Με ένα έκτακτο πακέτο 95 εκατ. ευρώ επιχειρεί η κυβέρνηση να βάλει ανάχωμα στο υψηλό ενεργειακό κόστος της ελληνικής βιομηχανίας, ενεργοποιώντας δύο ευρωπαϊκά εργαλεία κρατικών ενισχύσεων και διευρύνοντας σημαντικά τον αριθμό των επιχειρήσεων που μπορούν να λάβουν στήριξη.
Η παρέμβαση, που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΣΕΒ, δεν περιορίζεται στους μεγάλους ενεργοβόρους ομίλους.
Στο νέο σχήμα μπαίνουν και επιχειρήσεις οι οποίες μέχρι σήμερα βρίσκονταν εκτός του μηχανισμού αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους CO₂.
Αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο στοιχείο του πακέτου:
το δίχτυ στήριξης ανοίγει από τις μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες προς εκατοντάδες μικρότερες και μεσαίες παραγωγικές επιχειρήσεις.
Τσιμέντο, χαρτί, πλαστικά και τρόφιμα βρίσκονται μεταξύ των κλάδων που αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τη νέα περίμετρο.
Τα 95 εκατ. ευρώ μοιράζονται σε δύο «κουβάδες»
Η βασική αρχιτεκτονική του σχεδίου προβλέπει δύο κατηγορίες δικαιούχων.
Περίπου τα δύο τρίτα των 95 εκατ. ευρώ προορίζονται για τις μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες που λαμβάνουν ήδη ενίσχυση μέσω του μηχανισμού αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους CO₂.
Σε αυτές αντιστοιχεί κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας περίπου 7 TWh.
Το υπόλοιπο ένα τρίτο θα κατευθυνθεί σε βιομηχανικούς κλάδους που βρίσκονται εκτός του συγκεκριμένου μηχανισμού και μέχρι σήμερα δεν είχαν αντίστοιχη γραμμή στήριξης.
Η κατανάλωση αυτής της δεύτερης κατηγορίας υπολογίζεται περίπου στις 1,5 TWh.
Άρα το πακέτο επιχειρεί να καλύψει δύο διαφορετικά προβλήματα:
τους πολύ μεγάλους ενεργειακούς καταναλωτές που ήδη διαθέτουν μηχανισμό αντιστάθμισης αλλά πιέζονται από τις νέες τιμές
και τις μικρότερες ή μεσαίες βιομηχανίες που μέχρι σήμερα βρίσκονταν ουσιαστικά εκτός προστασίας.
Περίπου 20–25 ευρώ ανά μεγαβατώρα η ελάφρυνση
Η πραγματική επίδραση στο ενεργειακό κόστος αποτελεί φυσικά το μεγάλο ερώτημα για τη βιομηχανία.
Οι πρώτες εκτιμήσεις τοποθετούν την ελάφρυνση περίπου στα 20 έως 25 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Το τελικό ύψος θα εξαρτηθεί από τον σχεδιασμό του μηχανισμού, την επιλέξιμη κατανάλωση κάθε επιχείρησης και τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
Το σημαντικό είναι ότι δεν πρόκειται για μία ενιαία οριζόντια έκπτωση για όλους.
Το σύστημα λειτουργεί μέσα στα όρια που θέτουν τα ευρωπαϊκά πλαίσια κρατικών ενισχύσεων.
CISAF: Έως 50% μείωση της χονδρεμπορικής τιμής
Ο πρώτος πυλώνας είναι το Clean Industrial Deal State Aid Framework – CISAF.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο επιτρέπει τη μείωση έως και κατά 50% της μέσης ετήσιας χονδρεμπορικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας.
Υπάρχει όμως ένας σημαντικός περιορισμός.
Η ενίσχυση δεν μπορεί να αφορά περισσότερο από το 50% της ετήσιας κατανάλωσης της επιλέξιμης επιχείρησης.
Άρα ακόμη και στην περίπτωση της μέγιστης επιτρεπόμενης στήριξης, δεν επιδοτείται ολόκληρη η κατανάλωση.
METSAF: Η κρίση στη Μέση Ανατολή ανεβάζει το όριο στο 70%
Το δεύτερο εργαλείο είναι το Middle East Crisis Temporary State Aid Framework – METSAF.
Πρόκειται για το προσωρινό ευρωπαϊκό πλαίσιο που δημιουργήθηκε ως απάντηση στις οικονομικές και ενεργειακές επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Εδώ οι δυνατότητες είναι μεγαλύτερες.
Η μέγιστη μείωση της τιμής μπορεί να φτάσει έως το 70% της μέσης χονδρεμπορικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας.
Όμως και πάλι η επιλέξιμη ποσότητα δεν μπορεί να ξεπερνά το 50% της κατανάλωσης της επιχείρησης.
Αυτό είναι κρίσιμο:
το «έως 70%» δεν σημαίνει ότι ο συνολικός λογαριασμός ρεύματος μιας βιομηχανίας μειώνεται κατά 70%.
Υπάρχει «κόφτης» στα 50 ευρώ/MWh
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο έχει και ένα σαφές κατώτατο όριο.
Η τελική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας μετά την κρατική ενίσχυση δεν μπορεί να πέσει κάτω από τα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Πρόκειται για το λεγόμενο floor price.
Επομένως, ακόμη και εάν ο μαθηματικός υπολογισμός της επιδότησης οδηγούσε χαμηλότερα, ενεργοποιείται ο συγκεκριμένος «κόφτης».
Το ερώτημα πλέον είναι πόσο κοντά σε αυτό το επίπεδο θα μπορέσει να φτάσει στην πράξη το ελληνικό σχήμα.
Οι μικρότερες βιομηχανίες παίρνουν στήριξη για όλο το 2026
Υπάρχει επίσης σημαντική διαφοροποίηση ως προς τον χρόνο εφαρμογής.
Για τις επιχειρήσεις που βρίσκονται εκτός του μηχανισμού αντιστάθμισης, η στήριξη σχεδιάζεται να καλύψει ολόκληρο το 2026.
Σε αυτή την κατηγορία αντιστοιχεί κατανάλωση περίπου 1,5 TWh.
Αντίθετα, για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες που ήδη λαμβάνουν αντιστάθμιση CO₂, η πρόσθετη ενίσχυση θα αφορά την περίοδο:
Αύγουστος – Δεκέμβριος 2026.
Σε αυτές αντιστοιχούν περίπου 7 TWh κατανάλωσης.
Το 50% της ενίσχυσης επιστρέφει υποχρεωτικά σε επενδύσεις
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν επιτρέπει όμως την ενίσχυση χωρίς ανταλλάγματα.
Οι επιχειρήσεις που θα λάβουν επιδότηση μέσω των συγκεκριμένων εργαλείων θα πρέπει να διαθέσουν το 50% της ενίσχυσης σε επενδύσεις πράσινης μετάβασης.
Επομένως, για κάθε 1 εκατ. ευρώ ενίσχυσης, τα 500.000 ευρώ θα πρέπει να συνδεθούν με επενδύσεις που μειώνουν μελλοντικά το ενεργειακό ή ανθρακικό αποτύπωμα της επιχείρησης.
Αυτό μπορεί να αφορά, ανάλογα με τον σχεδιασμό και την επιλεξιμότητα:
ενεργειακή αποδοτικότητα,
ΑΠΕ,
αποθήκευση,
μπαταρίες,
ηλεκτροποίηση παραγωγικών διαδικασιών
ή άλλες επενδύσεις απανθρακοποίησης.
Η φιλοσοφία είναι σαφής:
η Ευρώπη επιδοτεί σήμερα το ενεργειακό κόστος, αλλά ζητά από τη βιομηχανία να επενδύσει ώστε να χρειάζεται μικρότερη στήριξη αύριο.
Το πακέτο ανοίγει πλέον σε εκατοντάδες επιχειρήσεις
Η διεύρυνση της περιμέτρου είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Μέχρι σήμερα, το βασικό δίχτυ προστασίας μέσω της αντιστάθμισης CO₂ αφορούσε κυρίως περιορισμένο αριθμό μεγάλων ενεργοβόρων επιχειρήσεων.
Το νέο σχήμα μπορεί να συμπεριλάβει σημαντικά περισσότερες μεσαίες και μικρότερες βιομηχανίες.
Στους κλάδους που έχουν βρεθεί στο επίκεντρο περιλαμβάνονται:
η τσιμεντοβιομηχανία,
η χαρτοποιία,
τα πλαστικά,
τα τρόφιμα
και άλλες παραγωγικές δραστηριότητες με υψηλό ενεργειακό κόστος.
Για πολλές από αυτές, το ηλεκτρικό ρεύμα αποτελεί κρίσιμο μέρος του τελικού κόστους παραγωγής και συνεπώς καθορίζει την ανταγωνιστικότητά τους απέναντι σε ευρωπαϊκές και τρίτες χώρες.
Το μεγάλο πρόβλημα: Ευρώπη απέναντι σε ΗΠΑ και Κίνα
Η συζήτηση δεν αφορά μόνο την Ελλάδα.
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δομικό ενεργειακό μειονέκτημα έναντι βασικών ανταγωνιστών της.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος έχει θέσει επανειλημμένα το ζήτημα του ενεργειακού χάσματος που χωρίζει την Ευρώπη από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.
Για τη βιομηχανία, επομένως, το πρόβλημα δεν λύνεται μόνο με μία προσωρινή επιδότηση.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να διαμορφώσει μόνιμες συνθήκες ανταγωνιστικού ενεργειακού κόστους.
Οι προτάσεις της έκθεσης Ντράγκι, οι επενδύσεις στα δίκτυα, η ανάπτυξη των ΑΠΕ, οι διασυνδέσεις και ένας ταχύτερος ευρωπαϊκός μηχανισμός αντίδρασης στις ενεργειακές κρίσεις βρίσκονται πλέον στο κέντρο αυτής της συζήτησης.
ΣΕΒ και ΕΒΙΚΕΝ υποδέχονται θετικά την παρέμβαση
Οι πρώτες αντιδράσεις της βιομηχανίας στην κυβερνητική ανακοίνωση ήταν θετικές.
ΣΕΒ και ΕΒΙΚΕΝ είχαν ζητήσει επίμονα την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών εργαλείων.
Ιδιαίτερα οι επιχειρήσεις που βρίσκονταν εκτός του μηχανισμού αντιστάθμισης CO₂ ζητούσαν τη διεύρυνση της περιμέτρου, καθώς αντιμετώπιζαν το υψηλό ενεργειακό κόστος χωρίς αντίστοιχη γραμμή άμυνας.
Ωστόσο, η αποδοχή του πακέτου δεν σημαίνει ότι εξαφανίζεται η ευρύτερη ανησυχία.
Τα 95 εκατ. ευρώ αντιμετωπίζουν ένα μέρος του προβλήματος.
Δεν εξαλείφουν το ενεργειακό χάσμα της ελληνικής και ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Τα 95 εκατ. είναι το «ταβάνι»
Και εδώ βρίσκεται ένας από τους σημαντικότερους περιορισμούς του σχεδίου.
Το ποσό των 95 εκατ. ευρώ αποτελεί το δημοσιονομικό ανώτατο όριο της κυβερνητικής παρέμβασης.
Ο τελικός σχεδιασμός θα πρέπει να χωρέσει μέσα σε αυτό.
Άρα, ακόμη και εάν τα ευρωπαϊκά πλαίσια CISAF και METSAF επιτρέπουν θεωρητικά μεγαλύτερη ένταση ενίσχυσης, το ελληνικό πρόγραμμα δεν μπορεί να ξεπεράσει τον διαθέσιμο προϋπολογισμό.
Αυτό σημαίνει ότι η τελική ελάφρυνση θα καθοριστεί από έναν συνδυασμό παραγόντων:
τον αριθμό των επιχειρήσεων,
την επιλέξιμη κατανάλωση,
τη χρονική διάρκεια,
τη χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας
και το συνολικό όριο των 95 εκατ. ευρώ.
Προεργασία με τις Βρυξέλλες – Αναμένεται η τελική έγκριση
Η ελληνική πλευρά έχει ήδη πραγματοποιήσει προεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη χρήση των CISAF και METSAF.
Αυτό είναι σημαντικό, καθώς πρόκειται για κρατική ενίσχυση που πρέπει να είναι συμβατή με το ευρωπαϊκό πλαίσιο ανταγωνισμού.
Δεν υπάρχει ακόμη συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση της εγκριτικής διαδικασίας.
Η Αθήνα, ωστόσο, εκτιμά ότι οι διαβουλεύσεις μπορούν να κινηθούν γρήγορα, καθώς το ελληνικό μοντέλο βασίζεται σε ήδη διαθέσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία.
Από την επιδότηση στην ανταγωνιστικότητα
Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι τελικά τα 95 εκατ. ευρώ.
Είναι τι θα συμβεί όταν αυτά τελειώσουν.
Η ελληνική βιομηχανία ζητά σταθερά προβλέψιμο και ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος.
Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τώρα τα ευρωπαϊκά εργαλεία για να απορροφήσει μέρος της έκτακτης πίεσης.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, από την πλευρά της, συνδέει την οικονομική βοήθεια με επενδύσεις πράσινης μετάβασης.
Και έτσι το νέο πακέτο λειτουργεί ταυτόχρονα ως άμεση στήριξη και ως υποχρέωση μετασχηματισμού.
Για τις επιχειρήσεις, το πρώτο αποτέλεσμα θα φανεί στον λογαριασμό ηλεκτρικής ενέργειας.
Για την οικονομία όμως το μεγαλύτερο ερώτημα είναι άλλο:
εάν η έκτακτη επιδότηση των 95 εκατ. ευρώ μπορεί να γίνει γέφυρα προς μια βιομηχανία που θα χρειάζεται λιγότερες επιδοτήσεις επειδή θα έχει αποκτήσει μόνιμα χαμηλότερο και ανταγωνιστικότερο ενεργειακό κόστος.
Πηγή: pagenews.gr
