ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ & ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΙΗΣΗ

Σολομός που τρέφεται με κοτόπουλο: Η μεγάλη ανατροπή στα τρόφιμα – Τι δεν γράφουν οι ετικέτες

Σολομός που τρέφεται με κοτόπουλο: Η μεγάλη ανατροπή στα τρόφιμα – Τι δεν γράφουν οι ετικέτες

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Οι κολοσσοί της νορβηγικής ιχθυοκαλλιέργειας αλλάζουν τις ζωοτροφές για να μειώσουν το κόστος – Ιχθυάλευρα σε τιμές σχεδόν διπλάσιες, υποπροϊόντα πουλερικών στη μισή τιμή και βρετανικά σούπερ μάρκετ αντιμέτωπα με δύσκολα ερωτήματα.

Η νέα πραγματικότητα: Κοτόπουλο στις τροφές του σολομού

Μια σημαντική αλλαγή συντελείται στη βιομηχανία εκτροφής σολομού στην Ευρώπη, καθώς κορυφαίοι παραγωγοί στρέφονται στη χρήση επεξεργασμένων υποπροϊόντων κοτόπουλου ως εναλλακτικής πηγής πρωτεΐνης για τα ψάρια.

Η πρακτική, που επί χρόνια αντιμετωπιζόταν με επιφυλακτικότητα από μεγάλες αλυσίδες λιανικής και καταναλωτές, αρχίζει να εφαρμόζεται σε μεγάλη κλίμακα.

Σύμφωνα με σημερινό δημοσίευμα των Financial Times, εταιρείες όπως η Lerøy Seafood Group, η Mowi, η Grieg Seafood και η SalMar έχουν ήδη ξεκινήσει να χρησιμοποιούν ή να δοκιμάζουν συστατικά από πουλερικά στις τροφές εκτροφής σολομού.

Πίσω από αυτή την απόφαση βρίσκονται το αυξανόμενο κόστος των παραδοσιακών ιχθυοτροφών, οι περιορισμοί στα αποθέματα άγριων ψαριών και η ανάγκη για νέες πηγές πρωτεΐνης.

Η εξέλιξη προκαλεί, ωστόσο, μια ευρύτερη συζήτηση: πόσα γνωρίζει πραγματικά ο καταναλωτής για τον τρόπο με τον οποίο έχει τραφεί το ψάρι που αγοράζει;

Lerøy: Υποπροϊόντα κοτόπουλου σε όλες τις θαλάσσιες μονάδες της

Η νορβηγική Lerøy Seafood Group, ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς σολομού στην Ευρώπη και προμηθευτής της βρετανικής Tesco, επιβεβαίωσε ότι έχει εισαγάγει υποπροϊόντα πουλερικών στις ζωοτροφές όλων των θαλάσσιων μονάδων εκτροφής σολομού που διαθέτει.

Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή στην εμπορική παραγωγή και όχι απλώς για ένα περιορισμένο πείραμα.

Η εταιρεία αναφέρει ότι η μεγάλη κλίμακα των δραστηριοτήτων της απαιτούσε την εξεύρεση αξιόπιστης εναλλακτικής λύσης απέναντι στα παραδοσιακά ιχθυάλευρα.

Ο υπεύθυνος ιχθυοτροφών της Lerøy, Jørgen Skeide, εξήγησε ότι τα υποπροϊόντα πουλερικών πληρούσαν τα βασικά κριτήρια που αναζητούσε η εταιρεία ως προς τη διαθεσιμότητα και τη δυνατότητα αξιοποίησής τους.

Στην επίσημη πολιτική βιωσιμότητας της Lerøy αναφέρεται πλέον ρητά η χρήση υποπροϊόντων πουλερικών στη διατροφή του εκτρεφόμενου σολομού.

Η εταιρεία υποστηρίζει ότι η νέα προσέγγιση μπορεί να συμβάλει στην αποδοτικότερη αξιοποίηση πρώτων υλών και στη μείωση της εξάρτησης από την αλιεία άγριων ψαριών.

Mowi, Grieg και SalMar: Η αλλαγή επεκτείνεται στους κολοσσούς

Η Lerøy δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση.

Η Mowi, ο μεγαλύτερος παραγωγός σολομού παγκοσμίως, προετοιμάζεται να ενσωματώσει συστατικά από πουλερικά στις τροφές που χρησιμοποιεί στις εγκαταστάσεις της στη Νορβηγία και στη Σκωτία.

Η εταιρεία προμηθεύει μεγάλες βρετανικές αλυσίδες, μεταξύ των οποίων οι Sainsbury’s και Asda.

Παράλληλα, η Grieg Seafood εισήγαγε τον Ιούλιο του 2026 άλευρο και έλαιο από κοτόπουλο στη διατροφή των εκτρεφόμενων ψαριών της.

Η SalMar, ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός σολομού παγκοσμίως, ξεκίνησε δοκιμές συστατικών πουλερικών τον Μάρτιο.

Οι εξελίξεις αυτές δείχνουν ότι η βιομηχανία κινείται προς μια ευρύτερη αναθεώρηση της σύνθεσης των ιχθυοτροφών.

Η χρήση επεξεργασμένων ζωικών πρωτεϊνών δεν είναι νέα σε όλες τις αγορές.

Παραγωγοί σολομού στη Χιλή και στον Καναδά χρησιμοποιούν τέτοιου είδους πρώτες ύλες εδώ και χρόνια.

Στην Ευρώπη, όμως, η υιοθέτησή τους ήταν πιο αργή, κυρίως λόγω της στάσης των καταναλωτών και των εμπορικών αλυσίδων.

Τι ακριβώς σημαίνει «κοτόπουλο» στις ιχθυοτροφές;

Η χρήση κοτόπουλου στη διατροφή του σολομού δεν σημαίνει ότι ολόκληρα κοτόπουλα καταλήγουν στις μονάδες εκτροφής.

Οι παραγωγοί χρησιμοποιούν κυρίως υποπροϊόντα της βιομηχανίας επεξεργασίας πουλερικών.

Πρόκειται για υλικά που δεν προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση, αλλά μπορούν, εφόσον πληρούν τις προβλεπόμενες προδιαγραφές, να υποστούν επεξεργασία και να χρησιμοποιηθούν ως πρώτες ύλες ζωοτροφών.

Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ορισμένα οστά και εσωτερικά όργανα, όπως το συκώτι.

Οι πρώτες ύλες υποβάλλονται σε ειδική θερμική και βιομηχανική επεξεργασία ώστε να παραχθούν συστατικά, όπως επεξεργασμένη ζωική πρωτεΐνη και λίπος πουλερικών.

Δεν χρησιμοποιούνται αυτομάτως όλα τα υποπροϊόντα.

Η επιτρεπόμενη προέλευση και χρήση τους εξαρτάται από την κατηγορία του υλικού και τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας.

Η πρακτική συνδέεται με την προσπάθεια αξιοποίησης πρώτων υλών που διαφορετικά θα είχαν μικρότερη οικονομική αξία ή θα κατευθύνονταν σε άλλες χρήσεις.

Το οικονομικό κίνητρο: Τα ιχθυάλευρα σχεδόν διπλασιάστηκαν

Ο βασικότερος παράγοντας πίσω από τη νέα στρατηγική είναι το κόστος παραγωγής.

Η τιμή των παραδοσιακών ιχθυαλεύρων, που παράγονται από άγρια ψάρια, έχει σχεδόν διπλασιαστεί τα τελευταία δύο χρόνια.

Η αύξηση συνδέεται με τη μειωμένη διαθεσιμότητα ορισμένων αλιευτικών αποθεμάτων και με την ισχυρή διεθνή ζήτηση, ιδιαίτερα από την Κίνα.

Σύμφωνα με τους Financial Times, οι πρώτες ύλες που προέρχονται από πουλερικά κοστίζουν λιγότερο από το μισό ανά τόνο σε σύγκριση με τα παραδοσιακά ιχθυάλευρα.

Η διαφορά είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη βιομηχανία υδατοκαλλιεργειών, καθώς οι ζωοτροφές αποτελούν μεγάλο μέρος του συνολικού κόστους παραγωγής.

Για μια επιχείρηση που παράγει εκατοντάδες χιλιάδες τόνους ψαριών, ακόμη και μικρές αλλαγές στο κόστος της τροφής μπορούν να έχουν σημαντικό οικονομικό αποτέλεσμα.

Η αντικατάσταση μέρους των ακριβότερων θαλάσσιων συστατικών με φθηνότερες πηγές πρωτεΐνης αποτελεί επομένως βασική στρατηγική περιορισμού των δαπανών.

Ωστόσο, το χαμηλότερο κόστος μιας πρώτης ύλης δεν σημαίνει απαραίτητα ισόποση μείωση της τελικής τιμής του σολομού στο ράφι.

Η κρίση στην αλιεία του Περού και το φαινόμενο Ελ Νίνιο

Η πίεση στις παραδοσιακές ιχθυοτροφές έχει ενισχυθεί από τις δυσκολίες στην αλιεία του Περού.

Η χώρα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παραγωγούς ιχθυαλεύρων παγκοσμίως, με βασική πρώτη ύλη τον γαύρο του Ειρηνικού.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται οι Financial Times, το Περού αντιπροσωπεύει υπό κανονικές συνθήκες περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας παραγωγής ιχθυαλεύρων.

Το ιδιαίτερα ισχυρό φαινόμενο Ελ Νίνιο του 2026 έχει επηρεάσει τις συνθήκες αλιείας, δημιουργώντας πρόσθετες δυσκολίες στην προσφορά.

Οι μεταβολές στη θερμοκρασία των θαλάσσιων υδάτων μπορούν να επηρεάσουν τη γεωγραφική κατανομή και τη διαθεσιμότητα των αλιευμάτων.

Η περιορισμένη παραγωγή αυξάνει την πίεση στις τιμές.

Παράλληλα, η ζήτηση για ιχθυάλευρα παραμένει υψηλή, καθώς χρησιμοποιούνται σε διάφορους κλάδους ζωικής παραγωγής.

Οι παραγωγοί σολομού αναζητούν επομένως τρόπους να μειώσουν την εξάρτησή τους από μια αγορά που χαρακτηρίζεται από περιορισμένη προσφορά και έντονη μεταβλητότητα.

Το προσφυγάκι του Ατλαντικού χάνει την πιστοποίηση βιωσιμότητας

Πρόσθετη πίεση δημιουργούν οι εξελίξεις γύρω από το προσφυγάκι του Ατλαντικού, γνωστό διεθνώς ως blue whiting.

Το συγκεκριμένο είδος χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη για την παραγωγή ιχθυαλεύρων.

Ωστόσο, η αδυναμία ευρωπαϊκών χωρών να συμφωνήσουν σε κοινά όρια αλιευμάτων οδήγησε στην απώλεια πιστοποίησης βιωσιμότητας για τη σχετική αλιεία.

Η εξέλιξη περιορίζει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο ψάρι σε προϊόντα που πρέπει να πληρούν αυστηρά κριτήρια υπεύθυνης προμήθειας.

Για τις εταιρείες εκτροφής σολομού, η απώλεια πιστοποίησης σημαίνει ότι πρέπει να αναζητήσουν εναλλακτικές πρώτες ύλες.

Η πίεση αυτή ενισχύει το ενδιαφέρον για πρωτεΐνες από πουλερικά, έντομα, μικροφύκη και άλλα συστατικά.

Το βρετανικό παράδοξο: Κοτόπουλο φεύγει, σολομός επιστρέφει

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πλευρές της υπόθεσης αφορά τη διαδρομή των πρώτων υλών.

Η Lerøy προμηθεύεται μέρος των υποπροϊόντων πουλερικών από τη Βρετανία.

Τα υλικά αυτά μεταφέρονται στη Νορβηγία για επεξεργασία και αξιοποίηση στην παραγωγή ιχθυοτροφών.

Στη συνέχεια, οι τροφές χρησιμοποιούνται στις μονάδες εκτροφής σολομού.

Ο σολομός μπορεί τελικά να εξαχθεί πίσω στη βρετανική αγορά, όπου διατίθεται μέσω μεγάλων εμπορικών αλυσίδων.

Έτσι, υποπροϊόντα της βρετανικής πτηνοτροφίας μετατρέπονται σε συστατικά παραγωγής ενός διαφορετικού τροφίμου που επιστρέφει στα ίδια καταναλωτικά δίκτυα.

Η διαδικασία αποτελεί παράδειγμα κυκλικής αξιοποίησης πρώτων υλών.

Παράλληλα, εγείρει ερωτήματα για το συνολικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα των μεταφορών και της επεξεργασίας.

Για να αξιολογηθεί η πραγματική περιβαλλοντική ωφέλεια απαιτείται σύγκριση ολόκληρου του κύκλου ζωής των διαφορετικών πρώτων υλών.

Tesco, Sainsbury’s και Waitrose: Οι πολιτικές που δημιουργούν ερωτήματα

Η επέκταση της πρακτικής δημιουργεί προκλήσεις για τις μεγάλες βρετανικές αλυσίδες σούπερ μάρκετ.

Η Tesco είχε δηλώσει το 2021 ότι απαγόρευε τη χρήση αλεύρων και ελαίων από πουλερικά στις τροφές των ψαριών που προμηθευόταν.

Η Waitrose είχε αναφέρει το 2024 ότι δεν επέτρεπε τη χρήση επεξεργασμένων ζωικών πρωτεϊνών στις ιχθυοτροφές.

Η Sainsbury’s δήλωσε στους Financial Times ότι εξακολουθεί να απαγορεύει συστατικά από πουλερικά στις τροφές για τον σολομό ιδιωτικής ετικέτας.

Ωστόσο, δεν διευκρίνισε εάν η πολιτική αυτή εφαρμόζεται και σε προϊόντα τρίτων εμπορικών σημάτων που διατίθενται στα καταστήματά της.

Η Tesco δεν απάντησε σε αίτημα για διευκρίνιση σχετικά με πιθανή αλλαγή της πολιτικής της.

Η Waitrose αρνήθηκε να σχολιάσει.

Τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν ότι οι αλυσίδες παραβιάζουν τις πολιτικές τους.

Αναδεικνύουν, όμως, την ανάγκη σαφούς ενημέρωσης για το εάν οι κανόνες προμήθειας εξακολουθούν να ισχύουν και πώς ελέγχεται η εφαρμογή τους.

Γιατί οι καταναλωτές δεν το βλέπουν στην ετικέτα

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα αφορά την ενημέρωση των καταναλωτών.

Οι ετικέτες των προϊόντων σολομού δεν υποχρεούνται γενικά να αναγράφουν όλα τα συστατικά των ζωοτροφών που χρησιμοποιήθηκαν κατά την εκτροφή.

Αυτό σημαίνει ότι ο καταναλωτής μπορεί να αγοράζει σολομό χωρίς να γνωρίζει εάν η διατροφή του περιλάμβανε επεξεργασμένες πρωτεΐνες από πουλερικά.

Η νομοθεσία διακρίνει μεταξύ των συστατικών του τελικού τροφίμου και των συστατικών των ζωοτροφών που χρησιμοποιήθηκαν στην παραγωγική διαδικασία.

Η διάκριση αυτή είναι σημαντική για την επισήμανση και την ιχνηλασιμότητα.

Ωστόσο, δημιουργεί ερωτήματα όταν οι καταναλωτές επιθυμούν να επιλέγουν τρόφιμα με βάση συγκεκριμένα ηθικά, περιβαλλοντικά ή διατροφικά κριτήρια.

Ορισμένοι μπορεί να αποφεύγουν την κατανάλωση κοτόπουλου για λόγους καλής μεταχείρισης των ζώων.

Άλλοι μπορεί να ενδιαφέρονται για την προέλευση των πρώτων υλών ή για τις πρακτικές εκτροφής.

Η απουσία αναλυτικής επισήμανσης δεν συνεπάγεται αυτομάτως παραβίαση της νομοθεσίας.

Θέτει, όμως, ζήτημα διαφάνειας ως προς την παραγωγική διαδικασία.

Οι καταναλωτές στη Βρετανία και στη Γαλλία αντιδρούν

Η στάση των καταναλωτών παραμένει ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες για την εμπορική αποδοχή της νέας πρακτικής.

Έρευνα του νορβηγικού ερευνητικού οργανισμού Nofima το 2026 κατέγραψε έντονη επιφυλακτικότητα σε καταναλωτές στη Βρετανία και στη Γαλλία.

Σύμφωνα με τον ερευνητή Florent Govaerts, αρκετοί συμμετέχοντες αντιμετώπισαν αρνητικά την ιδέα της χρήσης υποπροϊόντων κοτόπουλου στη διατροφή του σολομού.

Οι αντιδράσεις σχετίζονται με την αντίληψη ότι η πρακτική είναι αφύσικη, αλλά και με ανησυχίες για την ποιότητα των τροφίμων.

Η Margareth Øverland, καθηγήτρια διατροφής υδατοκαλλιεργειών στο Νορβηγικό Πανεπιστήμιο Επιστημών Ζωής, επισήμανε ότι οι καταναλωτές υπήρξαν ιστορικά επιφυλακτικοί.

Ωστόσο, εκτίμησε ότι η αγορά ενδέχεται πλέον να είναι περισσότερο έτοιμη να αποδεχθεί τέτοιες εναλλακτικές λύσεις.

Η αλλαγή στη στάση των καταναλωτών θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ενημέρωση, την επιστημονική τεκμηρίωση και την εμπιστοσύνη στους παραγωγούς.

Υπάρχει κίνδυνος για την ασφάλεια των τροφίμων;

Η χρήση επεξεργασμένων ζωικών πρωτεϊνών στις ιχθυοτροφές έχει προκαλέσει στο παρελθόν ανησυχίες σχετικά με τη μετάδοση ζωικών ασθενειών.

Στη Βρετανία, η συγκεκριμένη πρακτική είχε απαγορευτεί στο πλαίσιο των περιορισμών που επιβλήθηκαν μετά την κρίση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών, γνωστής ως νόσου των τρελών αγελάδων.

Οι κανόνες αναθεωρήθηκαν το 2013, επιτρέποντας τη χρήση ορισμένων επεξεργασμένων ζωικών πρωτεϊνών από μη μηρυκαστικά στην υδατοκαλλιέργεια, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Η σημερινή χρήση επιτρεπόμενων υποπροϊόντων πουλερικών δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη ότι ο σολομός είναι επικίνδυνος για κατανάλωση.

Η ασφάλεια εξαρτάται από την προέλευση των υλικών, τις διαδικασίες επεξεργασίας, τους ελέγχους και την τήρηση της νομοθεσίας.

Η διατροφική καταλληλότητα για τα ψάρια αποτελεί επίσης αντικείμενο επιστημονικής έρευνας.

Ο Nofima εξετάζει τις επιπτώσεις της μακροχρόνιας χρήσης τέτοιων συστατικών στην ανάπτυξη, στην υγεία και στην ποιότητα του σολομού.

Επομένως, η επιστημονική αξιολόγηση πρέπει να διαχωρίζεται από την αισθητική ή ηθική αντίδραση που μπορεί να προκαλεί η πρακτική.

Το νέο οικονομικό όφελος για τη βιομηχανία κοτόπουλου

Η στροφή της ιχθυοκαλλιέργειας προς τα υποπροϊόντα πουλερικών δημιουργεί νέες εμπορικές ευκαιρίες και για τη βιομηχανία πτηνοτροφίας.

Υλικά που δεν προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη αξία ως πρώτες ύλες παραγωγής ζωοτροφών.

Ο Alistair Collins, διευθυντικό στέλεχος της βρετανικής εταιρείας επεξεργασίας ζωικών υποπροϊόντων J G Pears, ανέφερε ότι η αυξανόμενη ζήτηση από τις μονάδες υδατοκαλλιέργειας ενισχύει την εμπορική αξία των συγκεκριμένων υλικών.

Η εξέλιξη αυτή μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες στην αγορά πρώτων υλών.

Η βιομηχανία κοτόπουλου αποκτά ένα πρόσθετο κανάλι αξιοποίησης των υποπροϊόντων της.

Οι παραγωγοί σολομού αποκτούν πρόσβαση σε μια διαφορετική πηγή πρωτεΐνης.

Και οι εταιρείες ζωοτροφών μπορούν να διαφοροποιήσουν τις προμήθειές τους.

Ωστόσο, η αύξηση της ζήτησης μπορεί σταδιακά να επηρεάσει και τις τιμές των συγκεκριμένων πρώτων υλών.

Το περιβαλλοντικό στοίχημα: Λιγότερη πίεση στα άγρια ψάρια

Οι παραγωγοί υποστηρίζουν ότι η χρήση υποπροϊόντων κοτόπουλου μπορεί να περιορίσει την πίεση που ασκείται στα άγρια αλιευτικά αποθέματα.

Η παραδοσιακή παραγωγή ιχθυαλεύρων βασίζεται στην αλίευση ψαριών που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή ζωοτροφών.

Η αντικατάσταση μέρους αυτών των συστατικών με υλικά από ήδη υπάρχουσες παραγωγικές διαδικασίες θα μπορούσε να μειώσει την ανάγκη για ορισμένα θαλάσσια συστατικά.

Ωστόσο, η περιβαλλοντική εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη.

Η παραγωγή κοτόπουλου έχει δικό της περιβαλλοντικό αποτύπωμα, που συνδέεται με την καλλιέργεια ζωοτροφών, τη χρήση ενέργειας και τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.

Επιπλέον, η επεξεργασία και η μεταφορά των υποπροϊόντων απαιτούν πόρους.

Για να αποδειχθεί η περιβαλλοντική υπεροχή μιας συγκεκριμένης ιχθυοτροφής απαιτείται ολοκληρωμένη ανάλυση του κύκλου ζωής της.

Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η αντικατάσταση ενός συστατικού με ένα άλλο.

Είναι η συνολική μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων χωρίς επιδείνωση της υγείας των ψαριών ή της ποιότητας του τελικού προϊόντος.

Έντομα, μικροφύκη και νέες πρωτεΐνες: Το μέλλον των ιχθυοτροφών

Τα υποπροϊόντα πουλερικών αποτελούν μία μόνο από τις εναλλακτικές λύσεις που εξετάζει η βιομηχανία.

Ερευνητικά προγράμματα στην Ευρώπη αξιολογούν τη χρήση πρωτεϊνών από έντομα, ελαίων από μικροφύκη και άλλων πρώτων υλών κυκλικής οικονομίας.

Σε επιστημονική παρουσίαση στο συνέδριο Aquaculture Europe 2026, ερευνητές εξέτασαν εναλλακτικές συνθέσεις τροφών για σολομό του Ατλαντικού.

Οι δοκιμές περιλάμβαναν συνδυασμούς συστατικών από έντομα, μικροφύκη και υποπροϊόντα πουλερικών.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ορισμένες εναλλακτικές συνθέσεις μπορούσαν να διατηρήσουν συγκρίσιμες επιδόσεις ανάπτυξης και παραγωγής σε σχέση με τις συμβατικές τροφές, στις συγκεκριμένες πειραματικές συνθήκες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε νέα σύνθεση είναι αυτομάτως κατάλληλη για όλες τις εμπορικές εφαρμογές.

Δείχνει, όμως, ότι η τεχνολογία των ιχθυοτροφών εξελίσσεται και ότι οι παραγωγοί διαθέτουν περισσότερες επιλογές από ό,τι στο παρελθόν.

Τι σημαίνει για την Ελλάδα και τις ελληνικές ιχθυοκαλλιέργειες

Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, η οποία διαθέτει σημαντικό κλάδο θαλάσσιων υδατοκαλλιεργειών, με βασικά προϊόντα την τσιπούρα και το λαβράκι.

Η αύξηση του κόστους των ιχθυαλεύρων και των ιχθυελαίων επηρεάζει ευρύτερα την οικονομία των ιχθυοκαλλιεργειών, όχι μόνο την παραγωγή σολομού.

Η αναζήτηση εναλλακτικών πηγών πρωτεΐνης αποτελεί επομένως ζήτημα ανταγωνιστικότητας και για τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Ωστόσο, οι διατροφικές ανάγκες κάθε είδους ψαριού διαφέρουν.

Μια σύνθεση τροφής κατάλληλη για τον σολομό δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτομάτως στην εκτροφή τσιπούρας ή λαβρακιού χωρίς ειδική αξιολόγηση.

Παράλληλα, η ελληνική αγορά θα πρέπει να παρακολουθεί τις εξελίξεις στους ευρωπαϊκούς κανόνες ιχνηλασιμότητας, βιωσιμότητας και ενημέρωσης των καταναλωτών.

Δεν προκύπτει από το συγκεκριμένο ρεπορτάζ ότι οι ελληνικές μονάδες εκτροφής χρησιμοποιούν την ίδια πρακτική.

Το θέμα αφορά πρωτίστως τους μεγάλους παραγωγούς σολομού της Βόρειας Ευρώπης.

Το μεγάλο ερώτημα: Φθηνότερη παραγωγή ή περισσότερη διαφάνεια;

Η χρήση υποπροϊόντων κοτόπουλου στις τροφές του σολομού αναδεικνύει μια νέα πραγματικότητα στη βιομηχανία τροφίμων.

Οι επιχειρήσεις επιδιώκουν να περιορίσουν το κόστος, να μειώσουν την εξάρτησή τους από περιορισμένους φυσικούς πόρους και να αξιοποιήσουν καλύτερα τις διαθέσιμες πρώτες ύλες.

Οι καταναλωτές, από την πλευρά τους, ζητούν όλο και περισσότερες πληροφορίες για την προέλευση και τις συνθήκες παραγωγής των τροφίμων τους.

Η πρόκληση είναι να συνδυαστούν αυτές οι δύο ανάγκες.

Η επιστημονικά τεκμηριωμένη χρήση εναλλακτικών πρώτων υλών μπορεί να αποτελέσει μέρος μιας πιο αποδοτικής παραγωγικής διαδικασίας.

Ωστόσο, η εμπορική αποδοχή της εξαρτάται από τη διαφάνεια, την ασφάλεια και την εμπιστοσύνη.

Η μεγάλη αλλαγή στη διατροφή του σολομού δεν αφορά μόνο το τι τρώνε τα ψάρια. Αφορά το ποιος αποφασίζει πώς παράγονται τα τρόφιμα και πόσα δικαιούται να γνωρίζει ο καταναλωτής πριν τα αγοράσει.

Και αυτή η συζήτηση μόλις αρχίζει.

Πηγή: pagenews.gr

Κώστας Καλλιαντέρης
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Κώστας Καλλιαντέρης Οικονομικός Συντάκτης
Εξειδικεύεται στην κάλυψη θεμάτων οικονομίας, επιχειρηματικότητας, ενέργειας, μεταφορών, κατασκευών και αγορών. Παρακολουθεί τις οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αναλύοντας τις επιπτώσεις τους στην επιχειρηματική δραστηριότητα και την πραγματική οικονομία. Διαθέτει εμπειρία στη δημοσιογραφική κάλυψη οικονομικού και πολιτικού ρεπορτάζ, καθώς και στη σύνταξη αναλυτικών άρθρων για την αγορά, τις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο