Ο Ζελένσκι «σπάει» με τον Τραμπ – Η Ευρώπη ετοιμάζεται να μιλήσει απευθείας με τον Πούτιν
Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Ο Ζελένσκι «σπάει» με τον Τραμπ – Η Ευρώπη ετοιμάζεται να μιλήσει απευθείας με τον Πούτιν
Μια βαθιά μετατόπιση βρίσκεται σε εξέλιξη στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών, Ουκρανίας και Ευρώπης. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι εγκαταλείπει σταδιακά τη συγκρατημένη δημόσια στάση απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ, ενώ οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εξετάζουν πλέον σοβαρά το ενδεχόμενο απευθείας συνομιλιών με τον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Σε ανάλυσή του στους Financial Times, ο Gideon Rachman περιγράφει το τέλος μιας ολόκληρης διπλωματικής προσέγγισης: της προσπάθειας των Ευρωπαίων να επηρεάζουν τον Αμερικανό πρόεδρο μέσω προσωπικών επαφών, διαβεβαιώσεων και δημόσιων φιλοφρονήσεων.
Η νέα κρίση δεν αφορά απλώς τις προσωπικές σχέσεις Τραμπ και Ζελένσκι. Αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας, τη μελλοντική αρχιτεκτονική του ΝΑΤΟ και το ποιος θα διαπραγματευτεί τους όρους τερματισμού του πολέμου στην Ουκρανία.
Η ρήξη Ζελένσκι–Τραμπ και η αλλαγή στρατηγικής του Κιέβου
Η σημερινή αντιπαράθεση θυμίζει τις ιδιαίτερα δύσκολες στιγμές του 2025, όταν η δημόσια σύγκρουση στον Λευκό Οίκο μεταξύ Τραμπ, Τζέι Ντι Βανς και Ζελένσκι προκάλεσε σοβαρούς προβληματισμούς για την κατεύθυνση της αμερικανικής πολιτικής.
Τότε, οι Ευρωπαίοι ηγέτες προσπάθησαν να περιορίσουν τις εντάσεις, ενθαρρύνοντας τον Ουκρανό πρόεδρο να υιοθετήσει περισσότερο συμφιλιωτικό ύφος.
Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική.
Ο Ζελένσκι έχει εντείνει τη δημόσια κριτική του προς την Ουάσιγκτον, καταγγέλλοντας περιορισμούς στις δορυφορικές υπηρεσίες που χρησιμοποιεί η Ουκρανία και εκφράζοντας ανοιχτά την ανησυχία του για την προσέγγιση Τραμπ προς αυταρχικούς ηγέτες.
Παράλληλα, το Κίεβο επανέλαβε τις επιθέσεις κατά ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων, παρά τις αμερικανικές πιέσεις για διακοπή τους.
Η συμφωνία του Τραμπ για εισαγωγές ρωσικού ντίζελ επιδείνωσε ακόμη περισσότερο τις σχέσεις των δύο πλευρών, καθώς η ουκρανική ηγεσία θεωρεί ότι η οικονομική συνεργασία με τη Μόσχα υπονομεύει τις κυρώσεις και ενισχύει τη δυνατότητα της Ρωσίας να συνεχίσει τον πόλεμο.
Financial Times: Γιατί η Ευρώπη εγκαταλείπει τη διπλωματία των κολακειών
Το σημαντικότερο στοιχείο της ανάλυσης είναι η μεταβολή της ευρωπαϊκής στάσης.
Μέχρι πρόσφατα, η βασική επιδίωξη πολλών Ευρωπαίων ηγετών ήταν να διατηρούν ανοικτούς διαύλους με τον Τραμπ, προσπαθώντας να επηρεάζουν τις αποφάσεις του και να αποτρέπουν κινήσεις που θα αποδυνάμωναν την Ουκρανία.
Πλέον, σύμφωνα με τους Financial Times, ενισχύεται η εκτίμηση ότι αυτή η προσέγγιση δεν αποδίδει τα αναμενόμενα.
Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες διαμορφώνεται η άποψη ότι δεν είναι βιώσιμο οι Ηνωμένες Πολιτείες να διατηρούν το αποκλειστικό προνόμιο της απευθείας επικοινωνίας με το Κρεμλίνο, όταν οι ευρωπαϊκές χώρες επωμίζονται μεγάλο μέρος της οικονομικής υποστήριξης προς το Κίεβο.
Η Ευρώπη επιδιώκει να αποκτήσει αυτοτελή διπλωματικό ρόλο, χωρίς να εγκαταλείψει την υποστήριξη προς την Ουκρανία ή τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας.
Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζεται ακόμη και απευθείας τηλεφωνική επικοινωνία Ευρωπαίων ηγετών με τον Πούτιν.
Δεν πρόκειται για επιβεβαιωμένη έναρξη ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων, αλλά για μια πιθανή αλλαγή με σημαντικές γεωπολιτικές συνέπειες.
Τα δύο σενάρια για το Ντονμπάς που μπορούν να αλλάξουν τον χάρτη της Ευρώπης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι δύο πιθανές κατευθύνσεις μιας ειρηνευτικής διευθέτησης που εξετάζει η ανάλυση των Financial Times.
Πρώτο σενάριο: Πάγωμα του πολέμου στις σημερινές γραμμές ελέγχου.
Η σύγκρουση θα μπορούσε να σταματήσει κατά μήκος της υφιστάμενης γραμμής του μετώπου, με αντάλλαγμα μια δέσμευση ότι η Ουκρανία δεν θα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ.
Μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να περιορίσει άμεσα τις εχθροπραξίες, αλλά θα άφηνε ανοιχτά σοβαρά ζητήματα εδαφικής κυριαρχίας και μακροπρόθεσμης ασφάλειας.
Δεύτερο σενάριο: Εδαφικές παραχωρήσεις στο Ντονμπάς με αντάλλαγμα την ένταξη στο ΝΑΤΟ.
Στη δεύτερη εκδοχή, η Ουκρανία θα παραχωρούσε το υπόλοιπο τμήμα του Ντονμπάς που εξακολουθεί να ελέγχει, αποκτώντας όμως τη δυνατότητα ένταξης στη Βορειοατλαντική Συμμαχία.
Η επιλογή αυτή θα δημιουργούσε μια εντελώς διαφορετική ισορροπία ασφαλείας, καθώς η Ρωσία θα αποκτούσε πρόσθετα εδάφη, αλλά θα βρισκόταν αντιμέτωπη με την προοπτική μιας Ουκρανίας εντός του ΝΑΤΟ.
Και τα δύο σενάρια θα προκαλούσαν έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό της Ουκρανίας. Παραμένει επίσης εξαιρετικά αβέβαιο αν η Μόσχα θα δεχόταν οποιοδήποτε από αυτά.
Πρόκειται, συνεπώς, για πιθανά διαπραγματευτικά πλαίσια και όχι για συμφωνημένους όρους ειρήνης.
Ο φόβος μιας τριμερούς Τραμπ–Πούτιν–Σι που θα αφήσει την Ευρώπη εκτός
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα αφορά τη διπλωματική πρωτοβουλία του Κρεμλίνου.
Σύμφωνα με την ανάλυση, ο Πούτιν φέρεται να εξετάζει την ιδέα μιας τριμερούς συνόδου με τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ.
Μια τέτοια συνάντηση, εφόσον πραγματοποιούνταν, θα μπορούσε να αναβαθμίσει τη διεθνή θέση της Μόσχας, επιτρέποντας στις τρεις μεγάλες δυνάμεις να συζητήσουν ζητήματα παγκόσμιας ασφάλειας.
Για τις Βρυξέλλες και το Κίεβο, όμως, το ενδεχόμενο δημιουργεί ένα θεμελιώδες ερώτημα: μπορούν να ληφθούν αποφάσεις για την ευρωπαϊκή ασφάλεια χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων των Ευρωπαίων και της Ουκρανίας;
Η ευρωπαϊκή προσπάθεια για απευθείας συνομιλίες με τη Ρωσία συνδέεται ακριβώς με την ανάγκη αποτροπής ενός τέτοιου διπλωματικού αποκλεισμού.
Starlink και Starshield: Η τεχνολογική εξάρτηση που περιορίζει το Κίεβο
Πίσω από τη διπλωματική αντιπαράθεση βρίσκεται ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα: η εξάρτηση της ουκρανικής άμυνας από αμερικανικές τεχνολογικές δυνατότητες.
Οι δορυφορικές υπηρεσίες, οι επικοινωνίες και η πρόσβαση σε κρίσιμες πληροφορίες αποτελούν βασικούς παράγοντες της σύγχρονης πολεμικής επιχειρησιακής ικανότητας.
Οι περιορισμοί που καταγγέλλει το Κίεβο στις υπηρεσίες Starlink έχουν αναδείξει τους κινδύνους που δημιουργεί η εξάρτηση από υποδομές εκτός του άμεσου ελέγχου της Ουκρανίας.
Παράλληλα, η Ευρώπη επιδιώκει να αναπτύξει δικές της δορυφορικές δυνατότητες.
Οι φινλανδικές Nokia και Iceye ανακοίνωσαν συνεργασία για την ανάπτυξη δικτύων δορυφορικών επικοινωνιών με στρατιωτικές και πολιτικές εφαρμογές.
Ωστόσο, οι πρώτες εκτοξεύσεις δεν αναμένονται πριν από το 2028.
Αυτό σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή τεχνολογική αυτονόμηση αποτελεί μεσοπρόθεσμο στόχο και όχι άμεση λύση για τις ανάγκες του ουκρανικού στρατού.
Ο Τραμπ, οι ενδιάμεσες εκλογές και η πολιτική πίεση στις ΗΠΑ
Η αλλαγή στάσης του Ζελένσκι ενδέχεται να συνδέεται και με την αμερικανική εσωτερική πολιτική.
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου δημιουργούν ένα διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον στην Ουάσιγκτον.
Σύμφωνα με την ερμηνεία του Gideon Rachman, η ουκρανική ηγεσία ενδέχεται να θεωρεί ότι μπορεί πλέον να απευθύνεται περισσότερο στην αμερικανική κοινή γνώμη και σε πολιτικές δυνάμεις πέρα από τον στενό κύκλο του προέδρου.
Η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ έχει ήδη προκαλέσει επικρίσεις και από Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους.
Ωστόσο, η δημόσια αντιπαράθεση με τον Λευκό Οίκο συνεπάγεται σοβαρούς κινδύνους για το Κίεβο, δεδομένης της συνεχιζόμενης ανάγκης για αμερικανική στρατιωτική και τεχνολογική υποστήριξη.
Η Ευρώπη μπροστά στη δική της γεωπολιτική δοκιμασία
Η κρίση αποκαλύπτει μια ευρύτερη μεταβολή στις διατλαντικές σχέσεις.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να διατηρήσουν την υποστήριξή τους στην Ουκρανία, να διαχειριστούν την αβεβαιότητα στις σχέσεις με την Ουάσιγκτον και ταυτόχρονα να εξετάσουν αν μπορούν να αναλάβουν ουσιαστικότερο ρόλο στις διαπραγματεύσεις με τη Μόσχα.
Το δίλημμα είναι ιδιαίτερα σύνθετο.
Η άμεση επικοινωνία με τον Πούτιν θα μπορούσε να ενισχύσει την ευρωπαϊκή παρουσία στη διπλωματική διαδικασία. Δεν εγγυάται, όμως, ότι η Ρωσία θα μεταβάλει τις θέσεις της ή ότι θα υπάρξει αποδεκτή συμφωνία για την Ουκρανία.
Αντίστοιχα, η προσπάθεια στρατηγικής αυτονόμησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες απαιτεί χρόνο, επενδύσεις και συντονισμό σε επίπεδο άμυνας, πληροφοριών και τεχνολογίας.
Το βασικό γεωπολιτικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πότε θα τελειώσει ο πόλεμος, αλλά ποιος θα καθίσει στο τραπέζι όπου θα καθοριστούν οι όροι της ειρήνης.
Η ανάλυση των Financial Times αναδεικνύει μια Ευρώπη που αναζητεί μεγαλύτερη διπλωματική αυτονομία και μια Ουκρανία που επιχειρεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της ακόμη και μέσα από δημόσια αντιπαράθεση με τον σημαντικότερο μέχρι πρόσφατα εξωτερικό υποστηρικτή της.
Η επόμενη φάση θα κριθεί από το κατά πόσον αυτές οι αλλαγές θα μετατραπούν σε συγκεκριμένες διπλωματικές πρωτοβουλίες, χωρίς να διαρραγεί οριστικά η διατλαντική συνεργασία.
Επιμέλεια: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο