Σαμαράς: Από τη σκιά στο οργανωτικό πεδίο – Το νέο κόμμα, τα πρόσωπα και ο πονοκέφαλος για τη ΝΔ
Πηγή Φωτογραφίας: eurokinissi//Σαμαράς: Από τη σκιά στο οργανωτικό πεδίο – Το νέο κόμμα, τα πρόσωπα και ο πονοκέφαλος για τη ΝΔ
Η υπόθεση ενός νέου κόμματος υπό τον Αντώνη Σαμαρά έχει περάσει πλέον σε διαφορετική φάση.
Δεν υπάρχει ακόμη επίσημη ανακοίνωση, ούτε όνομα, έμβλημα ή συγκεκριμένη ημερομηνία παρουσίασης. Υπάρχει όμως οργανωτική κινητικότητα, σταθερές επαφές και προεργασία σε επίπεδο στελεχών και ψηφοδελτίων, στοιχεία που δείχνουν ότι η συζήτηση έχει ξεφύγει από το επίπεδο μιας προσωπικής πολιτικής παρέμβασης και αγγίζει πλέον τη συγκρότηση πραγματικού κομματικού μηχανισμού
Για τη Νέα Δημοκρατία το ερώτημα δεν είναι μόνο αν ο πρώην πρωθυπουργός θα πατήσει τελικά το κουμπί.
Είναι πόση εκλογική ζημιά μπορεί να προκαλέσει αν το κάνει.
Και κυρίως πού.
Γιατί ένα κόμμα Σαμαρά δεν χρειάζεται απαραίτητα να διεκδικήσει διψήφιο ποσοστό για να επηρεάσει το εκλογικό αποτέλεσμα. Αρκεί να αποσπάσει κρίσιμες μονάδες από ένα συγκεκριμένο τμήμα της παραδοσιακής δεξιάς βάσης σε περιοχές όπου η ΝΔ ήδη αντιμετωπίζει ανταγωνισμό.
Από την προσωπική επιρροή στην κομματική υποδομή
Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Αντώνη Σαμαρά είναι προφανές: δεν χρειάζεται να συστηθεί στο εκλογικό σώμα.
Το δυσκολότερο όμως ξεκινά ακριβώς μετά.
Ένα κόμμα δεν συγκροτείται μόνο γύρω από έναν πρώην πρωθυπουργό. Χρειάζεται ψηφοδέλτια, ανθρώπους με τοπική αναγνωρισιμότητα, οργανωτικές δομές, χρηματοδότηση και στελέχη που μπορούν να μεταφέρουν μια κεντρική πολιτική γραμμή σε κάθε περιφέρεια.
Στο παρασκήνιο εμφανίζονται εδώ και μήνες ενεργοποιημένοι στενοί και παλαιοί συνεργάτες του Σαμαρά, όπως ο Χρύσανθος Λαζαρίδης και ο Νίκος Τσιούτσιας, ενώ σε δημοσιεύματα αναφέρονται επίσης πρόσωπα με προηγούμενη εμπειρία στον κομματικό μηχανισμό της ΝΔ, μεταξύ των οποίων ο Θανάσης Σκορδάς.
Τις τελευταίες εβδομάδες έχουν ακουστεί και άλλα ονόματα από τον ευρύτερο χώρο της Κεντροδεξιάς, όπως των Πέτρου Τατούλη, Κώστα Τζαβάρα, Μάριου Σαλμά και Ζήση Τζηκαλάγια.
Σε αυτό το σημείο απαιτείται σαφής διάκριση: οι αναφορές αυτές δεν συνιστούν επίσημες ανακοινώσεις συμμετοχής.
Δείχνουν όμως τι αναζητά ένα τέτοιο εγχείρημα.
Όχι απλώς αναγνωρίσιμα πρόσωπα, αλλά στελέχη με εκλογικό παρελθόν και τοπικά δίκτυα.
Η μετάβαση από τον «Σαμαρά ως προσωπικότητα» στον «Σαμαρά ως κομματική υποδομή» είναι το πραγματικό τεστ βιωσιμότητας.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν όριο αλλά και υπαρκτό ακροατήριο
Η εικόνα των μετρήσεων είναι πιο σύνθετη από μια απλή ανάγνωση του 12%.
Σε δημοσκόπηση της Interview, το 6% απαντά ότι είναι «πολύ πιθανό» να ψηφίσει κόμμα Σαμαρά και ακόμη 6% «αρκετά πιθανό», ενώ 8% απαντά «λίγο πιθανό». Το 79% δηλώνει ότι δεν θα το ψήφιζε καθόλου.
Αυτά τα ποσοστά δεν αποτελούν πρόθεση ψήφου.
Είναι δυνητική δεξαμενή.
Και υπάρχει ένα σημαντικό δεύτερο στοιχείο: μεταξύ των σημερινών ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας, μόλις 1% δηλώνει «πολύ πιθανό» και άλλο 1% «αρκετά πιθανό» να στραφεί σε ένα κόμμα υπό τον πρώην πρωθυπουργό.
Αυτό σημαίνει ότι η άμεση διείσδυση στον σκληρό πυρήνα της ΝΔ εμφανίζεται σήμερα περιορισμένη.
Αλλά δεν λύνει το πρόβλημα για το Μέγαρο Μαξίμου.
Γιατί ένα νέο κόμμα μπορεί να αντλήσει επίσης από πρώην ψηφοφόρους της ΝΔ που σήμερα βρίσκονται στην αποχή, στην Ελληνική Λύση ή σε μικρότερους σχηματισμούς δεξιότερα της κυβερνητικής παράταξης.
Η πίεση για τη Νέα Δημοκρατία
Η γεωγραφία ίσως αποδειχθεί σημαντικότερη από το πανελλαδικό ποσοστό.
Η Πελοπόννησος είναι ο ιστορικός και πολιτικός χώρος επιρροής του Αντώνη Σαμαρά.
Αλλά η πραγματικά δύσκολη περιοχή για τη ΝΔ μπορεί να είναι η Βόρεια Ελλάδα.
Εκεί υπάρχει ήδη ισχυρότερος ανταγωνισμός μέσα στο συντηρητικό ακροατήριο, ιδιαίτερα σε ζητήματα ταυτότητας, εξωτερικής πολιτικής, μεταναστευτικού και σχέσεων με την Τουρκία.
Ένα κόμμα Σαμαρά θα μπορούσε να επιχειρήσει να μπει ακριβώς σε αυτή τη χαραμάδα:
στους ψηφοφόρους που εξακολουθούν να αυτοπροσδιορίζονται ως Δεξιοί ή Κεντροδεξιοί, αλλά θεωρούν ότι η σημερινή ΝΔ έχει μετακινηθεί υπερβολικά προς το Κέντρο.
Τα ελληνοτουρκικά ως βασικός διαχωριστικός άξονας
Οι δημόσιες παρεμβάσεις Σαμαρά έχουν ήδη δείξει ότι τα ελληνοτουρκικά θα μπορούσαν να αποτελέσουν κεντρικό στοιχείο της πολιτικής του ταυτότητας.
Ο πρώην πρωθυπουργός έχει ασκήσει επανειλημμένα κριτική στην πολιτική των «ήρεμων νερών», επιχειρώντας να διαφοροποιηθεί από τη σημερινή κυβερνητική γραμμή.
Παράλληλα έχει επιτεθεί στην οικονομική και ιδεολογική φυσιογνωμία της κυβέρνησης.
Αυτό του επιτρέπει να οικοδομεί μία αφήγηση που δεν λέει απλώς «η κυβέρνηση κάνει λάθη».
Λέει ότι η Νέα Δημοκρατία απομακρύνθηκε από τον παραδοσιακό πολιτικό της εαυτό.
Και αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο για ένα κυβερνών κόμμα από μια συμβατική αντιπολιτευτική κριτική, γιατί αφορά την ταυτότητα της ίδιας της παράταξης.
Δεν χρειάζεται 10% για να γίνει πρόβλημα
Η εκλογική αριθμητική είναι αμείλικτη.
Ένας νέος δεξιός φορέας μπορεί να αποκτήσει υπερβολικά μεγάλη πολιτική σημασία ακόμη και με ένα σχετικά περιορισμένο ποσοστό.
Εάν αφαιρέσει δύο, τρεις ή τέσσερις μονάδες από την ευρύτερη δεξιά δεξαμενή, μπορεί να δυσκολέψει:
την πρωτιά σε συγκεκριμένες περιφέρειες,
τη συσπείρωση της ΝΔ,
και κυρίως την επίτευξη αυτοδυναμίας.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα για το Μέγαρο Μαξίμου.
Όχι αν ο Σαμαράς μπορεί να γίνει πρωθυπουργός.
Αλλά αν μπορεί να επηρεάσει το ποιος θα γίνει.
Η απάντηση του Μαξίμου
Η κυβέρνηση μέχρι στιγμής επιλέγει μια προσεκτική τακτική.
Δεν αγνοεί τον πρώην πρωθυπουργό.
Αλλά αποφεύγει και μια καθημερινή μετωπική αντιπαράθεση που θα μπορούσε να τον μετατρέψει σε βασικό πόλο της δημόσιας συζήτησης.
Χαρακτηριστική ήταν η απάντηση του Παύλου Μαρινάκη στην κριτική Σαμαρά για τα ελληνοτουρκικά.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπενθύμισε ότι και ο Αντώνης Σαμαράς, όταν ήταν πρωθυπουργός, συναντούσε τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ακόμη και σε περιόδους έντονης τουρκικής παραβατικότητας.
«Όλοι οι πρωθυπουργοί είχαν συναντήσεις με την Τουρκία ακόμη και σε περιόδους παραβιάσεων», ήταν η ουσία της κυβερνητικής απάντησης, με τον Μαρινάκη να επισημαίνει ότι ο Σαμαράς είχε συναντήσει τον Τούρκο ηγέτη λίγο μετά ημέρα κατά την οποία είχαν καταγραφεί 27 παραβιάσεις.
Η κυβέρνηση επιχειρεί έτσι να ακυρώσει το βασικό επιχείρημα του πρώην πρωθυπουργού χωρίς να τον αντιμετωπίζει ως αρχηγό αντίπαλου κόμματος πριν εκείνος γίνει πράγματι αρχηγός.
Η γραμμή του Μαξίμου είναι περίπου:
«Άλλο η υπεύθυνη εξωτερική πολιτική όταν κυβερνάς και άλλο η εύκολη σκληρή ρητορική όταν δεν έχεις την ευθύνη των αποφάσεων».
Ο ίδιος ο Μαρινάκης έχει κινηθεί και σε ακόμη πιο αιχμηρούς τόνους, σημειώνοντας ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να μπαίνει συνεχώς σε αντιπαραθέσεις που υπηρετούν «προσωπική ατζέντα».
Η στρατηγική της «μη ηρωοποίησης»
Η επιλογή είναι πολιτικά κατανοητή.
Μια ανοιχτή σύγκρουση Μητσοτάκη–Σαμαρά θα μπορούσε να μετατρέψει μια πιθανή κομματική κίνηση σε εσωτερικό εμφύλιο της Κεντροδεξιάς.
Αυτό θα ήταν το καλύτερο δυνατό ξεκίνημα για έναν νέο φορέα.
Γι’ αυτό το Μαξίμου προτιμά να απαντά επί της ουσίας, να υπενθυμίζει το κυβερνητικό παρελθόν του πρώην πρωθυπουργού και να μην του προσφέρει καθημερινά το πολιτικό οξυγόνο μιας μετωπικής αναμέτρησης.
Η στάση αυτή δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση υποτιμά το ενδεχόμενο.
Σημαίνει ότι θέλει να το διαχειριστεί χωρίς να το μεγεθύνει.
Το χρονόμετρο τώρα δουλεύει και για τον ίδιο τον Σαμαρά
Η καθυστέρηση της ανακοίνωσης προσφέρει στον Αντώνη Σαμαρά ένα πλεονέκτημα:
του επιτρέπει να συνεχίζει επαφές και να μετρά το πολιτικό κλίμα χωρίς να έχει ακόμη τις υποχρεώσεις ενός κομματικού αρχηγού.
Υπάρχει όμως και η αντίστροφη πλευρά.
Όσο αυξάνονται οι προσδοκίες, τόσο δυσκολότερο γίνεται το τελικό λανσάρισμα.
Αν προχωρήσει, θα πρέπει να παρουσιάσει κάτι πολύ περισσότερο από ένα κόμμα διαμαρτυρίας απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Θα χρειαστεί:
πολιτικό πρόγραμμα,
εθνική οργανωτική παρουσία,
στελέχη που δεν θα μοιάζουν με ανακύκλωση του παρελθόντος,
και πειστική απάντηση στο ερώτημα για το τι ακριβώς θέλει να πετύχει.
Οι ίδιες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν άλλωστε ότι σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης αποδίδει σε ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά ως κίνητρο την αμφισβήτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη ή την αποτροπή τρίτης θητείας του, και λιγότερο μια αυτοτελή νέα κυβερνητική πρόταση.
Αυτό είναι μια σοβαρή πολιτική πρόκληση.
Γιατί άλλο είναι ένα κόμμα που υπάρχει για να αφαιρέσει ψήφους από κάποιον.
Και άλλο ένα κόμμα που πείθει ότι υπάρχει για να κυβερνήσει.
Το δύσκολο ερώτημα δεν είναι αν θα κάνει κόμμα – αλλά ποια ΝΔ θέλει να εκπροσωπήσει
Ο Αντώνης Σαμαράς έχει ήδη κερδίσει ένα πράγμα:
έχει κρατήσει ζωντανή για μήνες τη συζήτηση γύρω από την επόμενη πολιτική του κίνηση.
Το επόμενο στάδιο όμως είναι πολύ δυσκολότερο.
Πρέπει να μετατρέψει προσωπική επιρροή σε κομματική υποδομή και πολιτική δυσαρέσκεια σε σταθερή ψήφο.
Και ταυτόχρονα να απαντήσει στο βασικό ερώτημα:
θέλει να δημιουργήσει ένα νέο δεξιό κόμμα ή να διεκδικήσει την πολιτική κληρονομιά της παλιάς Νέας Δημοκρατίας;
Η απάντηση θα καθορίσει και το εύρος του ακροατηρίου του.
Για το Μέγαρο Μαξίμου, αντίστοιχα, το στοίχημα είναι να μην επιτρέψει στον πρώην πρωθυπουργό να μετατρέψει τη σύγκρουση σε μάχη για το ποιος εκφράζει την «αυθεντική Δεξιά».
Γιατί τότε η αντιπαράθεση δεν θα αφορά πλέον έναν νέο κομματικό σχηματισμό.
Θα αφορά την ιδιοκτησία της ίδιας της πολιτικής ταυτότητας της παράταξης.
Και αυτή είναι μια πολύ πιο δύσκολη μάχη από μια απλή σύγκρουση ποσοστών.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο