την εθνική συγχρηματοδότηση— και σχεδόν 4 δισ. κατευθύνονται σε έρευνα, καινοτομία, ανταγωνιστικότητα των ΜμΕ και δράσεις μετάβασης.
Άρα το ερώτημα δεν είναι απλώς πόσα ευρωπαϊκά χρήματα εισρέουν.
Είναι εάν αυτά τα κεφάλαια δημιουργούν μια μόνιμη ερευνητική βάση που θα συνεχίσει να λειτουργεί όταν ολοκληρωθούν τα έκτακτα ευρωπαϊκά προγράμματα.
Το μεγάλο στοίχημα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Εδώ βρίσκεται και το πολιτικοοικονομικό ζήτημα της επόμενης ημέρας.
Η έρευνα δεν λειτουργεί όπως ένα κατασκευαστικό έργο που ολοκληρώνεται και παραδίδεται. Χρειάζεται σταθερότητα χρηματοδότησης σε βάθος χρόνου, εργαστήρια, ανθρώπινο δυναμικό, συνεργασίες με επιχειρήσεις και δυνατότητα των επιστημόνων να σχεδιάζουν προγράμματα πολλών ετών.
Αν η χρηματοδότηση βασίζεται υπερβολικά σε έκτακτους ευρωπαϊκούς πόρους, υπάρχει κίνδυνος να δημιουργούνται περίοδοι μεγάλης κινητικότητας που ακολουθούνται από χρηματοδοτικά κενά.
Και αυτό έχει μια πολύ συγκεκριμένη συνέπεια: ταλαντούχοι ερευνητές και επιστήμονες αναζητούν συστήματα όπου γνωρίζουν ότι η χρηματοδότηση, οι υποδομές και οι επαγγελματικές προοπτικές δεν εξαρτώνται από τον επόμενο κύκλο ενός ευρωπαϊκού προγράμματος.
Η έρευνα δεν είναι πολυτέλεια – Είναι παραγωγική πολιτική
Για χρόνια η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα αντιμετώπιζε την έρευνα κυρίως ως πανεπιστημιακή ή επιστημονική υπόθεση.
Αυτό το μοντέλο έχει ξεπεραστεί.
Η έρευνα σήμερα συνδέεται άμεσα με την παραγωγικότητα, τους υψηλότερους μισθούς, τις εξαγωγές, τη βιομηχανία, την άμυνα, την ενέργεια, τα φάρμακα, την τεχνητή νοημοσύνη και τη δυνατότητα μιας χώρας να κρατήσει εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.
Γι’ αυτό και το πραγματικό πρόβλημα των 123 ευρώ δεν είναι η θέση της Ελλάδας σε έναν ακόμη ευρωπαϊκό πίνακα.
Είναι το παραγωγικό μοντέλο που κρύβεται πίσω από τον αριθμό.
Η χώρα έχει κάνει βήματα. Οι επιχειρηματικές επενδύσεις αυξάνονται, η χρηματοδότηση της βιομηχανικής τεχνολογίας έχει ενισχυθεί σημαντικά και μεγάλοι ευρωπαϊκοί πόροι διοχετεύονται στην καινοτομία.
Αλλά ο ανταγωνισμός δεν περιμένει.
Όταν η Ευρώπη επενδύει σχεδόν 289 ευρώ ανά κάτοικο και η Ελλάδα 123, η απόσταση δεν είναι απλώς λογιστική. Είναι απόσταση σε εργαστήρια, τεχνολογία, πατέντες, επιχειρήσεις και τελικά σε παραγωγικότητα.
Και αν η Ελλάδα θέλει πραγματικά να περάσει από μια οικονομία κατανάλωσης και υπηρεσιών σε μια οικονομία υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, τότε η έρευνα δεν μπορεί να παραμένει ο «φτωχός συγγενής» της ανάπτυξης.
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο