ΔΕΘ: Πόσα λεφτά έχει πραγματικά ο Μητσοτάκης – Οι 5 «φάκελοι» που μπαίνουν στο τραπέζι
Πηγή Φωτογραφίας: eurokinissi//ΔΕΘ: Πόσα λεφτά έχει πραγματικά ο Μητσοτάκης – Οι 5 «φάκελοι» που μπαίνουν στο τραπέζι
Η αντίστροφη μέτρηση για τη ΔΕΘ έχει αρχίσει και μαζί της επιστρέφει το ερώτημα που προηγείται όλων των κυβερνητικών εξαγγελιών:
Πόσα χρήματα έχει πραγματικά στη διάθεσή του ο Κυριάκος Μητσοτάκης;
Η εύκολη απάντηση θα ήταν «πολλά».
Στο επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026, ο κρατικός προϋπολογισμός εμφάνισε πρωτογενές πλεόνασμα 5,725 δισ. ευρώ, έναντι στόχου 4,417 δισ. ευρώ. Τα καθαρά έσοδα έφτασαν τα 45,207 δισ., σχεδόν 2 δισ. υψηλότερα από τον στόχο.
Όμως αυτή είναι μόνο η πρώτη εικόνα.
Γιατί τα 5,725 δισ. δεν αποτελούν δημοσιονομικό χώρο που μπορεί να μοιραστεί στη ΔΕΘ.
Όταν αφαιρεθούν ετεροχρονισμοί πληρωμών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και μεταβιβάσεων, καθώς και έσοδα που έχουν διαφορετική δημοσιονομική καταγραφή, η πραγματική υπέρβαση του πρωτογενούς αποτελέσματος έναντι του στόχου περιορίζεται στα 256 εκατ. ευρώ.
Και αυτή η διαφορά αλλάζει όλη τη συζήτηση.
Ο Μητσοτάκης έχει δημοσιονομικές επιλογές.
Δεν έχει όμως λευκή επιταγή.
Το πρώτο «κλειδί»: Γιατί τα €5,7 δισ. δεν μπορούν να μοιραστούν
Το πρωτογενές πλεόνασμα είναι το αποτέλεσμα εσόδων και δαπανών του κράτους, εξαιρουμένων των τόκων.
Δεν είναι τραπεζικός λογαριασμός από τον οποίο η κυβέρνηση μπορεί να πάρει 1 ή 2 δισ. και να τα μετατρέψει αυτομάτως σε φοροελαφρύνσεις.
Υπάρχουν ήδη προγραμματισμένες δαπάνες.
Υπάρχουν χρονικές αποκλίσεις στις πληρωμές.
Υπάρχουν δημοσιονομικοί στόχοι.
Υπάρχει το δημόσιο χρέος.
Και, κυρίως, υπάρχει πλέον ο ευρωπαϊκός κανόνας των καθαρών πρωτογενών δαπανών.
Το ελληνικό Μεσοπρόθεσμο προβλέπει για το 2027 ετήσια αύξηση των καθαρών πρωτογενών δαπανών κατά 3,1%. Ο ίδιος στόχος έχει εγκριθεί στο ευρωπαϊκό πλαίσιο δημοσιονομικής εποπτείας.
Άρα το πραγματικό ερώτημα της ΔΕΘ δεν είναι:
«Πόσο πλεόνασμα έχει η Ελλάδα;»
Είναι:
«Πόσες μόνιμες παρεμβάσεις χωρούν μέσα στη δημοσιονομική πορεία που έχει συμφωνήσει η Ελλάδα με την Ευρώπη;»
Ήδη τρέχει λογαριασμός δισεκατομμυρίων
Υπάρχει και κάτι ακόμη που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση.
Ένα σημαντικό μέρος του μελλοντικού δημοσιονομικού χώρου έχει ήδη δεσμευθεί.
Στον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2026–2029, το ΥΠΕΘΟΟ έχει ενσωματώσει το σύνολο των παρεμβάσεων που είχαν ήδη νομοθετηθεί ή ανακοινωθεί.
Το συνολικό κόστος τους υπολογίζεται σε 5,94 δισ. ευρώ το 2026 και 7,94 δισ. ευρώ το 2027.
Δηλαδή το 2027 προστίθενται περίπου 2 δισ. ευρώ παρεμβάσεων σε σχέση με το 2026, πριν ακόμη υπολογιστεί οποιαδήποτε πρόσθετη πολιτική απόφαση που θα μπορούσε να ληφθεί.
Αυτό είναι το πραγματικό δημοσιονομικό ταμπλό πάνω στο οποίο θα κινηθεί η κυβέρνηση.
Και εξηγεί γιατί στο Μαξίμου επιμένουν στη λογική των μόνιμων μέτρων που έχουν εξασφαλισμένη χρηματοδότηση αντί για ένα μεγάλο πακέτο έκτακτων παροχών.
Φάκελος 1: Μεσαία τάξη – Οι φόροι παραμένουν το μεγάλο πολιτικό χαρτί
Ο πρώτος φάκελος αφορά τη μεσαία τάξη.
Εδώ η κυβέρνηση έχει ένα σαφές πολιτικό κίνητρο: να μετατρέψει την καλή δημοσιονομική εικόνα σε μόνιμη αύξηση διαθέσιμου εισοδήματος και όχι απλώς σε εφάπαξ επιδόματα.
Η φορολογική πολιτική είναι το ισχυρότερο εργαλείο γι’ αυτό.
Ήδη εφαρμόζονται μειώσεις που αφορούν εργαζομένους, νέους, οικογένειες, ελεύθερους επαγγελματίες και ιδιοκτήτες ακινήτων, ενώ έχουν νομοθετηθεί και περαιτέρω παρεμβάσεις, μεταξύ άλλων στις ασφαλιστικές εισφορές.
Το πολιτικό δίλημμα της ΔΕΘ είναι εάν υπάρχει χώρος για έναν ακόμη γύρο μόνιμων ελαφρύνσεων με ιδιαίτερη στόχευση στα μεσαία εισοδήματα.
Για το Μαξίμου αυτός ο φάκελος έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.
Γιατί η μεσαία τάξη δεν ζητά μόνο υψηλότερο ονομαστικό εισόδημα.
Ζητά να βλέπει μεγαλύτερο ποσό να παραμένει τελικά στον λογαριασμό της.
Φάκελος 2: Μισθοί – Ο κατώτατος περνά πλέον τα €950
Ο δεύτερος φάκελος είναι οι μισθοί.
Και εδώ υπάρχει ήδη μία κυβερνητική δέσμευση που αποκτά νέα διάσταση.
Ο κατώτατος μισθός βρίσκεται σήμερα στα 920 ευρώ και ο αρχικός κυβερνητικός στόχος ήταν να φτάσει τα 950 ευρώ το 2027.
Τον Ιούνιο ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωνε ότι υπάρχουν καλές πιθανότητες ο στόχος όχι απλώς να επιτευχθεί αλλά και να ξεπεραστεί.
Πλέον το μήνυμα γίνεται ακόμη πιο σαφές: ο Πρωθυπουργός έχει τοποθετήσει δημόσια τον πήχη πάνω από τα 950 ευρώ πριν από τις εκλογές.
Η αύξηση του κατώτατου δεν αποτελεί βεβαίως στο σύνολό της άμεση δαπάνη του κρατικού προϋπολογισμού.
Επηρεάζει όμως μισθολογικές κλίμακες, επιδόματα, δημόσιο και ιδιωτικό τομέα και συνολικά το κόστος εργασίας.
Ταυτόχρονα, ο στόχος για μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης 1.500 ευρώ έχει, σύμφωνα με τον Πρωθυπουργό, ήδη επιτευχθεί.
Άρα το 2027 μπορεί να μετατραπεί από χρονιά «εκπλήρωσης της υπόσχεσης» σε χρονιά υπέρβασης της υπόσχεσης.
Και αυτό έχει προφανή πολιτική αξία λίγο πριν από τις εθνικές κάλπες.
Φάκελος 3: Συνταξιούχοι – Η πίεση για πραγματικό εισόδημα
Ο τρίτος φάκελος αφορά τους συνταξιούχους.
Εδώ η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διαφορετικό πρόβλημα.
Οι ονομαστικές αυξήσεις στις συντάξεις έχουν σημασία, αλλά η ακρίβεια σε τρόφιμα, ενέργεια, υπηρεσίες και υγεία επηρεάζει δυσανάλογα τα νοικοκυριά μεγαλύτερης ηλικίας.
Άρα το πολιτικό ερώτημα δεν είναι μόνο εάν θα υπάρξει νέα αύξηση.
Είναι πόση από αυτή την αύξηση θα μεταφραστεί σε πραγματική αγοραστική δύναμη.
Στον φάκελο βρίσκονται οι ήδη θεσμοθετημένοι μηχανισμοί αύξησης των συντάξεων και οι παρεμβάσεις που έχουν σχεδιαστεί για το εισόδημα των μεγαλύτερων ηλικιών.
Οποιαδήποτε πρόσθετη κίνηση όμως θα πρέπει να περάσει από το ίδιο δημοσιονομικό τεστ:
είναι προσωρινή ή μόνιμη;
και, εάν είναι μόνιμη, ποιος πληρώνει τον λογαριασμό από το 2027 και μετά;
Φάκελος 4: Οικογένεια – Το δημογραφικό γίνεται οικονομική πολιτική
Ο τέταρτος φάκελος είναι ίσως ο πιο πολιτικά ενδιαφέρων.
Η οικογένεια.
Η δημογραφική συρρίκνωση δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως κοινωνικό ζήτημα.
Είναι οικονομικό.
Λιγότεροι εργαζόμενοι στο μέλλον σημαίνουν μικρότερη παραγωγική βάση, μεγαλύτερη πίεση στο ασφαλιστικό και χαμηλότερο δυνητικό ΑΕΠ.
Γι’ αυτό η κυβέρνηση έχει ήδη συνδέσει μέρος της φορολογικής πολιτικής με τον αριθμό των παιδιών, ενώ ο Πρωθυπουργός έχει επισημάνει ότι οι οικογένειες με περισσότερα τέκνα βλέπουν μεγαλύτερο όφελος από τις αλλαγές στη φορολογία εισοδήματος.
Η επόμενη συζήτηση είναι εάν η ΔΕΘ θα δώσει συνέχεια σε αυτή τη στρατηγική:
όχι απλώς με ένα επίδομα, αλλά με μόνιμη μείωση του κόστους που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας.
Και εδώ συναντάμε τον πέμπτο φάκελο.
Φάκελος 5: Στέγη – Το πρόβλημα που «τρώει» τις αυξήσεις
Ακόμη και μια σημαντική αύξηση μισθού μπορεί να εξαφανιστεί όταν το ενοίκιο απορροφά το μεγαλύτερο μέρος της.
Γι’ αυτό η στεγαστική κρίση έχει εξελιχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά προβλήματα για νέους και οικογένειες.
Η κυβέρνηση έχει ήδη κινητοποιήσει φορολογικά και στεγαστικά εργαλεία.
Το κρίσιμο όμως ζήτημα για το επόμενο στάδιο είναι διαφορετικό:
πώς αυξάνεται πραγματικά η προσφορά κατοικιών;
Γιατί οι επιδοτήσεις ζήτησης από μόνες τους δεν μπορούν να λύσουν ένα πρόβλημα περιορισμένης προσφοράς.
Αντιθέτως, χωρίς περισσότερα διαθέσιμα σπίτια, ένα μέρος της κρατικής στήριξης κινδυνεύει να περάσει τελικά στις τιμές.
Γι’ αυτό ο στεγαστικός φάκελος της ΔΕΘ θα πρέπει να κριθεί όχι μόνο από το ύψος των χρημάτων, αλλά από το αν οι παρεμβάσεις μπορούν να βγάλουν κλειστά ακίνητα στην αγορά και να αυξήσουν τη διαθέσιμη κατοικία.
Το «κρυφό» όριο των Βρυξελλών
Όλα τα παραπάνω περνούν τελικά από έναν αριθμό:
3,1%.
Αυτό είναι το προβλεπόμενο ανώτατο ετήσιο μονοπάτι αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών για το 2027 στο ελληνικό δημοσιονομικό σχέδιο.
Η σημασία του νέου ευρωπαϊκού πλαισίου είναι ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί απλώς να υποστηρίξει:
«Έχουμε μεγαλύτερο πλεόνασμα, άρα ξοδεύουμε τη διαφορά».
Οι μόνιμες πρόσθετες δαπάνες πρέπει να είναι συμβατές με το συμφωνημένο μονοπάτι.
Αντίστοιχα, οι μόνιμες φορολογικές μειώσεις πρέπει να μπορούν να χρηματοδοτηθούν χωρίς να εκτροχιάζουν τη δημοσιονομική πορεία.
Αυτός είναι και ο λόγος που η ισχυρή ανάπτυξη, η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και η διεύρυνση της φορολογικής βάσης αποκτούν τεράστια πολιτική σημασία.
Όσο περισσότερα μόνιμα έσοδα παράγει η οικονομία χωρίς αύξηση φορολογικών συντελεστών, τόσο μεγαλύτερη δυνατότητα δημιουργείται για μόνιμες ελαφρύνσεις.
Τα €5,725 δισ. και η παγίδα των αριθμών
Τα τελευταία στοιχεία του προϋπολογισμού είναι αναμφίβολα θετικά.
Το πρωτογενές πλεόνασμα των 5,725 δισ. ευρώ υπερβαίνει τον ταμειακό στόχο κατά 1,308 δισ.
Τα καθαρά έσοδα είναι κατά 1,975 δισ. υψηλότερα από τον στόχο και, εάν αφαιρεθεί η επίδραση του Ταμείου Ανάκαμψης, η υπέρβαση φτάνει τα 2,349 δισ. ευρώ.
Όμως το ίδιο το ΥΠΕΘΟΟ κάνει μια κρίσιμη διόρθωση.
Μετά την αφαίρεση των ετεροχρονισμών πληρωμών και άλλων ποσών που δεν μεταφράζονται σε αντίστοιχο δημοσιονομικό αποτέλεσμα Γενικής Κυβέρνησης, η ουσιαστική υπέρβαση του πρωτογενούς αποτελέσματος έναντι του στόχου είναι 256 εκατ. ευρώ.
Αυτός ίσως είναι ο σημαντικότερος αριθμός πριν από τη ΔΕΘ.
Γιατί διαχωρίζει τη δημοσιονομική πραγματικότητα από την πολιτική εντύπωση.
Η μεγάλη εικόνα: Όχι «πόσα θα δώσει», αλλά ποια μέτρα μπορούν να μείνουν
Η κυβέρνηση μπαίνει στη ΔΕΘ με σαφώς καλύτερη δημοσιονομική θέση από πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες.
Το ΥΠΕΘΟΟ προβλέπει για το 2026 πρωτογενές αποτέλεσμα 3,2% του ΑΕΠ, συνολικό πλεόνασμα Γενικής Κυβέρνησης 0,2% και αποκλιμάκωση του χρέους από 146,1% του ΑΕΠ το 2025 σε 136,8% το 2026.
Αυτό δίνει στον Κυριάκο Μητσοτάκη πολιτικό χώρο.
Όχι όμως απεριόριστο δημοσιονομικό χώρο.
Και αυτή ακριβώς θα είναι η μεγάλη εξίσωση των επόμενων ημερών.
Η μεσαία τάξη ζητά λιγότερους φόρους.
Οι εργαζόμενοι μεγαλύτερους μισθούς.
Οι συνταξιούχοι προστασία της αγοραστικής δύναμης.
Οι οικογένειες μικρότερο κόστος για παιδιά και καθημερινότητα.
Οι νέοι φθηνότερη στέγη.
Δεν μπορούν όλα να χρηματοδοτηθούν απεριόριστα και ταυτόχρονα.
Γι’ αυτό και η πραγματική μάχη της ΔΕΘ δεν θα κριθεί από το ποιος θα ανακοινώσει το μεγαλύτερο αριθμητικά πακέτο.
Θα κριθεί από το αν η κυβέρνηση μπορεί να μετατρέψει την καλύτερη πορεία της οικονομίας σε μόνιμο διαθέσιμο εισόδημα, χωρίς να επιστρέψει στη λογική των παροχών που χρηματοδοτούνται σήμερα και δημιουργούν λογαριασμό αύριο.
Αυτό είναι και το μεγαλύτερο πολιτικό στοίχημα για τον Μητσοτάκη ενόψει του 2027:
να δείξει ότι το δημοσιονομικό μέρισμα μπορεί να περάσει στην τσέπη των πολιτών χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η δημοσιονομική αξιοπιστία που το δημιούργησε.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο