Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να μεταφέρει το κέντρο βάρους της αντιπαράθεσης με το Ιράν από το στρατιωτικό στο οικονομικό πεδίο, εξαπολύοντας μια νέα εκστρατεία που φιλοδοξεί να αποκόψει την Τεχεράνη όχι απλώς από τις δυτικές αγορές, αλλά από τους μηχανισμούς που της επέτρεψαν επί χρόνια να επιβιώνει κάτω από κυρώσεις.
Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος τη βάφτισε «Economic D-Day», υποσχόμενος τη σκληρότερη οικονομική επιχείρηση που έχει εφαρμοστεί εναντίον χώρας και απειλώντας με βαριές συνέπειες κυβερνήσεις, τράπεζες και επιχειρήσεις που εξακολουθούν να προσφέρουν οικονομική «γραμμή ζωής» στο Ιράν. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ αναμένεται τη Δευτέρα να παρουσιάσει τις λεπτομέρειες των νέων μέτρων.
Το ερώτημα όμως είναι πολύ μεγαλύτερο από το εύρος ενός ακόμη πακέτου κυρώσεων:
Μπορεί η οικονομική πίεση να αναγκάσει αυτή τη φορά την Τεχεράνη να κάνει τις πολιτικές και στρατηγικές παραχωρήσεις που δεκαετίες κυρώσεων δεν κατάφεραν να αποσπάσουν;
Γιατί αυτή τη φορά μπορεί να είναι διαφορετικά
Το Ιράν έχει μάθει να ζει με τις αμερικανικές κυρώσεις. Έχει δημιουργήσει δίκτυα παράκαμψης, σκιώδεις χρηματοπιστωτικούς μηχανισμούς, εταιρείες-βιτρίνες και έναν ολόκληρο μηχανισμό εμπορίας πετρελαίου έξω από το δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Ακριβώς εκεί επιχειρεί τώρα να χτυπήσει η Ουάσινγκτον.
Σύμφωνα με το Al-Monitor, η αμερικανική στρατηγική στοχεύει στους μηχανισμούς που επέτρεψαν στην ιρανική οικονομία να αντέξει προηγούμενες περιόδους «maximum pressure»: λαθρεμπόριο πετρελαίου, shadow banking, front companies και εμπόριο μέσω τρίτων χωρών.
Η διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά οι κυρώσεις δεν εφαρμόζονται σε μια ιρανική οικονομία που ξεκινά από σχετικά κανονικές συνθήκες.
Έρχονται έπειτα από μήνες πολέμου, καταστροφές, περιορισμούς στις εξαγωγές και έναν ολοένα αποτελεσματικότερο αμερικανικό αποκλεισμό.
Το πετρέλαιο είναι το μεγάλο όπλο
Η σημαντικότερη μεταβλητή παραμένει το πετρέλαιο.
Ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας του Ιράν Αμπντολνασέρ Χεματί παραδέχθηκε αυτή την εβδομάδα ότι η χώρα ουσιαστικά δεν εξάγει πλέον πετρέλαιο, εξαιτίας του αμερικανικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών.
Αυτό είναι δυνητικά πολύ πιο επικίνδυνο για την Τεχεράνη από μια ακόμη συμβατική δέσμη χρηματοπιστωτικών κυρώσεων.
Χωρίς πετρελαϊκές εξαγωγές περιορίζεται η πρόσβαση σε συνάλλαγμα, πιέζονται τα κρατικά έσοδα και δυσκολεύεται η χρηματοδότηση τόσο της εσωτερικής οικονομίας όσο και του πολεμικού μηχανισμού.
Ο Τραμπ έχει ήδη επιχειρήσει να παρουσιάσει αυτή την οικονομική φθορά ως λόγο για τον οποίο η Ουάσινγκτον μπορεί να περιμένει.
«Απλώς παρακολουθούμε το Ιράν, με τον τεράστιο πληθωρισμό του και το γεγονός ότι δεν έχει χρήματα», είχε δηλώσει νωρίτερα μέσα στον Αύγουστο, εξηγώντας τη νέα, πιο «low-key» προσέγγισή του.
Το πραγματικό πεδίο μάχης είναι η Κίνα
Το σχέδιο όμως θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό εκτός Ιράν.
Και κυρίως στο Πεκίνο.
Η Κίνα αγοράζει περισσότερο από το 80% του ιρανικού πετρελαίου που εξάγεται διά θαλάσσης, σύμφωνα με στοιχεία της Kpler για το 2025 που επικαλείται το Reuters.
Εάν η Ουάσινγκτον καταφέρει να κάνει το οικονομικό κόστος της συνεργασίας με την Τεχεράνη μεγαλύτερο από το όφελος, τότε το αμερικανικό σχέδιο αποκτά πραγματικά διαφορετική διάσταση.
Το Πεκίνο, ωστόσο, ήδη αντιδρά.
Μετά τις νέες απειλές Τραμπ, το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών υποστήριξε ότι οι κυρώσεις και η πίεση δεν αποτελούν λύση και κάλεσε τις εμπλεκόμενες πλευρές να επιστρέψουν στη διπλωματία.
Επομένως, το «Economic D-Day» μπορεί εύκολα να εξελιχθεί από αμερικανοϊρανική σύγκρουση σε δοκιμασία ισχύος μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου.
Ο Τραμπ απειλεί πλέον και όσους βοηθούν το Ιράν
Η νέα στρατηγική δεν περιορίζεται στις κλασικές κυρώσεις κατά ιρανικών εταιρειών.
Ο Τραμπ έχει προειδοποιήσει ότι οποιαδήποτε χώρα επιτρέπει σε τράπεζες, επιχειρήσεις, αεροδρόμια ή κρατικούς φορείς να παρέχουν οικονομική σανίδα σωτηρίας στην Τεχεράνη μπορεί να αντιμετωπίσει σοβαρές οικονομικές συνέπειες.
Στη λίστα των δραστηριοτήτων που θέλει να εξαλείψει η Ουάσινγκτον βρίσκονται το λαθρεμπόριο πετρελαίου, οι γραμμές ανταλλαγής, οι μεταφορές μετρητών, τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος, οι νηολογήσεις πλοίων και οι εταιρείες-βιτρίνες.
Πρόκειται ουσιαστικά για προσπάθεια επιβολής μιας επιλογής στις τρίτες χώρες:
οικονομικές σχέσεις με το Ιράν ή πρόσβαση στο αμερικανικό οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Το πρώτο μεγάλο ρήγμα: ΗΑΕ
Υπάρχουν ήδη ενδείξεις ότι αυτή η πίεση μπορεί να παράγει αποτελέσματα.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν την αναστολή των οικονομικών συναλλαγών με το Ιράν, μια εξέλιξη ιδιαίτερα σημαντική λόγω του ιστορικού ρόλου του Ντουμπάι ως εμπορικού και χρηματοπιστωτικού κόμβου για την ιρανική οικονομία. Η κίνηση ήρθε επίσης μετά την εκτόξευση δύο ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων προς τα Εμιράτα.
Εάν ακολουθήσουν και άλλοι εμπορικοί εταίροι, η δυνατότητα της Τεχεράνης να ανακυκλώνει χρήματα, προϊόντα και πετρέλαιο μέσω τρίτων χωρών θα περιοριστεί αισθητά.
Η Τεχεράνη απαντά: «Δεν θα λυγίσουμε»
Το Ιράν επιχειρεί από την πλευρά του να παρουσιάσει τη νέα αμερικανική εκστρατεία ως απόδειξη ότι η στρατιωτική πίεση δεν πέτυχε τους στόχους της.
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Εσμαΐλ Μπαγαΐ έχει χαρακτηρίσει τη νέα στροφή στις κυρώσεις ουσιαστικά ως αμερικανική υποχώρηση, υποστηρίζοντας ότι η Ουάσινγκτον επιστρέφει στις οικονομικές πιέσεις όταν αποτυγχάνει η διπλωματία και τις εντείνει όταν δεν αποδίδουν.
Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί απάντησε επίσης στο «Economic D-Day», επιχειρώντας να αντιστρέψει το αφήγημα προς το τεράστιο αμερικανικό χρέος και το αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησής του.
Η γραμμή της Τεχεράνης είναι σαφής: το Ιράν έχει επιβιώσει από δεκαετίες κυρώσεων και μπορεί να το κάνει ξανά.
Το Ορμούζ είναι η ιρανική αντεπίθεση
Η Τεχεράνη διαθέτει όμως ένα οικονομικό όπλο που κάνει τη στρατηγική Τραμπ εξαιρετικά επικίνδυνη: τα Στενά του Ορμούζ.
Η κυκλοφορία παραμένει δραματικά περιορισμένη. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία που μετέδωσε το Reuters, μόλις τέσσερα εμπορικά πλοία πέρασαν την Πέμπτη, χωρίς κανένα μεγάλο δεξαμενόπλοιο αργού ή LNG carrier.
Πριν από τον πόλεμο περνούσαν από τη δίοδο περισσότερο από 20 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ ανέφερε ότι ο επταήμερος μέσος όρος των ροών που διευκολύνουν πλέον οι αμερικανικές δυνάμεις βρίσκεται περίπου στα 8 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Εδώ βρίσκεται το παράδοξο του οικονομικού πολέμου.
Η Ουάσινγκτον μπορεί να στερήσει έσοδα από την Τεχεράνη. Η Τεχεράνη όμως μπορεί να αυξήσει το ενεργειακό κόστος για την παγκόσμια οικονομία.
Δεν είναι τυχαίο ότι η απειλή Τραμπ για το «Economic D-Day» έστειλε το Brent πάνω από τα 94 δολάρια το βαρέλι.
Μπορεί τελικά να λυγίσει το Ιράν;
Εδώ βρίσκεται η αδυναμία κάθε στρατηγικής οικονομικού εξαναγκασμού: άλλο πράγμα η οικονομική ζημιά και άλλο η πολιτική υποχώρηση.
Ο Μάικλ Ο’Χάνλον του Brookings έχει επισημάνει ότι η ιρανική οικονομία βρίσκεται πράγματι σε πολύ δύσκολη κατάσταση, με περιορισμένες εξαγωγές πετρελαίου και αποκλεισμένη πρόσβαση σε περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, όπως το θέτει, είναι πόσο πραγματικά ενδιαφέρεται η ηγεσία για το οικονομικό κόστος.
Αντίστοιχα, ο Βάλι Νασρ του Johns Hopkins-SAIS εκτιμά ότι οι νέες πιέσεις δεν είναι πιθανό από μόνες τους να οδηγήσουν την Τεχεράνη στην αποδοχή των αμερικανικών απαιτήσεων.
Αυτό είναι ίσως και το μεγαλύτερο στοίχημα του Τραμπ.
Ο οικονομικός πόλεμος είναι και αγώνας αντοχής
Η νέα αμερικανική στρατηγική μπορεί να είναι πολύ πιο επικίνδυνη για το Ιράν από τις προηγούμενες εκστρατείες κυρώσεων, ακριβώς επειδή εφαρμόζεται πάνω σε μια οικονομία ήδη τραυματισμένη από τον πόλεμο.
Αν η Ουάσινγκτον καταφέρει ταυτόχρονα να περιορίσει τις πετρελαϊκές εξαγωγές, να χτυπήσει το shadow banking, να κλείσει τις εταιρείες-βιτρίνες και —κυρίως— να αυξήσει το κόστος για την Κίνα και τους υπόλοιπους εμπορικούς εταίρους της Τεχεράνης, η πίεση μπορεί να γίνει ασφυκτική.
Αλλά το «να πονέσει» οικονομικά το Ιράν δεν είναι το ίδιο με το να υποχωρήσει στρατηγικά.
Η Τεχεράνη μπορεί να επιλέξει ότι το κόστος μιας συμφωνίας που θεωρεί ταπεινωτική είναι μεγαλύτερο από το κόστος της οικονομικής εξαθλίωσης. Και όσο κρατά στα χέρια της το χαρτί του Ορμούζ, έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει μέρος αυτού του κόστους στον υπόλοιπο κόσμο.
Γι’ αυτό η μάχη που αρχίζει τώρα δεν είναι μόνο για το ποιος διαθέτει περισσότερα οικονομικά όπλα.
Είναι για το ποιος μπορεί να αντέξει περισσότερο — και ποιος θα υποχωρήσει πρώτος.
Πηγή: pagenews.gr
