Προϋπολογισμός 2027: Το μεγάλο στοίχημα του 2% – Ακρίβεια, ενέργεια και το «μαξιλάρι» των πλεονασμάτων
Πηγή Φωτογραφίας: eurokinissi//Προϋπολογισμός 2027: Το μεγάλο στοίχημα του 2% – Ακρίβεια, ενέργεια και το «μαξιλάρι» των πλεονασμάτων
Σε έναν προϋπολογισμό με πολύ περισσότερους αστάθμητους παράγοντες από ό,τι προέβλεπε πριν από λίγους μήνες το οικονομικό επιτελείο εξελίσσεται ο προϋπολογισμός του 2027.
Το προσχέδιο που κατατίθεται στη Βουλή θα επιχειρήσει να κρατήσει τον κεντρικό στόχο της ελληνικής οικονομίας:
ανάπτυξη στη ζώνη του 2%.
Μόνο που πλέον η επίτευξή του γίνεται πολύ δυσκολότερη.
Η ενεργειακή κρίση έχει ανατρέψει τις προηγούμενες προβλέψεις για τον πληθωρισμό, οι υψηλότερες τιμές περνούν στην κατανάλωση και στα επιτόκια, ενώ από το 2027 η οικονομία θα πρέπει να κινηθεί χωρίς την τεράστια επενδυτική ώθηση που προσέφερε τα προηγούμενα χρόνια το Ταμείο Ανάκαμψης.
Γι’ αυτό και το πραγματικό ερώτημα του νέου προϋπολογισμού δεν είναι αν οι αριθμοί βγαίνουν στο βασικό σενάριο.
Είναι:
πόσο αντέχουν εάν η ενεργειακή κρίση κρατήσει περισσότερο.
Πρώτη αλλαγή: Ο πληθωρισμός ανεβαίνει προς το 4%
Το οικονομικό επιτελείο εγκαταλείπει πλέον την προηγούμενη εκτίμηση για πληθωρισμό 3,2% το 2026.
Το προσχέδιο αναμένεται να τοποθετήσει τον μέσο πληθωρισμό για το σύνολο της χρονιάς στην περιοχή του:
3,6%–3,8%.
Η αναθεώρηση είναι σημαντική.
Και έχει διπλή επίδραση.
Από τη μία πλευρά, ο υψηλότερος πληθωρισμός αυξάνει το ονομαστικό ΑΕΠ και τα φορολογικά έσοδα.
Από την άλλη, όμως, μειώνει την πραγματική αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και μπορεί να περιορίσει την κατανάλωση.
Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο παράδοξο του προϋπολογισμού.
Οι ονομαστικοί αριθμοί μπορούν να βελτιώνονται την ίδια στιγμή που η καθημερινότητα των νοικοκυριών γίνεται δυσκολότερη.
Η κυβέρνηση κρατά το 2% για το 2026
Παρά την αναθεώρηση του πληθωρισμού, το οικονομικό επιτελείο αναμένεται να διατηρήσει την πρόβλεψη για πραγματική ανάπτυξη 2% το 2026.
Το σενάριο στηρίζεται σε τρεις βασικούς κινητήρες:
- την καλή πορεία του τουρισμού,
- την επιτάχυνση των επενδύσεων κατά τους τελευταίους μήνες του Ταμείου Ανάκαμψης,
- και την ενίσχυση της κατανάλωσης από τα μέτρα στήριξης.
Μέσα στον Νοέμβριο αναμένεται να διοχετευθούν στην πραγματική οικονομία πάνω από 1,2 δισ. ευρώ μέσω παρεμβάσεων όπως η ενίσχυση συνταξιούχων και η επιστροφή ενοικίου.
Το οικονομικό επιτελείο υπολογίζει ότι ένα σημαντικό μέρος αυτών των χρημάτων θα περάσει άμεσα στην κατανάλωση.
Γιατί το 1,2 δισ. αποκτά μεγαλύτερη σημασία
Υπό κανονικές συνθήκες, ένα τέτοιο πακέτο θα είχε κυρίως κοινωνική και εισοδηματική διάσταση.
Σήμερα έχει και μακροοικονομική.
Όσο η ενεργειακή ακρίβεια απορροφά μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος τα νοικοκυριά να περιορίσουν άλλες αγορές.
Τα μέτρα του Νοεμβρίου λειτουργούν επομένως ως αντιστάθμισμα στην απώλεια αγοραστικής δύναμης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι εξαφανίζουν την επίδραση της ακρίβειας.
Σημαίνει ότι το οικονομικό επιτελείο υπολογίζει πως θα περιορίσουν το πλήγμα στην κατανάλωση και, κατ’ επέκταση, στο ΑΕΠ.
Το ΑΕΠ πάνω από τα 262 δισ. ευρώ
Ο συνδυασμός πραγματικής ανάπτυξης και υψηλότερου επιπέδου τιμών αναμένεται να ανεβάσει το ονομαστικό ΑΕΠ του 2026 στα 262–263 δισ. ευρώ.
Ο αριθμός είναι κρίσιμος για έναν ακόμη λόγο.
Όσο αυξάνεται ο παρονομαστής, τόσο μειώνεται αριθμητικά η αναλογία του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα ισχυρότερα σημεία του προσχεδίου.
Χρέος: Προς το 136,5% το 2026
Το δημόσιο χρέος αναμένεται να συγκρατηθεί περίπου στα 358 δισ. ευρώ στο τέλος του 2026.
Ως ποσοστό του ΑΕΠ, όμως, εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει περίπου στο:
136,5% ή και χαμηλότερα.
Η αποκλιμάκωση υποστηρίζεται τόσο από την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ όσο και από τις πρόωρες αποπληρωμές χρέους.
Η τάση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη σχετική θέση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, καθώς οι διαθέσιμες προβλέψεις συγκλίνουν πλέον σε ελληνικό λόγο χρέους κοντά ή κάτω από τα αντίστοιχα επίπεδα της Ιταλίας.
2027: Η δυσκολότερη χρονιά
Το πραγματικά δύσκολο μέρος του νέου προϋπολογισμού αρχίζει όμως την 1η Ιανουαρίου 2027.
Γιατί τότε αλλάζει ένας από τους βασικότερους κινητήρες της οικονομίας.
Τελειώνει το Ταμείο Ανάκαμψης.
Τα διαθέσιμα κεφάλαια προς επένδυση από τον κρατικό προϋπολογισμό και τα σχετικά χρηματοδοτικά εργαλεία εκτιμάται ότι θα μειωθούν από περίπου 17 δισ. ευρώ το 2026 σε 11 δισ. ευρώ το 2027.
Πρόκειται για διαφορά περίπου:
6 δισ. ευρώ.
Και αυτό σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία θα πρέπει να βρει άλλες πηγές επενδυτικής δυναμικής.
Πώς λοιπόν μένει η ανάπτυξη στο 2%;
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο ερώτημα του προσχεδίου.
Η κυβέρνηση αναμένεται να προβλέψει ότι και το 2027 η πραγματική οικονομία θα αναπτυχθεί περίπου κατά 2%.
Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει η απώλεια της ώθησης του Ταμείου Ανάκαμψης να αντισταθμιστεί από:
ιδιωτικές επενδύσεις, κατανάλωση, τουρισμό, εξαγωγές και το ενισχυμένο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.
Το τελευταίο έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η κυβέρνηση έχει ήδη ανακοινώσει αύξηση του χρηματοδοτούμενου ΠΔΕ στα 7 δισ. ευρώ, ενσωματώνοντας νέα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία.
Άρα το τέλος του RRF δεν σημαίνει ότι σταματούν οι δημόσιες επενδύσεις.
Σημαίνει όμως ότι αλλάζει η σύνθεση και μειώνεται η συνολική έκτακτη χρηματοδοτική ώθηση των προηγούμενων ετών.
Πληθωρισμός 2,8% το 2027
Το δεύτερο μεγάλο στοίχημα είναι η αποκλιμάκωση των τιμών.
Το προσχέδιο αναμένεται να προβλέψει πληθωρισμό:
2,8% το 2027.
Και αυτή η πρόβλεψη είναι ήδη αναθεωρημένη προς τα πάνω.
Η Τράπεζα της Ελλάδος είχε επίσης προβλέψει ότι μετά την ενεργειακή επιτάχυνση του 2026 ο πληθωρισμός θα αποκλιμακωθεί το 2027, αν και η ακριβής ταχύτητα της αποκλιμάκωσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις διεθνείς τιμές ενέργειας.
Εδώ βρίσκεται ίσως ο μεγαλύτερος εξωτερικός κίνδυνος του προϋπολογισμού.
Εάν η ενεργειακή κρίση συνεχιστεί ή υπάρξει νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, το 2,8% μπορεί να χρειαστεί νέα αναθεώρηση.
Το «4,8%» που ανεβάζει το ΑΕΠ στα 275 δισ.
Με πραγματική ανάπτυξη περίπου 2% και πληθωρισμό 2,8%, η ονομαστική μεταβολή της οικονομίας διαμορφώνεται περίπου στο 4,8%.
Έτσι, το ονομαστικό ΑΕΠ προβλέπεται να φτάσει περίπου:
275 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για νέο ονομαστικό ιστορικό υψηλό.
Χρειάζεται όμως μία σημαντική διάκριση.
Το ιστορικό υψηλό του ονομαστικού ΑΕΠ δεν σημαίνει αντίστοιχη αύξηση του πραγματικού πλούτου.
Ένα μέρος της αύξησης προέρχεται από την πραγματική οικονομική μεγέθυνση.
Το υπόλοιπο προέρχεται από τις υψηλότερες τιμές.
Χρέος στο 130%: Η μεγάλη δημοσιονομική αλλαγή
Η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ σε συνδυασμό με τις αποπληρωμές χρέους οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ.
Για το τέλος του 2027 η πρόβλεψη κινείται περίπου στο:
130%.
Για σύγκριση, το ΔΝΤ στην τελευταία αξιολόγησή του υπολόγιζε το ελληνικό χρέος στο 130,1% του ΑΕΠ για το 2027.
Άρα ως προς την κατεύθυνση της αποκλιμάκωσης υπάρχει σημαντική σύγκλιση των προβλέψεων.
Το άλλο «μαξιλάρι»: Πρωτογενές πλεόνασμα πάνω από 3%
Το προσχέδιο θα διατηρήσει τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα άνω του 3% και το 2027.
Για το 2026, η βασική εκτίμηση παραμένει περίπου στο 3,2%, αν και η τελική επίδοση μπορεί να διαφοροποιηθεί.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι τα δημόσια έσοδα συνεχίζουν να εμφανίζουν ισχυρή δυναμική.
Αυτή μπορεί να προκύψει από:
- τα ασφαλιστικά ταμεία,
- τους δήμους,
- την πορεία της απασχόλησης,
- την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής,
- αλλά και τα υψηλότερα φορολογικά έσοδα που δημιουργεί ο ίδιος ο πληθωρισμός.
Και εδώ εμφανίζεται το δεύτερο μεγάλο παράδοξο.
Η ακρίβεια πιέζει τον πολίτη αλλά αυξάνει τα φορολογικά έσοδα
Όταν ανεβαίνουν οι τιμές, αυξάνεται και η ονομαστική βάση πάνω στην οποία υπολογίζεται ο ΦΠΑ.
Άρα η ενεργειακή και γενικότερη ακρίβεια μπορεί να αυξάνει τις εισπράξεις του Δημοσίου την ίδια στιγμή που μειώνει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Αυτό ακριβώς βρίσκεται πίσω από την ελληνική επιχειρηματολογία για μεγαλύτερο περιθώριο παρεμβάσεων.
Η κυβέρνηση επιδιώκει να μπορεί να επιστρέφει στην οικονομία μέρος των πρόσθετων εισπράξεων που δημιουργούνται από τον πληθωρισμό, χωρίς να παραβιάζει τους νέους ευρωπαϊκούς κανόνες δαπανών.
Γιατί δεν μπορούν να μοιραστούν όλα τα υπερπλεονάσματα
Εδώ βρίσκεται μια συχνή παρανόηση.
Υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ολόκληρη η υπέρβαση μπορεί να μετατραπεί σε νέα επιδόματα ή φοροελαφρύνσεις.
Το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο βάζει όρια στην αύξηση των καθαρών πρωτογενών δαπανών.
Έτσι, ακόμη και όταν το Δημόσιο εισπράττει περισσότερα από όσα είχε προβλέψει, η δυνατότητα να δαπανήσει ολόκληρη τη διαφορά δεν είναι απεριόριστη.
Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους μέρος της υπεραπόδοσης κατευθύνεται σε ταχύτερη αποπληρωμή του χρέους.
Η ενεργειακή κρίση αλλάζει όλη την εξίσωση
Η μεγάλη αβεβαιότητα βρίσκεται τελικά έξω από το υπουργείο Οικονομικών.
Βρίσκεται στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή έχει ήδη επισημάνει ότι η ενεργειακή κρίση απαιτεί δημοσιονομική σύνεση, διατηρώντας την εκτίμησή του για ανάπτυξη το 2026 στο 1,9%, με εύρος 1,7%-2%.
Παράλληλα έχει προειδοποιήσει ότι τα περιθώρια για νέες εθνικές δημοσιονομικές παρεμβάσεις είναι περιορισμένα εάν υπάρξει νέα εξωτερική διαταραχή.
Αυτό είναι και το βασικό ρίσκο για το 2027.
Τρία σενάρια που μπορούν να αλλάξουν τον προϋπολογισμό
Μέχρι την κατάθεση του τελικού προϋπολογισμού τον Νοέμβριο, τρεις παράγοντες μπορούν να μεταβάλουν ουσιαστικά τις προβλέψεις:
1. Πετρέλαιο και φυσικό αέριο
Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, ο πληθωρισμός θα δυσκολευτεί να υποχωρήσει και θα αυξηθεί η πίεση για πρόσθετα μέτρα.
2. Επιτόκια
Η παραμονή του πληθωρισμού σε υψηλά επίπεδα μπορεί να κρατήσει αυξημένο το κόστος χρήματος για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και επενδύσεις.
3. Κατανάλωση
Εάν τα νοικοκυριά περιορίσουν σημαντικά τις δαπάνες τους για να αντιμετωπίσουν τους λογαριασμούς ενέργειας και καυσίμων, η πραγματική ανάπτυξη θα δεχθεί πίεση.
Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι το 275 δισ.
Οι αριθμοί του προσχεδίου δημιουργούν μια φαινομενικά ισχυρή εικόνα:
Ανάπτυξη: ~2% ΑΕΠ 2027: ~275 δισ. ευρώ Χρέος: ~130% του ΑΕΠ Πρωτογενές πλεόνασμα: >3%
Όμως το πραγματικό οικονομικό στοίχημα βρίσκεται αλλού.
Στο αν η Ελλάδα θα μπορέσει να περάσει από την εποχή του Ταμείου Ανάκαμψης στην επόμενη φάση ανάπτυξης χωρίς να χαθεί επενδυτική ταχύτητα.
Και κυρίως στο αν η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού θα είναι αρκετά γρήγορη ώστε η αύξηση των μακροοικονομικών μεγεθών να αρχίσει να μεταφράζεται ξανά σε πραγματική βελτίωση της αγοραστικής δύναμης.
Γιατί το 2027 μπορεί πράγματι να φέρει ονομαστικό ΑΕΠ 275 δισ. ευρώ και χρέος κοντά στο 130%.
Αλλά για τα νοικοκυριά ο σημαντικότερος αριθμός δεν θα είναι το μέγεθος του ΑΕΠ.
Θα είναι πόσο από το εισόδημά τους θα εξακολουθούν να απορροφούν ενέργεια, καύσιμα, τρόφιμα και στέγη.
Και αυτή είναι η εξίσωση που ο προϋπολογισμός δεν μπορεί να λύσει μόνο με υψηλότερα ονομαστικά μεγέθη.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο